Μια αιγυπτιακή γραφή για την ελληνικότητα της Μακεδονίας

 

Γράφει ο Νίκος Μάρτης

Η ταυτότητα των Μακεδόνων ως Ελλήνων, πλην των γνωστών αδιάψευστων ιστορικών στοιχείων (επιγραφές, ευρήματα αρχαιολογικών χώρων, κείμενα αρχαίων ιστορικών Ελλήνων, Εβραίων, Ρωμαίων κτλ) επιβεβαιώνεται και από μία επιγραφή του 267 π.Χ. (φωτογραφία της οποίας μου έστειλε ο κ. Σταύρος Χατζής, Συνταξιούχος Αστυνομικός, που παρακολουθεί το θέμα της Μακεδονίας) η οποία βρέθηκε στην Αίγυπτο και αναφέρεται σε αθλητικούς αγώνες, που έγιναν στα δωδέκατα βασιλικά γενέθλια.

Οι αθλητές που αναφέρονται ότι αγωνίστηκαν, χαρακτηρίζονται από τον τόπο καταγωγής τους (Θραξ, Μακεδών, Σάμιος κτλ.), δηλαδή από τον ενιαίο Ελληνικό γεωγραφικό χώρο. Συνεπώς και μόνο από το γεγονός ότι αναφέρονται μεταξύ των άλλων Ελλήνων αθλητών και τέσσερις Μακεδόνες αθλητές, επιβεβαιώνει ότι οι Μακεδόνες είναι Έλληνες.

Ο George Robinson, στο εκδοθέν το 1899 στη Νέα Υόρκη βιβλίο του γράφει: «Ο αρχαίος Αιγυπτιακός πολιτισμός γαλουχήθηκε επί τρεις αιώνες από τον Ελληνικό πολιτισμό και ανέπτυξε το εμπόριο σε ύψιστο βαθμό, αλλά δεν αλλοιώθηκε από τον Μακεδόνα κατακτητή (Πτολεμαίο) στα θρησκευτικά και γλωσσικά στοιχεία του, γι’ αυτό πολλές επιγραφές που βρέθηκαν, είναι χαραγμένες στην αιγυπτιακή (ιερογλυφική ή δημώδη) γλώσσα και στη γλώσσα των Μακεδόνων» (δηλαδή την Ελληνική).

Εκτός των ανωτέρω αδιάψευστων στοιχείων, η ταυτότητα των Μακεδόνων ως Ελληνική, επιβεβαιώνεται και από τα αναφερόμενα στην πρόσφατη επιστολή μου στην Πρέσβειρα της Συρίας στην Αθήνα, δηλαδή:

α)Από την Παλαιά Διαθήκη, όπου αναφέρεται ότι «Ο Έλλην Βασιλεύς θα νικήσει τον Πέρση βασιλέα». Στο βιβλίο των Μακκαβαίων αναφέρεται ότι: «Ο Αλέξανδρος ο Μακεδών ο υιός του Φιλίππου ενίκησε τον Δαρείο».

β) Ο Απόστολος Παύλος (ΙΣΤ 9, 10) αναφέρεται, ότι το 50 μ.Χ. επισκέφθηκε τις πόλεις ΦΙΛΙΠΠΟΥΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ και ΒΕΡΟΙΑ, δηλαδή πόλεις που είχαν αιώνες προ το 50 μ.Χ., έκτοτε και μέχρι σήμερα τα αυτά Ελληνικά ονόματα, γεγονός που επιβεβαιώνει την ταυτότητα της Μακεδονίας ως Ελληνικής.

γ) Ο Απόστολος Παύλος (ΙΖ 4, 12) στη Θεσσαλονίκη και Βέροια συνάντησε Έλληνες και Ελληνίδες, που επίστευσαν.

δ) Ο Απόστολος Παύλος μίλησε και έγραψε τις επιστολές του προς τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης και των Φιλίππων στην Ελληνική γλώσσα.

ε) 356 Καθηγητές Πανεπιστημίων Αμερικανικών και άλλων χωρών, συνυπέγραψαν επιστολή στον Πρόεδρο Ομπάμα και του ζητούν να ανακαλέσει την απόφαση του προκατόχου του κ. Τζωρτζ Μπους (υιού), ο οποίος την επομένη της δεύτερης εκλογής του, ονόμασε την ΠΓΔΜ ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» και ανέτρεψε την πάγια πολιτική των ΗΠΑ για τη Μακεδονία, όπως είχε χαραχθεί από την Εγκύκλιο του Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Στεττίνιους το 1944 και το Δόγμα Τρούμαν. Ο κ. Μπους ανέτρεψε επίσης και προηγούμενη δήλωση του, ότι το 1946-1947 οι ΗΠΑ βοήθησαν το Βερολίνο και την Ελλάδα να διατηρήσουν την ελευθερία τους. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ κ. Μπους δεν είναι ούτε ιστορικός, ούτε αρχαιολόγος και όπως και άλλοι ηγέτες, αλλά και Κυβερνήσεις,
παραπλανήθηκε από συμβούλους και ονόμασε την ΠΓΔΜ ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

στ) Τέλος, ο ορισθείς από τον ΟΗΕ κ. Νίμιτς, ως διαμεσολαβητής μεταξύ Σκοπιανών και Ελλήνων, για την ονομασία της ΠΓΔΜ, σε συνάντησή του με την Παμμακεδονική Ένωση της Αμερικής, παραδέχτηκε την ιστορική αλήθεια και είπε ότι οι Σκοπιανοί είναι Σλαβικής καταγωγής. Την πληροφορία αυτή ανέφερε και ο δημοσιογράφος Γ. Φωτιάδης στον «ΑΔΕΣΜΕΥΤΟ ΤΥΠΟ» την 20η Απριλίου 2011.

Ο ΟΗΕ πρέπει να ανακοινώσει όλη την ιστορική αλήθεια, για να παύσει το θέμα της Μακεδονίας να ταλαιπωρεί τον ΟΗΕ. Η ΠΓΔΜ μπορεί να ονομάσει το κράτος της όπως επιθυμεί, υπό τον όρο να μην εμπεριέχει τη λέξη «Μακεδονία». Προτείνω το «Δημοκρατία της ΠΑΙΟΝΙΑΣ», διότι όταν ήρθαν οι Σλάβοι στη Μακεδονία, μέρος τους εγκαταστάθηκε στην Αρχαία Παιονία.

Ο Άγγλος ιστορικός NGL HAMMOND, ο οποίος έγραψε βιβλία για τη Μακεδονία, στο βιβλίο του «Μέγας Αλέξανδρος (ένας ιδιοφυής)» παρατηρεί στη σελ. 268, Κεφ 5: «Η εκστρατεία της Ιλλυρίας και οι Μακεδονικές δυνάμεις»: «Τέλος του θέρους (335 π.Χ.) ο Αλέξανδρος οδήγησε το στρατό του στη χώρα των Αγριανών (γύρω από τη σημερινή Σόφια) και στην περιοχή που κατοικείτο από Παίονες (γύρω από τα σημερινά Σκόπια». Ο N.G.L. Hammond, στο βιβλίο του «Ιστορία της Μακεδονίας» (Τόμος 2, σελ. 126), αναφέρει: «Οι Παίονες δεν ήσαν Έλληνες».

Η ιστορική αλήθεια είναι ότι ο Λένιν το 1923 στο 5ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, διακήρυξε για πρώτη φορά το σύνθημα «Ανεξάρτητη Μακεδονία – Θράκη». Την πολιτική αυτή ακολούθησε και το ΚΚΕ και στο 3ο Έκτακτο Συνέδριο της Κ.Ε. (Εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 14.2.1924) ομόφωνα διακήρυξε «περί Ανεξαρτήτου Μακεδονίας – Θράκης». Στην 6η Ολομέλεια του 1934, ο Ζεύγος τόνισε «Το ΚΚΕ υποστηρίζει το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως του πληθυσμού της Μακεδονίας και Θράκης και τον αποχωρισμό τους σε ξεχωριστό κράτος.

Ο Τίτο, τον Αύγουστο 1944, με σύμφωνη γνώμη του Στάλιν, μετονόμασε την Νότιο Γιουγκοσλαβία (Βαρντάρσκα) σε Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας και τους κατοίκους της Μακεδόνες.

Ο Στεττίνιους, Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ το 1944, με την Εγκύκλιο του υπ’ αριθ. 868014/24.12.1944 προς τους Πρεσβευτές και Προξένους των ΗΠΑ ανέφερε: «Το Αμερικάνικο Υπουργείο Εξωτερικών έχει επισημάνει αύξουσα προπαγάνδα και ημιεπίσημες δηλώσεις, περί αυτονομίας της Μακεδονίας. Η Αμερικανική Κυβέρνηση θεωρεί κάθε συζήτηση περί Μακεδονικού «Έθνους», περί «Μακεδονικής πατρίδας», περί Μακεδονικής «συνειδήσεως» αδικαιολόγητη δημαγωγία, χωρίς εθνική ή πολιτική υπόσταση και ομοιάζει με επιθετική προδιάθεση εναντίον της Ελλάδας. Η συγκεκριμένη πολιτική της Κυβερνήσεως μας είναι να αντιτάσσεται σε κάθε αναβίωση του Μακεδονικού, που εμπλέκει την Ελλάδα. Η Ελληνική περιοχή της Μακεδονίας κατοικείται κατά μέγα μέρος από Έλληνες.

Οι Έλληνες αυτοί, δεν έχουν καμία πρόθεση αυτονομήσεως και αντιτάσσονται στην δημιουργία Μακεδονικού κρατιδίου. Η Κυβέρνηση μας θα θεωρήσει υπεύθυνη κάθε Κυβέρνηση ή ομάδες κρατών που ανέχονται ή ενθαρρύνουν απειλές ή επιθετικές ενέργειες «Μακεδονικών δυνάμεων» εναντίον της Ελλάδας.»
Ο Κίρο Γκλιγκόρωφ, μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας στη συνέλευση του ΟΗΕ, πέτυχε την αναγνώριση ως ανεξάρτητου Κράτους, της «Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας Μακεδονίας».

Την ιστορική αλήθεια, ότι οι Σκοπιανοί δεν έχουν καμία σχέση με τους Μακεδόνες, επιβεβαίωσαν οι 15 ηγέτες της ΕΟΚ τον Ιούνιο 1992 στη Διάσκεψη Κορυφής στη Λισσαβόνα, οπού ομόφωνα αποφάσισαν να αναγνωρίσουν την ΠΓΔΜ, εφόσον η ονομασία δεν θα περιέχει τη λέξη «Μα­κεδονία». Το θέμα είχε τεθεί από τον τότε Μακεδόνα Πρόεδρο της Ελλη­νικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος στην από 3.1.1992 επιστολή του, όπου τόνιζε ότι είναι Μακεδόνας, έγραψε ότι: «Η αναγνώριση της αυτοαποκαλουμένης “Δημοκρατίας της Μακεδονίας” έχει θεμελιώδη σημασία για την Ελλάδα και το γνωρίζω καλύτερα από κάθε άλλον αφού είμαι ο ίδιος Μακεδών.

Η Δημοκρατία αυτή ούτε εθνολογικά, ούτε ιστορικά έχει το δικαίωμα να ονομάζεται Μακεδονία», και προσέθεσε: «Η εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού της χώρας αυτής αποτελείται από Αλβανούς, Τούρκους, Τσιγγάνους και Σλάβους, που καμία σχέση δεν έχουν με Μακεδόνες», και ότι: «Είναι αδιανόητο με την λήξη του Ψυχρού Πολέμου να δίδεται ιστορική νομιμοποίηση σε Τίτο και Μόσχα, που ονόμασαν την Νότιο Γιουγκοσλαβία σε Μακεδονία, για έξοδο στο Αιγαίο, αποσπώντας την Μακεδονία από την Ελλάδα».

Ο Πάπας Ιωάννης Παύλος, με Εγκύκλιο του το 1981, ανακήρυξε «Τους γεννηθέντες στη Θεσσαλονίκη Έλληνας αδελφούς Μοναχούς (Μεθόδιο και Κύριλλο) ουράνιους προστάτες της Ευρώπης».

 http://master-lista.blogspot.gr

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ


Η πυραμίδα του Αμφίονος αποτελεί ίσως την πιο ανατρεπτική σύγχρονη αρχαιολογική ανακάλυψη! Με την ανεύρεση της αποκαλύπτεται ένας κόσμος ξεχασμένος, ένας πολιτισμός που θέτει σε νέα βάση τη θεωρία των πυραμίδων, οδηγώντας έτσι τους Έλληνες στη διεκδίκηση άλλης μίας σημαντικής πρωτιάς. Ο θαυμαστός κόσμος της ελληνικής Ιστορίας επιβεβαιώνει και πάλι το μεγαλείο του!

Η βιβλιογραφία σχετικά με τις πυραμίδες και τα πυραμιδοειδή κτίσματα στον ελληνικό χώρο διευρύνεται τα τελευταία χρόνια μαζί με τα μνημεία που αποκαλύπτονται ή ερευνώνται εκ νέου, ιστορικά, μορφολογικά και λειτουργικά. Ειδικότερα τα πυραμιδοειδή μνημεία της Αργολίδας, για τα οποία θα μιλήσουμε παρα κάτω, θεωρήθηκαν φρυκτωρίες (κτίρια στα οποία άναβαν φωτιά για να μεταδώσουν ένα μήνυμα μακριά) ή χώροι στρατωνισμού και, πάντως, ο χρονικός τους προσδιορισμός έγινε, κατ’ αρχήν, με εξωγενή ιστορικά κριτήρια, δηλαδή την αυθαίρετη προϋπόθεση (προσέξτε ότι πυραμίδες και πυραμιδοειδή κτίσματα σχον ελληνικό χώρο ήσαν αδιανόητα πριν από την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Αίγυπτο, την «κοιτίδα» των πυραμιδικών κατασκευών!

Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΔΥΟ ΗΡΩΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ
Τα μορφολογικά και χρονολογικά ζητήματα των πυραμίδων του ελλαδικού χώρου τέθη καν σε νέα βάση με την έρευνα του μνημεια κού χώρου του Αμφείου, στη Θήβα της Βοιωτίας. Συγκεκριμένα, με την ανασκαφική έρευνα κατεδείχθη ότι ο λόφος στον οποίο, σύμφωνα με το θρύλο, είχαν ταφεί οι Θηβαίοι Διόσκουροι, ο Ζήθος και ο Αμφίων, είχε δια μορφωθεί σε βαθμιδωτό πυραμιδικό μνημείο!

Για την τοπογραφία και την ονοματοθεσία του λόφου αυτού υπήρχαν βάσιμες και ασφαλείς καταγραφές της αρχαίας Παράδοσης. Οι τραγικοί ποιητές της Αθήνας του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ., οι οποίοι άντλησαν θέματα της δραματουργίας τους από το λεγόμενο Θηβαϊκό Κύκλο, δηλαδή από τις τραγικές τύχες του Οίκου των Λαβδακιδών, τοπογράφησαν κατ’ ανάγκην σημεία του φυσικού και μνημειακού περιβάλλοντος των Θηβών, στο πλαίσιο των οποίων εξελίχθηκε η δράση των ηρώων των τραγωδιών τους.

Πρώτος ο Αισχύλος, στο δραματικό του αριστούργημα Επτά επί Θήβας, μας άφησε μια λαμπρή περιγραφή και αναφορά στα φυσικά ορόσημα της θηβαϊκής Ακρόπολης -της Καδμείας- αλλά και στις πύλες του τείχους της. Μπροστά από αυτά τα τείχη είχαν παραταχθεί οι επτά λοχαγοί της εκστρατείας των Πελοποννησίων εναντίον της Θήβας, προκειμένου να εγκαταστήσουν στον θρόνο των Λαβδακιδών τον εκδιωχθέντα Πολυνείκη.

Η ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΗΣ ΤΗΣ«ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΥΡΑΜΙΔΑΣ»
Η εποχή μας είναι αδιαμφισβήτητα η εποχή που οι Μεσανατολικοκεντρικές θεω ρίες μεσουρανούν και επιβάλλουν τις επιδράσεις και τις παραμέτρους τους σε πάρα πολλούς τομείς και της φανερής και της αφανούς καθημερινότητας.

Όμως στην άσημη σημερινή Θήβα, ακριβώς στο σημείο που η αρχαία Παράδοση αλλά και όλες οι γραπτές μαρτυρίες τον τοποθετούσαν, έγινε πριν τριάντα περίπου χρόνια από τον αρχαιολόγο Θεόδωρο Σπυρόπουλο μια κοσμοϊστορικής σημασίας ανακάλυψη, που ωστόσο μένει άγνωστη και παραγκωνισμένη, αν και μπορεί να αλλάξει όλα τα μέχρι σήμερα ιστορικά -και όχι μόνο- δεδομένα: Βρέθηκε ο πανάρχαιος τάφος των Διόσκουρων, Ζήθου και Αμφίονος, που σύμφωνα με όλες τις πηγές είχαν ταφεί μαζί!

Γιατί όμως αυτή η ανακάλυψη είναι τόσο σημαντική;
Όχι μόνο επειδή ο επισκέπτης μπορεί σήμερα να αγγίξει πλέον το ίδιο το μνη μείο όπου τάφηκαν δύο ήρωες της ελληνικής μυθολογίας! Πράγμα δηλαδή που σημαίνει ότι αυτοί οι ήρωες όντως έζησαν και μαζί τους διαδραματίστηκαν αλη θινά γεγονότα, που κάποιοι μας έχουν συνηθίσει να θεωρούμε ως συμβάντα ενός ομιχλώδους χρόνου, μέσα στον οποίο τοποθετούμε πρόσωπα κατ καταστάσεις ουσιαστικά ανύπαρκτες ή το πολύ πολύ συμβολικές!

Πέρα όμως από αυτή τη συγκλονιστική επιβεβαίωση υπάρχει και κάτι άλλο, ακόμη πιο συνταρακτικό: Ο τύμβος μέσα στον οποίο βρέθηκε ο τάφος των ηρώων, αποτελεί το τελευταίο τμήμα -την κορυφή δηλαδή- μιας τεράστιας βαθ μιδωτής πυραμίδας, η οποία είναι ολόκληρος ο σημερινός λόφος του Αμφείου! Και αυτός ο λόφος διατρέχεται από ατελείωτες -και ανεξερεύνητες- υπόγειες στοές ύψους πέντε μέτρων, σκαμμένες στον βράχο!
Ίσως, ωστόσο, το συνταρακτικότερο να είναι ότι η Μεγάλη αυτή Ελληνική Πυραμίδα, μπορεί να χρονολογηθεί με ασφάλεια γύρω στο 2700 π.Χ.! Πράγμα δηλαδή που σημαίνει ότι είναι σαφώς αρχαιότερη από τη Μεγάλη Πυραμίδα του Χέοπα, αλλά και από την αρχαιότερη αιγυπτιακή πυραμίδα, αυτή του Ζόζερ!
Με λίγα λόγια, το πυραμιδικό σχήμα είναι ελληνικής επινόησης και από εδώ «εξήχθη» στην Αίγυπτο, αλλά και σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο! Βέβαια το θέμα έχει ακόμη μεγαλύτερες προεκτάσεις, αφού αυτό το ίδιο το πυραμιδικό σχήμα προϋποθέτει και σημαίνει προϋπάρχουσες θρησκευτικές, πολιτικές, κοινωνικές και άλλες παρεμφερείς δομές!
Καταλαβαίνουμε λοιπόν πόσα πράγματα ανατρέπει η καταπληκτική ανακάλυ ψη του Θ. Σπυρόπουλου… Η ελληνική Μυθολογία καθίσταται πλέον, με τεκμήρια και ευρήματα, ελληνική Ιστορία και μάλιστα μιάμιση χιλιετηρίδα παλαιότερη από όσο θέλουν εναγωνίως κάποιοι να την παρουσιάζουν! Χαμογελά κανείς τώρα, όταν σκέφτεται τον τρόπο που επίσημα χρονολογείται ένα άλλο πυραμιδι κό ελληνικό κατασκεύασμα, η πασίγνωστη πυραμίδα του Ελληνικού: Πρέπει, λέει, να κατασκευάστηκε μετά την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αφού τότε μόνον οι Έλληνες ήρθαν σε επαφή με την Αίγυπτο για να αντιγράψουν το πυρα μιδικό σχήμα! Και αυτό λέγεται επιστήμη…
Παράλληλα όμως, αντιλαμβανόμαστε και το γιατί η κοσμοϊστορικής σημασίας αρχαιολογική αποκάλυψη του Αμφείου παραμένει εντελώς αποσιωπημένη και αφημένη στην αδιαφορία και την άγνοια (την ίδια στιγμή που οι θεωρίες του Μ. Μπερνάλ λ.χ. υπερπροβάλλονται…), σε σημείο που σήμερα ο τόπος που μπορεί να φέρει πάνω-κάτω την παγκόσμια Ιστορία να είναι σχεδόν ένας σκουπιδότοπος…
Εδώ βέβαια δεν πρόκειται ν’ αναπτύξουμε το ακανθώδες πρόβλημα της μνημειακής θηβαϊκής τοπογραφίας αναφορικά με την αρχαιότητα του τείχους της Καδμείας και τις επτά πύλες του, προς τις οποίες αντιστοιχήθη καν οι επτά ηγήτορες της περιώνυμης εκστρα τείας, η οποία θεωρείται ότι έλαβε χώρα πριν από τα Τρωικά.
Το αν ο Αισχύλος αναφέρεται στις αρχικές πύλες του κυκλώπειου τείχους της Ακρόπολης ή και σε πύλες του διευρυμένου τείχους της πόλεως των ιστορικών χρόνων, είναι ένα ζήτημα που ξεφεύγει από τα πλαίσια του παρόντος θέματος. Εξάλλου, πρόκειται για ένα ζήτημα που αναπτύχθηκε εξαντλητικά σε μελέτες διαπρεπών ερευνητών της θηβαϊκής μνημειακής τοπογραφίας, όπως ο Fabricius, ο Willamowitz και ιδιαίτερα ο Αντώνιος Κεραμόπουλλος. Ο τελευταίος, στο μνημειώδες σύγγραμμα του Θηβαϊκά, στο Αρχαιολογικό Δελτίο 3 (1917), ανέπτυξε όλα τα σχετικά ζητήματα, χωρίς -φοβούμαι- να καταλήγει πάντα σε ασφαλείς ταυτίσεις.
Σε ό,τι αφορά όμως στην τοπογραφική θέση του Αμφείου, όλοι οι μελετητές και οι ερευνη τές των Θηβών συμφωνούν πως πρόκειται για τον λόφο που βρίσκεται προς βορράν της Καδμείας, από την οποία τον χωρίζει ένας βαθύτερος αρχικά -ρηχότερος σήμερα λόγω προσχώσεων- αυχένας, αφού στη θέση αυτή δεν υπάρχει άλλο φυσικό σημείο-ορόσημο, που να αντιστοιχεί προς τις αναφορές των Τραγικών. Ειδικότερα ο Αισχύλος γράφει (Επτά επί Θήβας, 526):« Το ν δε πέμπτον αυ, λέγω / πέμπταισι προσταχθέντα βορραίαις πύλαις / τύμβον κατ’ αυτόν διογενούς Αμφίονος».
Αι «Βορραιαί Πύλαι»του Αισχύλου δεν μπο ρούν να τοποθετηθούν αλλού, παρά μόνο στο βόρειο άκρο της ωοειδούς Καδμείας, η οποία μάλιστα στενεύει στο άκρο αυτό. Ωστόσο, απέ ναντι από τις πύλες αυτές υπάρχει ένα φυσικό και μνημειακό ορόσημο: Ο λόφος και ο τύμβος του Διογένους Αμφίονος, ο οποίος φέρει το όνομα Αμφείον. Παντού γύρω από το ορόσημο αυτό απλώνεται ο εύφορος κάμπος της Θήβας, το Αόνιον Πεδίον.
Ο Αισχύλος επιπλέον καταγράφει τον λόφο και το ταφικό μνημείο των Θηβαίων Διοσκούρων, ως μετέωρο-δηλαδή υψηλό ορόσημο- και στην τραγωδία Ικέτιδες, 662, όταν γράφει: «Αρμάτων δ’ οχήματα (ορώ) / ένερθε σεμνών μνημάτων Αμφίονος» (βλ. και: «αμφίμνήμα το Ζήθου περά» / Ευριπίδου Φοίνισσαι, 145). Με τον συγκεκριμένο στίχο δηλώνει τον λόφο και το, επί της κορυφής του μνήμα του Ζήθου, το οποίο παρέκαμψε ο Παρθενοπαίος για να προταχθεί προ των πυλών της Καδμείας, των λεγόμενων Βορραΐων ή Ωγύγιων Πυλών, οι οποίες στα έργα όλων των Τραγικών συνδέονται με το λόφο του Αμφείου.
Αυτόν λοιπόν τον φυσικό λόφο ερεύνησε στις αρχές του 20ού αι. ο Αντώνιος Κεραμόπουλλος, βεβαιώνοντας έτσι την μαρτυρία του Παυσανία 9,17,4: «Ζήθω δε και Αμφίονι εν κοινώ Γης χώμα έστιν ου μέγα». Με αυτόν τον τρόπο, ο περιηγητής του 2ου αι. μ.Χ. αφ’ ενός διέσωσε την παράδοση ότι οι Θηβαίοι Διόσκουροι ετάφησαν σε κοινό μνήμα, αφ’ ετέρου περιέγραψε ως αυτόπτης τον Τύμβο του κοινού μνήματος ως «Γης χώμα ου μέγα».
Παρ’ όλο όμως που ο Κεραμόπουλλος επι βεβαίωσε με την έρευνα του το μικρό ύψος του Τύμβου στην κορυφή του λόφου (3 μέτρα περίπου σε σχέση με τον λόφο, που έχει ύψος περίπου 35 μέτρα), δεν κατάφερε να εντοπίσει τον κοινό τάφο των Διοσκούρων, τον οποίο αποκαλύψαμε εμείς με τη συστηματική μας έρευνα κατά την περίοδο 1970-1973!
Έτσι, η «μυθολογική» παράδοση ενός σημα ντικού και σεπτού μνημείου του προϊστορικού πολιτισμού της Ελλάδος, αποδείκτηκε πέρα για πέρα ακριβής!
Αλλά η έρευνα μας δεν σταμάτησε εδώ. Ο Τύμβος που κάλυψε τον κοινό τάφο του Ζήθου και του Αμφίονος, αποδείκτηκε ότι δεν ήταν απλό χώμα, αλλά κατασκευή σχήματος κόλου ρου κώνου με πλίνθους, στο βόρειο τμήμα της οποίας είχε γίνει ο μεγάλος -ασφαλώς κοινός-κιβωτιόσχημος τάφος των δύο ηρώων. Μια μνημειώδης δηλαδή ταφική εγκατάσταση με πελώρια καλυπτήρια πλάκα και διπλή πόρτα στη βόρεια στενή πλευρά της!
Στον συλημένο τάφο βρέθηκαν διαταραγμέ να σκελετικά λείψανα και τρία χρυσά κοσμή ματα κρινοπαπύρων ύψους 0,033 μ. (33 χιλιοστών), με διπλή αντιθετική σπείρα στη βάση των ανθήρων και στέλεχος που κατέληγε σε θηλειά ανάρτησης. Ασφαλώς, υπήρχαν πολύ περισσότερα μέλη, ενός ή πιθανότατα δύο περιδεραίων, τα οποία αναδείκνυαν το βασιλι κό και ιερατικό αξίωμα των δύο πριγκίπων. (Κάτι ανάλογο αποτελούν και τα άνθη του κρί νου-παπύρου, τα οποία φέρει και ο πρίγκηψ της «αχαϊκής» Κνωσού στην περίφημη τοιχο γραφία Ο πρίγκηπας με τα κρίνα, που αναδει κνύουν, κατά γενική παραδοχή, το ιερατικό του αξίωμα…)
Τα χρυσά κοσμήματα, τα ωραιότερα του ελληνικού χώρου και τα ευρήματα του τάφου (σαλτσιέρα, σκύφος) χρονολογούν την κατα σκευή του τάφου και του Τύμβου που τον καλύπτει, κατά τους Πρωτοελλαδικούς II χρόνους, δηλαδή στην περίοδο 2700-2400 π.Χ.!
Παρά τις ενστάσεις και την προσπάθεια δια φόρων μελετητών να καταβιβαστεί η χρονο λογία και των χρυσών κοσμημάτων και του Τύμβου στην επόμενη Μεσοελλαδική Περίοδο (2000-1700 π.Χ.), η δική μας χρονολόγηση γίνεται σήμερα γενικώς δεκτή και αποτελεί αφετηρία για τη χρονολόγηση και τη χωρική διακίνηση του σχήματος του τύμβου στον ελληνικό, αλλά και στον ευρωπαϊκό χώρο!
Εν συντομία, ο ηγεμονικός επιτάφιος Τύμβος του Αμφείου δεν αποτελεί δείγμα και εξέλιξη του γνωστού ταφικού Τύμβου τύπου Kurgan, που συναντάται στην Κεντρική Ευρώπη, την Ευρασιατική Ζώνη και τη Νότια Βαλκανική (Αλβανία). Οι τύμβοι Kurgan είναι ταφικά μνημεία πολλαπλών ταφών (multiple burials) και τα κτερίσματα τους διαφέρουν από εκείνα του Αμφείου και των άλλων τύμβων του ελλαδικού χώρου, στους οποίους βρίσκο νται ταφικοί πίθοι, χάλκινα αντικείμενα και κεραμεική τυπικά ελλαδική-μεσογειακή και όχι «ευρωπαϊκή». Αυτό αναιρεί την προσπάθεια να συνδεθούν οι ελλαδικοί τύμβοι με τους φορείς του τύμβου Kurgan και τους υποτιθέ μενους ΙνδοευρωπαΙους που τότε, δήθεν, για πρώτη φορά (ΠΕII / ΠΕ III περίοδο, 2200-2000 π.Χ.) εισέρχονται στο ελληνικό έδαφος… Ωστόσο, ούτε η αρχαιολογική, ούτε η γλωσσο λογική εικόνα του ελληνικού χώρου στηρίζουν τέτοιες θεωρίες, όπως θα δούμε και παρακάτω.
Ο Τύμβος είναι γηγενές επιτάφιο σχήμα και Σήμα, που εξελίσσεται από τους μικρούς τύμ βους των Νεολιθικών Χρόνων και λαμβάνει μνημειώδεις διαστάσεις και μνημειώδη μορφή από τη Μέση Εποχή του Χαλκού, ανάλογη προς ίο αξίωμα του ηγεμόνος-νεκρού. Αυτός ο τελευταίος απαθανατίζεται στη μνήμη του έθνους και με το επιτάφιο τυμβοειδές έξαρμα, το οποίο ο Όμηρος χαρακτηρίζει ως «τηλαυ γές Σήμα», συμβατά προς τη φύση του Τύμβου ως αναμνηστικού της αίγλης του νεκρού ηγεμόνα.

Ο ΘΡΥΛΙΚΟΣ ΤΥΜΒΟΣ
Η έρευνα μας όμως δεν σταμάτησε εδώ. Ο Τύμβος στην κορυφή του λόφου βρισκόταν στην απόληξη ενός τμήματος του λόφου, το οποίο είχε κολουροκωνικό σχήμα (κώνος με δύο επίπεδες επιφάνειες, πάνω και κάτω) και ύψος περίπου 4 μ.από τη μία επιφάνεια στην άλλη.

Στη βάση αυτού του τμήματος του λόφου διακρινόταν καθαρά μια περιμετρική ζώνη, ένας Περίδρομος, τον οποίο προσπάθησε να ερμηνεύσει ο Κεραμόπουλλος. Ασφαλώς, ο ίδιος -ορθώς βέβαια!- θεώρησε ότι ήταν τεχνητός και όχι φυσικός.

Υπέθεσε, λοιπόν, ότι ο Περίδρομος αυτός ήταν μία «πομπική οδός τελετουργιών». Τέτοιες τελετουργίες υπαινισσόταν ο χρησμός του Βάκίδος, ενός μάντη από την Αρκαδία των αρχαϊκών χρόνων. Σύμφωνα με τον χρησμό αυτό, οι Θηβαίοι έπρεπε να φυλάνε το ταφικό μνημείο από τους κατοίκους της Τιθορέας, οι οποίοι, όταν ο Ήλιος βρισκόταν στον αστερι σμό του Ταύρου (Μάιος), επιχειρούσαν να υπο κλέψουν χώμα από το Αμφείον και να το μετα φέρουν στην πατρίδα τους. Το χώμα αυτό το μετέφεραν στο μνήμα του φώκου, ο οποίος υπήρξε σύζυγος της Αντιόπης, μητέρας των Λιοσκούρων της Θήβας.
Ο Παυσανίας χρησιμοποίησε το ρήμα «υφαι ρείσθαι» για να περιγράψει την ενέργεια των κατοίκων της Τιθορέας: « ΥφαφεΙσθαι δ’ εθέ λουσιν απ’ αυτού της γης οι Τιθορέαν την εν τη Φωκίδι έχοντες».
Ο Κεραμόπουλλος προβληματίστηκε για την τυχόν πραγματολογική σημασία του όρου και διερωτήθηκε αν αυτό αφορούσε σε εσωτερι κή διαμόρφωση του λόφου. Παρ’ όλα αυτά, έκανε το λάθος να χαρακτηρίσει ως βυζαντινά υδραγωγεία κάποιες από τις σήραγγες του λόφου, οι οποίες φάνηκαν όταν πέρασε από εκεί ο αμαξιτός δρόμος Αθηνών-Λαμίας…
” Τελικά, αποδείξαμε με την έρευνα μας ότι το «υφαιρείσθαι» του Παυσανία απέδιδε τη μία από τις δύο παραμέτρους της πυραμίδος του Αμφείου, δηλαδή τις εσωτερικές του σήραγγες!
” Η άλλη παράμετρος είναι η ίδια η βαθμι δωτή διαμόρφωση του λόφου, με τέτοια λάξευση, ώστε να πάρει το τρίβαθμο σχήμα, στην κορυφή του οποίου χτίστηκε ο Τύμβος και ο κοινός τάφος Ζήθου και Αμφίονος, που έδωσε και το όνομα του στο λόφο, «Αμφείον» ή «Άμφιον». (βλ. Ξενοφώντος Ελληνικά, 5,48: «και αγαγόντες επί το Αμφείον θέσθαι εκέλευ ον τα όπλα», Αρριανού 1,8,6,7 και Πλουτάρχου Περί του Ιωκράτου δαιμονίου, 4: « Ο δε Αρχ’ιας καλέσας τον Θεόκριτον και τω Λυσανορίδα προσαγαγών ιδία λαλεί πολύν χρόνον εκνεύσας της οδού μικρόν υπό το Αμφιον»).
Η ανακάλυψη του πυραμιδοειδούς σχήμα τος του λόφου ξεκίνησε από την διαπίστωση ότι μερικά μέτρα χαμηλότερα από τον Περίδρομο, στη βάση του άνω κώνου του λόφου, υπήρχε και δεύτερος παρόμοιος διά δρομος/περίδρομος, ο οποίος είχε κατακαλυ φθε’ι από παχύτατες επιχώσεις, δένδρα και θάμνους, που τον κατέστησαν αφανή. Η απο κάλυψη του περιδρόμου αυτού φανέρωσε και έναν ακόμη κόλουρο κώνο, ενώ, κατά την ανα σκαφή μας, φάνηκε και η αρχή ενός τρίτου ακόμα. Ο τελευταίος όμως, είναι ουσιαστικά καταχωσμένος, εκτός από την ανατολική του πλευρά, όπου υπήρχε η κοίτη του Χρυσορρόα. Ακόμη ανατολικότερα δε, υπήρχε η Αγορά της πόλεως των ιστορικών, όχι όμως των ρωμαϊ κών, χρόνων, το τελείωμα της οποίας όριζε το αρχαίο θέατρο.
Οι κώνοι του λόφου μετρήθηκαν ως εξής (τεκμαρτό ύψος):
* ο Τύμβος 2,20 μ.
* ο πρώτος κώνος 4,40 μ.
* ο δεύτερος κώνος 8,80
* ο τρίτος κώνος 17,60 μ.

ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ καταπληκτικές σήραγγες του λόφου
Ο λόφος του Αμφείου έχει σύσταση ψαμμολι θική και λαξεύεται σχετικά εύκολα, η επιφά νεια του όμως υφίσταται αποσάθρωση από τις καιρικές συνθήκες. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει για το εσωτερικό του, όπου οι σήραγγες διατη ρήθηκαν άριστα σε βάθος πάνω από 20 μ. Η κύρια πρόσβαση στο εσωτερικό του λόφου γίνεται από κατακόρυφο φρέαρ, διαμέτρου ενός μέτρου περίπου, το οποίο αποκαλύφθηκε στην περίμετρο του πλίνθινου τύμβου, βορεί ως του μεγάλου τάφου της κορυφής του λόφου.
Ένα δεύτερο φρέαρ στη δυτική πλαγιά, ελαφρώς λοξό, εξυπηρετούσε τον εξαερισμό και το φωτισμό του εσωτερικού χώρου, όπως συμβαίνει και στα υπόγεια αιγυπτιακά μνη μεία.
Οι σήραγγες στο εσωτερικό του Αμφείου είναι έργο επιμελές και περίτεχνο. Από το κεντρικό φρέαρ οδηγούμαστε, ανατολικά μεν, σε μια τριφυλλόσχημη εγκοπή του βράχου, δυτικά δε, σε μια λαξευτή κλίμακα, που κατε βάζει το επίπεδο των σηράγγων. Οι σήραγγες αυτές διατρέχουν όλο το εσωτερικό του λόφου σε ευθύγραμμα τμήματα, τα οποία με ορθές γωνίες σχηματίζουν μία μαιανδροειδή σχάρα σε όλο το εσωτερικό του λόφου! Το ύψος των σηράγγων είναι 5 μέτρα και το πλά τος 1,80 μ., ενώ η οροφή τους είναι καμαρωτή!
Σε ακανόνιστα διαστήματα, αμφίπλευρα, έχουν ανοιχτεί στο βράχο κόγχες ύψους 2,5 μ., καμαρωτές επάνω, το μεγαλύτερο ύψος των οποίων έχει κλειστεί από κομμάτια του βράχου.
Η διαδρομή μας στο εσωτερικό του λόφου ήταν μία συναρπαστική μεταφορά στον κόσμο του θρύλου. Τα είκοσι μέτρα βάθος του κατα κόρυφου φρέατος μας έφερναν καθημερινά με ένα πρόχειρο ανυψωτικό μηχανισμό στα έγκατα του Αμφείου και στις περίτεχνες σήραγγες του, τις οποίες διατρέχαμε με επι φύλαξη και δέος, δεμένοι με σκοινιά για να μην χαθούμε στους ανεξερεύνητους δαιδά λους του!
Την επιστημονική αναζήτηση κέντριζε η ανθρώπινη περιέργεια, ο θαυμασμός για τις εκπληκτικές κατασκευές και η συγκίνηση μας, η οποία υπήρξε τόσο βαθιά, όσο και το βάθος των φρεάτων και των σηράγγων που μας έφερναν στον μυστηριώδη κόσμο των Νεκρών, προσπαθώντας να ανακαλύψουμε τις αιώνιες κατοικίες τους!
Αλλά δυστυχώς δεν μας άφησαν! Ούτε καν προλάβαμε να διατρέξουμε όλες τις υπόγειες σήραγγες, να τις σχεδιάσουμε και να τις φωτο γραφίσουμε…
Ωστόσο, το βίωμα μας, αν και σύντομο, είναι πάντοτε συγκλονιστικό και μαγικό” το εσωτε ρικό του Αμφείου είναι το εκπληκτικότερο υπόγειο μνημείο της Ελλάδος που πρέπει να ερευνηθεί και να δοθεί στο κοινό! Και αυτό είναι πολύ εύκολο από τις πλάγιες εξόδους των σηράγγων του, οι οποίες βρίσκονται δίπλα στους σημερινούς δρόμους! Το θρυλικό και το μαγικό έχουν πάρει τη μνημειακή τους υπό σταση στο εσωτερικό του Αμφείου και η απο κάλυψη των υπόγειων τάφων του είναι η δικαίωση της Παράδοσης μας και των δικών μας -ατελέσφορων, δυστυχώς- προσπαθειών και ερευνών.

ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ
Για τις υπόλοιπες πυραμίδες του ελλαδικού χώρου οι ενδείξεις είναι ατελέστατες. Στο αξιό λογο βιβλίο του συγγραφέα και ερευνητή Χρήστου Λάζου, Πυραμίδες στην Ελλάδα, εκδό σεις Αίολος, καταγράφονται επτά πυραμίδες:

1. Η πυραμίδα του Ελληνικού
2. Η πυραμίδα του Λιγουριού
3. Η πυραμίδα της Δαλαμανάρας στην Αργολίδα
4. Η πυραμίδα της Κάμπιας, στην Νέα Επίδαυρο Αργολίδας
5. Η πυραμίδα της Σικυώνας
6. Η πυραμίδα της Νεάπολης στην Λακωνία (Βιγλάφια)
7. Η πυραμίδα του Αμφείου στην Θήβα

Ο συγγραφέας περιγράφει συνοπτικά την οικτρή κατάσταση των περισσοτέρων από τα μνημεία αυτά στο άρθρο του «Έχουμε πυραμί δες στην Ελλάδα!» στο περιοδικό Focus, vo 35, Ιανουάριος 2003, σελ. 98: «Η πυραμίδα του Ελληνικού είναι η καλύτερα διατηρημένη, με ύφος τοιχοποιίας περίπου εννέα δόμων (6-7 μέτρα).
Ισοπεδωμένη είναι εκείνη στο Λιγουριό, από την οποία σώζονται ελάχιστοι δόμοι, ειδικά προς την κατωφέρεια. Η πυραμίδα της Κάμπιας σώζεται σε ελάχιστα ερείπια, κυρίως η πρόσθια πλευρά με την είσοδο και την πυραμιδοειδή γωνία της. Οι πυραμίδες της Δαλαμανάρας, της Σικυώνας κι εκείνη στα Βιγλάφια καταστράφηκαν ολοσχερώς, με τη διαφορά ότι από την τελευταία σώζεται μόνο η τάφρος που την περιέβαλλε. Τέλος, η κλιμακωτή πυραμίδα του Αμφείου, στη Θήβα, έχει υποστεί τόσες επεμβάσεις και καταστροφές, που είναι δύσκολο να διακρίνεις τη μορφή της».
Για την τελευταία περίπτωση, ο συγγραφέας αναφέρεται προφανώς στην εγκατάσταση ενός συστήματος προσκόπων πάνω στην πυραμίδα με άδεια της Πολιτείας, αν και είχε ήδη ανακαλυ φθεί και ο τάφος των Θηβαίων Διοσκούρων και η βαθμιδωτή διαμόρφωση του λόφου.
Εξ άλλου ο λόφος εν τω μεταξύ έγινε άλσος και φυτεύτηκε με πεύκα, οι ρίζες των οποίων προκαλούν φθορές στην επιφάνεια του μνημεί ου. Ανάμεσα στα πεύκα, ο ανασκαφέας καθάρισε μια στενή ζώνη για να ανακαλύψει τη βαθμιδωτή διαμόρφωση του λόφου σε πυραμιδικό μνημείο. Διακρίνονται, από τα κάτω προς τα πάνω, οι βαθμίδες 1,2,3 και τα δύο ενδιάμεσα διαζώματα, ενώ στην κορυφή του λόφου υψώνεται ο -αθέατος στη φωτογραφία- «τύμβος» με τον κοινό τάφο του Ζήθου και του Αμφίονος.
Βαθμιδωτή μορφή έχει μέχρι τώρα μόνο η πυραμίδα του Αμφείου, ενώ οι υπόλοιπες φαίνο νται να ανήκουν στον τύπο της κανονικής τετράπλευρης πυραμίδος, με λείες επιφάνειες και κατασκευή από δόμους, επιμελέστερης ή υποτυπώδους λάξευσης. Η πυραμίδα του Ελληνικού έχει ανάμεσα στους μεγάλους δόμους της και μικρότερους λίθους, μια τεχνική γνωστή στα προϊστορικά κτίσματα της Ελλάδος, όχι μόνο στα κυκλώπεια τείχη, αλλά και σε αρχαιότερα κτί σματα και κατασκευές, όπως τα πρωτοελλαδικά «αναχώματα» της Κωπαίδας.
Ο U Irich Karstedt στη μελέτη του (Per Kopaissee im Altertum und die «i minyschen» Kanale, Arch. Anzeiger, 1937, σελ. 1 κε) είχε υπο γραμμίσει ότι η τοιχοποιία των προϊστορικών κατασκευών δεν αποτελεί επ’ουδενί τεκμήριο ακριβούς χρονολόγησης τους. Άλλοι ερευνητές δε, έχουν τονίσει ότι, από τους αρχαίους τοίχους, εκείνοι που ξεχωρίζουν για την κατασκευαστική τους ιδιαιτερότητα είναι οι τοίχοι των κτισμάτων (ναϊκών κυρίως) των γεωμετρικών χρόνων, που διακρίνονται με την «μικρολιθική» τους δόμηση (steinekeinigkeit). Συνεπώς, η χρονολόγηση των πυραμίδων με μόνο κριτήριο την δόμηση τους είναι παρακινδυνευμένη και μάταιη.
Μόνο η ανασκαφική έρευνα και η εφαρμογή σύγχρονων μεθόδων χρονολόγησης μπορεί να ορίσει τον χρονολογικό ορίζοντα κατασκευής των ιδιότυπων αυτών μνημείων, διατηρώντας την προσδοκία να αυξηθούν αριθμητικά με την πρόοδο της έρευνας. Ωστόσο, παρά την πιθανή επιβίωση ενός αρχικού σχήματος, είναι φανερό ότι οι πυραμίδες της Ελλάδος (αλλά και της Αιγύπτου) εκφράζουν τον πολιτισμό και την πρα κτική μιας εποχής, ενός πολιτισμικού κύκλου που τις «ανακάλυψε», τις δόμησε και τις χρησι μοποίησε για τις δικές του ανάγκες και τη δική του βιοθεωρία ή κοσμοθεωρία, γεγονός βασικό για την ερμηνεία και την χρονολόγηση τους. Η τελική χρήση και αποστολή των περισσοτέρων ε’ιναι σχεδόν φανερή. Για τον Παυσανία η πυρα μίδα του Ελληνικού ήταν ταφικό πολυάνδριο.
Όπως γράφει ο Χρ. Λάζος (όπως παραπάνω, σελ. 9: «Ο Παυσανίας αποκαλούσε τις πυραμί δες πολυάνδρια (του Ελληνικού και της Δαλαμανάρας), εννοώντας τα ταφικά μνημεία πολλών ατόμων και όχι ενός. Τα πολυάνδρια όμως ήταν μικρά οχυρά που φιλοξενούσαν περιορισμένο αριθμό στρατιωτών. Ο Αρβανιτόπουλος υποστηρίζει ότι αυτή του Ελληνικού ήταν έμβλημα τάφου και πως κάτω από τον λόφο υπάρχει πιθανότητα να βρίσκεται ο τάφος κάποιου σημαίνοντος προσώπου. Ως πολυάνδρια-οχυρά θεωρούν τις πυραμίδες του Ελληνικού οι Lord, Wiegand, Fracchia -ο τελευταίος πιστεύει ότι ήταν αμυντικοί πύργοι κάποι ων αγροικιών-ενώ οι Leake, Ross, Vischermi Clark συμφωνούν με τον Παυσανία, ότι δηλαδή ήταν ταφικά μνημεία. Εντούτοις, δεν βρέθηκαν οστά στις πυραμίδες… Πιθανότερη ή εξ Ίσου πιθανή είναι η άποψη που θεωρεί τα κτίσματα φρυκτωρίες, σταθμούς αναμετάδοσης φωτει νών μηνυμάτων με την μέθοδο της πυρσείας, το οποίο υποστηρίζουν οι Cirtius, Donaldson, Τσούντας και Manatt. Τέλος, η ομάδα της Ακαδημίας Αθηνών υποστηρίζει την πολύ προω θημένη άποψη ότι πιθανό να ήταν αστρονομικά παρατηρητήρια).
Είναι φανερό ότι πρόκειται για πλήρη σύγχυ ση! Ο Χρ. Λάζος γράφει ότι η πυραμίδα στα Βιγλάφια της Λακωνίας «είχε γίνει έμμονη ιδέα για μένα και προσπάθησα να την εντοπίσω δέκα φορές. Τελικά την βρήκα το 1995. Το μόνο που διασώζεται από αυτή είναι η τάφρος που την περιέβαλλε». Κανείς όμως δεν μας εξήγησε τι εξυπηρετεί μία τάφρος γύρω από μία πυραμί δα, για την οποία ο Λάζος προτείνει «διαφορετική αρχιτεκτονική» και επισημαίνει: «βρίσκεται πάνω σε ορθογώνια βάση, περιβάλλεται από μία πλατιά τάφρο και οι δόμοι της πρέπει να ήταν ορθογώνιοι λίθοι, όπως διακρίνουμε στους διάφορους λίθους που προέρχονται απ’ αυτή κι έχουν χρησιμοποιηθεί στα γύρω μαντριά» (όπως παραπάνω, σελ. 9.
Ο Παυσανίας, ως γνωστόν, θεωρούσε την πυρα μίδα αυτή τάφο του Κινάδωνος, πλοιάρχου του Μενέλαου. Για την πλατιά τάφρο που περιβάλλει την πυραμίδα των Βιγλαφίων και την πιθα νή αποκατάσταση της αρχικής της μορφής θα συγγράψουμε ειδική μελέτη. Είναι φανερό βεβαίως ότι κάθε μνημείο απαιτεί τη δική του έρευνα και ερμηνεία και ασφαλώς την ακριβή χρονολόγηση του.
Έτσι μόνο θα αποδειχτεί η πιθανή διαχρονία τους, η πιθανή επιβίωση του σχήματος και του όποιου αρχικώς προορισμού του ή η ένταξη όλων σε ένα πολιτισμικό και κατ’ επέκτασιν χρονολογικό ορίζοντα, που για μας είναι η πιθανότερη εκδοχή. Θεωρούμε δε ένα τέτοιο ορίζοντα, την πρώιμη και μέση εποχή του χαλ κού, την περίοδο του μινυακού πολιτισμού της Ελλάδος, τη χιλιετία της άνθησης του πολιτι σμού των Μινυών στην Ελλάδα και πέρα από αυτή (2700-1700 π.Χ.). Αυτό το κράτος, ο πολιτι σμός αυτός έχει, για μας, εφεύρει και προωθήσει το πυραμιδικό σχήμα όχι μόνο στον ελλαδικό, αλλά και τον ευρύτερο χώρο.
Ποιος είναι όμως ο σκοπός, ποια η αφετηρία και η λειτουργία των κτισμάτων αυτών; Το Αμφείον υπήρξε σαφώς ταφικό μνημείο. Στην κορυφή του ιδρύθηκε ο τάφος των Ηγεμόνων, των Διόσκουρων της Θήβας, Ζήθου και Αμφίονος. Ο τάφος αυτός πιθανότατα να υπήρξε και κέντρο λατρείας των ηρώων, των ιδρυ τών της πόλεως της Θήβας. Στο ανερεύνητο δυστυχώς, εσωτερικό του λόφου τεκμαίρονται βασίμως άλλοι τάφοι. Εκεί παραπέμπει και η αναφορά του Παυσανία για απόπειρες τυμβω ρύχων στο εσωτερικό του λόφου («υφαιρείσθαι»), και ο ταφικός περίβολος του λόφου-μνημείου, καθώς και οι πυρές των Νιοβιδών παρά τον λόφον.
Άρα, ο λόφος και η πυραμίδα του λειτούργη σαν ως χώροι ταφής όχι μόνο των ηγεμόνων Διοσκούρων της Θήβας, αλλά και των οικογενειών τους, λειτούργησαν δηλαδή ως «πολυάνδριον» και συγχρόνως ως χώρος ηρωολατρείας μέχρι τους όψιμους χρόνους της αρχαιότητας! Από την άποψη αυτή, το πυραμιδικό σχήμα δεν ήταν μόνο χρηστικό που ιεραρχούσε τους τάφους κατά το αξίωμα των Νεκρών, αλλά εξέφραζε και την ιερότητα της αιώνιας κατοικίας των Ηγεμόνων, των Ηρώων.
Η πυραμίδα του Αμφείου, βαθμιδωτή εξω τερικά και κατασκαφής εσωτερικά, είναι το σημαντικότερο, μετά την Λακεδαίμονα, μνη μείο του μινυακού μας πολιτισμού.
Δυστυχώς, το περίτεχνο αυτό πλέγμα δεν ερευνήθηκε, διότι ο υπογράφων ανασκαφέας μετατέθηκε από την έδρα του το έτος 1973…
Υπογραμμίζουμε για άλλη μία φορά το μνημειώδες της κατασκευής, την περίπλοκη διαδρομή των σηράγγων, την άριστη διατήρηση των λαξεύσεων… Ασφαλώς, το εσωτερικό του Αμφείου εξυπηρέτησε μίαταφική οικονομία και πρακτική, την οποία ενισχύει η ομοιότητα του με τα αιγυπτιακά ταφικά μνημεία του Αρχαίου και του Μέσου Βασιλείου, στα οποία επίσης υπάρχουν σήραγγες, κλίμακες και κόγχες, όπως στο Αμφείο. Η δε περίτεχνη διαδρο μή των σηράγγων ερμηνεύεται ορθώς ως τέχνασμα παραπλάνησης των τυμβωρύχων!
Αυτό το πλέγμα των σηράγγων στο εσωτε ρικό του Αμφείου, το οποίο ασφαλώς ήταν γνωστό στην Αρχαιότητα, σχολίασε -εν αγνοία ίου, πιθανότατα- ο Παυσανίας, με την παρατή ρηση «υφαφείσθαι δ’ εθέλουσι απ’ αυτού της γης οι Τιθορέαν την εν τη Φωκίδι έχοντες», υπαινισσόμενος, προφανώς, δράση τυμβωρύ χων στο εσωτερικό του μνημείου.
Παρ’ ότι η έρευνα του Αμφείου έμεινε ημιτε λής και το φρέαρ κλείστηκε με τσιμέντο μετά την απομάκρυνση του υπογράφοντος ανασκαφέα, τα ευρήματα και τα στοιχεία της έρευνας του υπήρξαν αρκετά για να τεκμηριώ σουν την ερμηνεία του ως ταφικού βαθμιδω τού μνημείου της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού (2600-2400 π.Χ. δηλαδή αρχαιότερου από την Μεγάλη Πυραμίδα!)!

ΟΙ ΘΡΥΛΙΚΟΙ ΜΙΝΥΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΤΟΡΘΩΜΑΤΑ ΤΟΥΣ.
Το Αμφείο λοιπόν, μας έθετε αναγκαστικά σε ένα σημαντικό προβληματισμό: Υπήρξε όντως ένας άλλος σημαντικός πολιτισμός στην Ελλάδα πριν από τον Μυκηναϊκό Πολιτισμό και, αν ναι, ποια ήταν η αφετηρία, η διάρκεια και τα χαρακτηριστικά του; Η έρευνα του Αμφείου οδήγησε τον ανασκαφέα του στην επανεκτίμη ση της χρονολόγησης του κολοσσιαίου απο στραγγιστικού έργου της Κωπαΐδος, το οποίο η Παράδοση είχε συνδέσει με τους Μινύες του Βοιωτικού Ορχομενού. Ο Ορχομενός αναφέ ρεται στον Όμηρο ήδη ως Μινύειος, ενώ αργό τερα ο Πίνδαρος επανέλαβε τη σύνδεση του με τους Μινύες στην έκφραση: «Παλαιφάτων Μινυών επίσκοποι».
Οι ανασκαφές που διενέργησα, τόσο στα αναχώματα των αποστραγγιστικών διωρύγων της κωπαϊδικής λεκάνης, όσο και στο εσωτερι κό της «μεγάλης καταβόθρας»,, δηλαδή της κύριας απαγωγού αρτηρίας των υδάτων της κωπαϊδικής λίμνης προς την Λάρυμνα μέσω ενός τεχνητού τούνελ μήκους 2,5 χιλιομέτρων, με τον καθηγητή S. Lauffer του Πανεπιστημίου του Μονάχου, βεβαίωσαν ότι το τεράστιο αποστραγγιστικό έργο είχε ολο κληρωθεί και λειτουργήσει στα μέσα της τρί της χιλιετίας π.Χ.
Αυτό ήταν ακόμη μία ένδειξη ότι όντως πριν από τη μυκηναϊκή εποχή, ο ελλαδικός χώρος γνώρισε ένα υψηλό τεχνολογικό πολιτισμό, ο οποίος με τη σειρά του προϋπέθετε ανάλογη διοικητική οργάνωση. Αυτά τα στοιχεία όμως υπήρξαν πολύ ενοχλητικά για τους μελετητές εκείνους, που προήγαγαν.την θεωρία ότι οι Μυκηναίοι ίδρυσαν τον αρχαιότερο πολιτισμό στον ελληνικό χώρο και τα αντιμετώπισαν με επιφύλαξη ή και με περιφρονητική αδιαφορία, χωρίς όμως να μπορούν να τα ακυρώσουν, αφού αυτά στηρίζονται σε αρχαιολογικά δεδομένα!
Κτίρια «ανακτορικού» χαρακτήρα της πρώι μης εποχής του χαλκού, δηλαδή της τρίτης χιλιετίας π.Χ., αποκαλύπτονταν στον ελλαδικό χώρο, στη Θήβα (αψιδωτό κτίριο) στη Λέρνα (οικία των Κεράμων), στα Ακκοβίτικα της Μεσσηνίας… Τελευταία μάλιστα, αποκαλύ φθηκαν στη Θήβα, την «έδρα» του Αμφείου, ανακτορικό κτίσμα και λείψανο τείχους της Καδμείας, καθώς και μέγας «τύμβος» από πλίνθους-τούβλα. Όλα τα παραπάνω χρονολο γούνται στους πρωτοελλαδικούς χρόνους, άρα πρόκειται για ευρύματα σύγχρονα της πυραμί δας του Αμφείου. Το συμπέρασμα είναι αυτο νόητο: η Ελλάδα γνώρισε πριν από τον μυκη ναϊκό και έναν εξ’ ίσου ακμαίο και, πιστεύω, ακμαιότερο πολιτισμό, η διάρκεια του οποίου κάλυπτε την τρίτη και τις αρχές της δεύτερης χιλιετίας π.Χ, ουσιαστικά μια ολόκληρη χιλιε τία (2700 έως 1700 π.Χ.)!
Ο πολιτισμός αυτός διέθετε και διοικητική ανακτορική οργάνωση και μνημειώδη ταφική αρχιτεκτονική και υψηλή τεχνολογία, υδραυλι κή και όχι μόνον! Ιδιαίτερα λαμπρή δε, υπήρξε κατά την περίοδο αυτή η μεταλλουργική τεχνολογία, όπως έδειξαν οι δικές μας ανα σκαφές στα Αγιωργίτικα και το Στενό της Τεγέας, δύο χώρους που αυτή τη στιγμή εκπροσωπούν τη σημαντικότερη και αρχαιότε ρη μεταλλουργία, όχι μόνο στον ελληνικό, αλλά και σε όλο το μεσογειακό και τον ευρω παϊκό χώρο!
Εμείς χαρακτηρίσαμε αυτόν τον πολιτισμό «Μινυακό» και την περίοδο της χρονικής του ανάπτυξης «Μινυακή περίοδο» του προϊστορι κού πολιτισμού της Ελλάδος, η οποία καλύπτει την χιλιετία 2700-1700 π.Χ. Μέσα στη χιλιετία αυτή περιλαμβάνεται και η λεγόμενη Πρωτοελλαδική Εποχή (2700 έως 2100 π.Χ.) και οι δύο πρώτες υποδιαιρέσεις της λεγόμε νης Μεσοελλαδικής εποχής (ΜΕ Ι και ΜΕ II), αφού ουσιαστικά η τρίτη βαθμίδα της, η ME III, δεν υπάρχει αρχαιολογικά και «ιστορικά», αλλά βρίσκεται ή μάλλον αποτελεί το μεταίχμιο δύο πολιτιστικών κύκλων: Του μινυακού και του μυκηναϊκού πολιτισμού.
Τώρα αξίζει να ερευνήσουμε και να μελετή σουμε τον μινυακό πολιτισμό της χιλιετίας 2700-1700 π.Χ., ως αυθύπαρκτο υψηλό πολιτι στικό κύκλο, σε όλες τις πτυχές και τις εκφάν σεις του.
Ακολούθως, θα τον ξεχωρίσουμε τόσο από τον μακρό νεολιθικό πολιτισμό της Ελλάδος (7000 έως 3000 π.Χ.), όσο και από τον ακόλου θο του, τον μυκηναϊκό πολιτισμό (1700/1600 έως 1100 π.Χ.), με το τέλος του οποίου συμπί πτει και το τέλος της λεγόμενης προϊστορίας του ελλαδικού χώρου. Γιατί ο μινυακός πολιτι σμός της Ελλάδος προκύπτει ως το πρότυπο πάνω στο οποίο στηρίχτηκε ο μυκηναϊκός μας πολιτισμός, από άποψη πολιτικής οργάνωσης, μνημειώδους ταφικής αρχιτεκτονικής, τεχνολογίας, λατρείας, αλλά και λογοτεχνικής δημι ουργίας, όπως θα αναπτύξουμε σε άλλα μελε τήματα μας.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗΣ
Η χρονολόγηση της πυραμίδας του Αμφείου στην τρίτη χιλιετία π.Χ. ανεκίνησε πολλά ζητή ματα, αν και οι μελετητές δεν κατέγραψαν την αφετηρία του νέου προβληματισμού που προέ κυψε μετά τις ανακοινώσεις και τις δημοσιεύ σεις μας… Η έρευνα στράφηκε στη χρονολό γηση της γνωστής πυραμίδος στο Ελληνικό της Αργολίδος, η οποία θεωρείτο ελληνιστικών χρόνων, σύμφωνα με τη χρονολόγηση που είχε προτείνει ο Αμερικανός αρχαιολόγος Lord (Hesperia 1938,481-527).

Η νέα χρονολόγηση στηρίχτηκε σε νέα ανασκαφική διερεύνηση του μνημείου και σε εφαρμογή της μεθόδου της θερμοφωταύγειας. Οι ερευνητές του μνημείου, οι καθηγητές Θεοχάρης και Λυριτζής, βεβαίωσαν ότι η πυραμίδα του Ελληνικού χρονολογείται στην πρώιμη τρίτη χιλιετία π.Χ. Με την έρευνα αυτή διασφαλίστηκε ο πανάρχαιος χρονολογικός ορίζοντας των πυραμίδων του ελλαδικού χώρου, όπως είχε δείξει η ανασκαφή και η μελέτη της βαθμιδωτής πυραμίδος του Αμφείου Θηβών. Αρα, οι πυραμίδες της Ελλάδος -δύο τουλάχιστον από τις σημαντικό τερες, τόσο του βαθμιδωτού, όσο και του τετράπλευρου σχήματος- δεν είναι κατασκευ ές των ελληνιστικών, αλλά των πρωτοελλαδικών χρόνων! Δεν ήσαν έργα της τρίτης εκατονταετίας αλλά της τρίτης χιλιετίας π.Χ.!

Οι ανακαλύψεις και οι διαπιστώσεις αυτές ανέτρεπαν όλα τα καθιερωμένα του καιρού μας, ήταν όμως συμβατές με την αρχαία Παράδοση, την οποία συνήθως χαρακτηρίζουμε «μυθολογική», απλοποιητικά και γενικευτικά. Τη «μυθολογία» των δύο αυτών μνημείων διέσωσε η πολύ μεταγενέστερη περιηγητική «λογοτεχνία» του Παυσανία. Την πυραμίδα και τον τύμβο του Αμφείου η παράδοση των Θηβών, που διασώθηκε μέχρι τον Παυσανία, τη συνέδεε με τον κοινό τάφο των Θηβαίων Διοσκούρων, οι οποίοι στον Όμηρο αναφέρο νται ως οι πρώτοι που έχτισαν τείχος στην Καδμεία (Οδύσσεια, λ 260).

«Οι πρώτοι Θήβης έδος έκτισαν επταπύλοιο
πύργωσαν τ’, επε’ι ου μεν απύργωτον γ’ εδύ ναντο
ναιέμεν ευρύχωρον Θήβην, κρατερώ περ’ εόντε»

Πρόσφατα αποκαλύφθηκε και λείψανο του προμηκυναϊκού (κυκλώπειου) αυτού τείχους στην Καδμεία, κοντά στο Αμφείο, και χρονολο γήθηκε στους πρωτοελλαδικούς χρόνους, δηλαδή την ίδια εποχή με τη διαμόρφωση του Αμφείου σε βαθμιδωτή πυραμίδα!
Και δεν βρέθηκε μόνο το τείχος εκείνο, το οποίο αναφέρεται στην Οδύσσεια ως το αρχαι ότατο έυρημα της Καδμείας, αλλά και ένα επι πρόσθετο, ανακτορικό, σύγχρονο και παρακεί μενο στο τείχος κτίσμα, ένα πραγματικό citadel house, όπως ανακοινώθηκε από τους αρχαιολόγους της Εφορείας Αρχαιοτήτων Θηβών σε πρόσφατο συνέδριο που οργάνωσε η αρμόδια Εφορεία στη Θήβα!
Και ο μεν Παυσανίας και ο Κεραμόπουλλος δεν αντελήφθηκαν τη διαμόρφωση του λόφου του Αμφείου σε βαθμιδωτή πυραμίδα, ο πρώ τος όμως άφησε ένα λεκτικό σχολιασμό και μία αναφορά σε απόπειρες τυμβωρυχίας με την παρατήρηση του, «υφαφείσθαι δ’εθέλου σιν απ’ αυτού της γης οι Τιθορέαν την εν τη Φωκ’ιδι έχοντες». Ο δε Κεραμόπουλλος, με την παιδεία και την οξυδέρκεια του διερωτήθηκε: «Εκείνο το “υφαφείσθαι” δεν δύνομαι άλλως να νοήσω ή ως αποβλέπον εις την όλην βάσιν του τύμβου, εις αυτόν δηλαδή τον φυσικό λόφον… ηγνόει ο Παυσανίας ή δεν λέγει ακρι βώς ούτε την εσωτερικήν φύσιν του λόφου ούτε την όλην περί αυτού πιστιν» (Αρχ. Δελτίον 3,1917, σελ. 387-.
Το Αμφείο με την έρευνα του άνοιξε έναν νέο προβληματισμό σχετικά με τη χρήση, την αποστολή και τη χρονολόγηση των πυραμιδι κών κτισμάτων του ελλαδικού χώρου, αλλά και την έρευνα των υδραυλικών έργων, τα οποία εμείς πρώτοι χρονολογήσαμε στην τρίτη χιλιετία Π.Χ. και τα θεωρήσαμε έργα του μινυακού πολιτισμού της Ελλάδος. Είναι πλέον βέβαιο πως η πρόοδος της έρευνας θα αναδει κνύει συνεχώς αυτόν τον πολιτισμό, τη χρυσή χιλιετία του προϊστορικού μας παρελθόντος και θα του προσγράψει όλες του τις κατακτή σεις και τα επιτεύγματα, τα οποία υφήρπασε ο μυκηναϊκός πολιτισμός. Αυτό λοιπόν θ’ αποτε λέσει το νέο λαμπρό κεφάλαιο της Αρχαιολογίας και της Επιστήμης…
Η πυραμίδα του Αμφείου προέκυψε ως μνη μειώδης ταφική κατασκευή, η οποία προϋπέ θετε ανάλογη και σύγχρονη διοικητική οργά νωση, ένα διοικητικό σύστημα, το οποίο δημι ούργησε μια μνημειώδη ταφική αρχιτεκτονική πριν από τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ. Αυτό κλόνιζε την εδραιωμένη θεωρία ότι στην Ελλάδα δεν υπήρξαν καθόλου μνημειώδεις ταφικές κατασκευές και μνημειώδη διοικητικά-ανακτορικά κτίσματα πριν από τους Μυκηναϊκούς Χρόνους (1550-1200 Π.Χ.).
Οι φορείς του Μυκηναϊκού Πολιτισμού θεωρούντο -και θεωρούνται ακόμη- οι απόγονοι των Ινδοευρωπαίων, οι οποίοι-υποτίθεται-εισήλθαν στον ελληνικό χώρο στο τέλος της 3ης χιλιετίας π.Χ., χωρίς βέβαια να υπάρχει αρχαιολογική ή γλωσσολογική στήριξη της σχετικής θεωρίας. Άλλωστε, ούτε και η διακίνηση των τύμβων Kurgan έλυσε το ζήτημα, διότι οι ελλαδικοί τύμβοι εξελίσσονται αυτοτελώς και δεν προσφέρονται ως τεκμήριο φυλετικών μετακινήσεων από τον ευρωπαϊκό ή τον ευρασιατικό χώρο προς την Ελλάδα.

ΤΟ ΑΡΧΕΤΥΠΙΚΟ ΤΩΝ ΠΥΡΑΜΙΔΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΤΟΥ
Σε ό,τι αφορά όμως τη μορφογένεση των πυραμιδικών κατασκευών και τη χωρική αφε τηρία τους, τα πράγματα διαγράφονται ανταγωνιστικά και συναρπαστικά. Ποιος «ανακάλυ ψε» το σχήμα της πυραμίδος; Η φερόμενη ως «κοιτίδα» της, Αίγυπτος, ή η μινυακή Ελλάδα; Η μεγάλη αρχαιότητα των ελληνικών πυραμίδων θα ήταν μετέωρη ως μεμονωμένο φαινόμενο και προϊόν, αν δεν μπορούσε να συναρτηθεί με μία σύγχρονη της πολύπλευρη πολιτιστική υποδομή και κρατική οργάνωση, που εκφρά στηκε αλλού και εδώ με προϊόντα υψηλής στάθμης και τεχνολογίας.
Χωρίς την ύπαρξη μινυακού κράτους και μινυακού πολιτισμού, οι ελληνικές πυραμίδες θα έμεναν αξιοπερίεργες κατασκευές (curiosities) και θα μετακινούντοχρονολογικά από τους «προϊστορικούς» μέχρι τους ελληνι στικούς χρόνους, άλλοτε με ερευνητικά τεκμή ρια, άλλοτε κατ’ εκτίμησιν. Είναι όμως παρά γωγα, έργα και μνημεία ενός συγκεκριμένου πολιτισμού και μιας συγκεκριμένης χρονικής διάρκειας και αυτό προσδιορίζει έμμεσα αλλά τεκμαρτά, τη χρονολόγηση των ελληνικών πυραμίδων, δημιουργιών του ελληνικού μινυα κού πολιτισμού της χρυσής χιλιετίας του (2700-1700 π.Χ,)!
Οι αιγυπτιακές πυραμίδες είναι οι πολυπλη θέστερες μεν, αλλά, τώρα πια, όχι και οι αρχαιότερες! Οι ελληνικές πυραμίδες υπολεί πονται αριθμητικά, αλλά αυτό μάλλον είναι συμπτωματικό (υπόκειται στην «chance of discoveryw/πιθανότητα της ανακάλυψης), ήδη όμως διεκδικούν όχι απλά ταυτοχρονία, αλλά μεγαλύτερη αρχαιότητα από τις αρχαιότερες αιγυπτιακές, που χρονολογούνται περί το 2700/2600 π.Χ.
Ωστόσο, το αρχετυπικό των πυραμίδων προσδιορίζεται όχι μόνο από τον πολιτισμό που τις παρήγαγε, αλλά και από την αποστολή και τη χρήση τους. Οι πυραμίδες δεν είναι μόνο ταφικά μνημεία, κάτι που αποτελούν κυρίως οι αιγυπτιακές πυραμίδες. Η σύγχρονη έρευνα έχει αποδώσει άλλο χαρακτήρα και χρήση στη μεγάλη πυραμίδα του Χέοπος, την οποία ερευνά ως αστρονομικό σταθμό ή εργα στήριο, με πειστικά επιχειρήματα! Της αποδίδει δε ακριβή γαιωδεσία και «ευεργετικές» επιπτώσεις στην συντήρηση οργανικών ουσιών που καλύπτονται από το «κέλυφος» της!
Αντίθετα, οι υπόλοιπες, εξ όσων γνωρίζω, και η «κλασική» βαθμιδωτή πυραμίδα του Ζοζέρ (2600 π.Χ. περίπου) είχαν ταφικό προο ρισμό, όπως δείχνουν οι πολυδαίδαλες υπόγει ες ή παρακείμενες ταφικές και λατρευτικές εγκαταστάσεις τους αντίστοιχα. Οι εγκαταστά σεις αυτές είχαν ως προορισμό να παραπλα νούν τους τυμβωρύχους και να υπηρετούν την πολλαπλότητα των λατρευτικών εθιμοτυπιών και πρακτικών που αναπτύχθηκαν σε κύριο γνώρισμα της αιγυπτιακής ιερατικής και καθε στωτικής Ιεραρχίας.
Ταφικό προορισμό είχαν σαφώς και οι πυραμίδες του Αμφείου και του Ελληνικού της Αργολίδος, όπως έδειξαν τα ευρήματα και οι εσωτερικές σήραγγες του Αμφείου, αλλά και η παράδοση που ήθελε και τη μία και την άλλη πυραμίδα να έχουν φιλοξενήσει τους τάφους επώνυμων ηρώων των δύο περιοχών (Ζήθος και Αμφίων, Προίτος και Ακρίσιος αντίστοιχα).

http://aneksigita-fainomena.blogspot.gr

Τουλάχιστον 350 οι τύμβοι στην Θράκη

Ο ΕΠΙΤΙΜΟΣ ΕΦΟΡΟΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ
Μέχρι το 1980 είχαν ανακαλυφθεί 269 τύμβοι στη Θράκη, από τους οποίους 70 στη Ροδόπη. Ο σημαντικότερος είναι αυτός της Μικρής Δοξιπάρας στον Έβρο, ενώ μέχρι σήμερα μόλις 35 έχουν εξερευνηθεί ως ένα βαθμό Στην περιοχή της Ροδόπης και συγκεκριμένα του Μητρικού, υπήρχαν κρούσματα λαθροανασκαφών και γι’ αυτό ξεκίνησε από το 1992 η ανασκαφή ορισμένων τύμβων Συνέντευξη Δήμος Μπακιρτζάκης / Αφιέρωμα: Αρχαιολογικά / Τύμβος περιοχής Μητρικού Τα μνημεία μιλούν μόνα τους και αποκαλύπτουν στιγμές της ιστορίας.
Έτσι θα γίνει και με τον τύμβο της Αμφίπολης. Έτσι θα γίνονταν εάν αποφασίζονταν η ανασκαφή στους περίπου 350 τύμβους της Θράκης που κρατούν θαμμένα μυστικά. Τους περισσότερους τους έχουν επισκεφθεί οι αρχαιοκάπηλοι, πολύ πριν τους αρχαιολόγους, έχουν επιφέρει μεγάλες καταστροφές και έχουν αφαιρέσει ενδιαφέροντα στοιχεία. Οι επιδρομές τους είναι γεγονός που το επιβεβαιώνει, ο επίτιμος έφορος αρχαιοτήτων Διαμαντής Τριαντάφυλλος. Ο άνθρωπος που έφερε στην επιφάνεια, ένα μοναδικό αρχαιολογικό εύρημα. Πέντε ρωμαϊκές άμαξες και σημαντικά κτερίσματα που βρέθηκαν μέσα σε τύμβο ύψους 6-7 μ. με διάμετρο 55-60 μ. ήταν τα εντυπωσιακότερα από τα ευρήματα που αποκαλύφθηκαν στη Μικρή Δοξιπάρα – Ζώνη του Έβρου. H ανασκαφή και ξεκίνησε το Σεπτέμβριο του 2002 και έφερε στο φως αξιόλογα ευρήματα που ακόμη περιμένουν τον ειδικό χώρο ανάδειξης και στέγασής τους Ο κ. Τριαντάφυλλος μίλησε στο «Χ» για τους τύμβους της Θράκης κατά την διάρκεια μιας πολύ εμπεριστατωμένης συνέντευξης. Αποκάλυψε μάλιστα ότι μέχρι το 1980 είχαν ανακαλυφθεί 269 τύμβοι στη Θράκη. Συνολικά 70 στη Ροδόπη, 54 στην Ξάνθη και άλλοι 145 στον Έβρο. Ο σημαντικότερος είναι αυτός της Μικρής Δοξιπάρας, ενώ μέχρι σήμερα μόλις 35 έχουν εξερευνηθεί ως ένα βαθμό. Οι ανασκαφές στην Αμφίπολη έχουν προκαλέσει το ενδιαφέρον και για τους τύμβους της Ροδόπης και της Θράκης ευρύτερα. Υπάρχουν στοιχεία για την περιοχή μας; -Μπορούμε να πούμε ότι έχουμε δύο κατηγορίες ταφικών τύμβων: αυτούς που βρίσκονται στα περίχωρα των αρχαίων ελληνικών πόλεων, όπως είναι τα Άβδηρα και η αρχαία Στρύμη στη χερσόνησο της Μολυβωτής. Και υπάρχει και μια δεύτερη κατηγορία τύμβων, είναι τύμβοι ελεύθεροι στο χώρο, δηλαδή δεν έχουν άμεση σχέση με κάποιον οικισμό, είναι σε μεγαλύτερες αποστάσεις, και τέτοιους έχουμε πολλούς κυρίως στον Βόρειο Έβρο. Γιατί η συγκεκριμένη περιοχή έχει περισσότερους τύμβους; -Γιατί υπήρχαν την εποχή της ρωμαιοκρατίας –οι περισσότεροι χρονολογούνται στον 1ο και 2ο αι. μ.Χ.. Υπήρχαν πολλοί γαιοκτήμονες, οι οποίοι σε μία περίοδο είχαν αποκτήσει πλούτο από τη γεωργία, από την κτηνοτροφία και είχαν τη δυνατότητα να κατασκευάζουν τέτοιους τύμβους, οι οποίοι χρειάζονταν μια μεγάλη δαπάνη. Δεν ήταν δηλαδή για τους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι σε όλες τις εποχές ενταφιάζονταν μέσα σε απλούς λάκκους, στα κοιμητήρια. Υπάρχουν 350 τύμβοι μόνο στη Θράκη; -Ναι, και παραπάνω.
Περίπου 150 ήταν αυτοί που είχαμε καταμετρήσει στο νομό Έβρο μόνο. Υπάρχουν και στο νομό Ροδόπης στην περιοχή του Μητρικού στη Στρύμη και στην Ξάνθη κοντά στα Άβδηρα. Η αρχαιολογική σκαπάνη με αυτούς τους τύμβους, τι έχει κάνει όλο αυτό το χρονικό διάστημα; -Να ξεκινήσω από τον Έβρο. Υπήρχε ένα πρόγραμμα ανασκαφής τύμβων, γιατί είχαμε πολλά κρούσματα λαθροανασκαφών. Πήγαιναν με σκαπτικά μηχανήματα και προσπαθούσαν να εντοπίσουν τους τάφους. Άλλοι τους εντόπιζαν με τρυπάνια. Είχαμε βρει τέτοια κατάλοιπα σε τύμβους. Έτσι, όμως, εντοπίζονται μόνο οι κιβωτιόσχημοι, αυτοί δηλαδή που είναι κατασκευασμένοι με λίθινες πλάκες ή οι σαρκοφάγοι, όταν χτυπάει η αρίδα πάνω στην πέτρα. Αν είναι μία καύση νεκρού, είναι δύσκολο να εντοπιστεί. Ξεκινήσαμε, λοιπόν, ένα πρόγραμμα στον Έβρο, κάθε χρόνο να γίνεται ανασκαφή σε ένα ή δύο τύμβους, ανάλογα με τον χρόνο που διαρκούσε η ανασκαφή. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι αυτοκρατορικών ρωμαϊκών χρόνων, βρέθηκαν όμως και πολύ λίγοι του 4ου και του 5ου αι. π.Χ. Δυστυχώς οι περισσότεροι βρέθηκαν συλημένοι, περισυλλέξαμε όμως ενδιαφέρουσα κεραμική και πολλές καύσεις βρέθηκαν απείρακτες. Έτσι, έχουμε πολλά κτερίσματα, αγγεία, γυάλινα, πήλινα, σιδερένια, χάλκινα αντικείμενα. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει και ο τύμβος της Μικρής Δοξιπάρας Ζώνης, όπου βρέθηκαν βέβαια τα πλούσια αυτά ευρήματα, οι άμαξες, τα άλογα κ.λπ. Στην περιοχή της Ροδόπης, στην περιοχή του Μητρικού, είχαμε κρούσματα λαθροανασκαφών και γι’ αυτό είχαμε ξεκινήσει από το 1992 την ανασκαφή ορισμένων τύμβων. Βρέθηκαν και λίθινες σαρκοφάγοι και κιβωτιόσχημοι τάφοι με πλάκες που δένονταν μεταξύ τους με συνδέσμους σιδερένιους, αλλά βέβαια και αυτή ήταν συλημένοι. Περισυλλέξαμε, όμως, ενδιαφέροντα κομμάτια από κεραμική και συγκολλήσαμε αγγεία, όπως οι μοναδικές λευκές λήκυθοι, που είναι στο μουσείο της Κομοτηνής, οι σκύφοι του Αγ. Βαλεντίνου και άλλα ενδιαφέροντα ευρήματα που δεν ενδιέφεραν τους κυνηγούς θησαυρών ή τους αρχαιοκάπηλους. Δηλαδή οι αρχαιοκάπηλοι ενδιαφέρονται για ό, τι υπάρχει σε χρυσό; -Περισσότερο ενδιαφέρονται για χρυσό και για αντικείμενα πάλι από μέταλλο, αλλά ακέραια. Ο τρόπος, όμως, που επεμβαίνουν, συνήθως προκαλεί καταστροφή στα ευαίσθητα αυτά, έστω και από μέταλλα, αντικείμενα. Το μόνο που δεν έχει ανάγκη, βέβαια, είναι ο χρυσός και προς τα εκεί στρέφεται το ενδιαφέρον τους. Στην αρχαία Στρύμη είχατε κάνει την ανασκαφή. Από εκεί βρέθηκαν και τα ευρήματα στο αρχαιολογικό Μουσείο Κομοτηνής; -Ναι προέρχονται από τους τύμβους όπου είχα κάνει τις ανασκαφές.
Στην αρχαία πόλη συνέχισε η Δ. Τερζοπούλου και τώρα συνεχίζει το ανασκαφικό πρόγραμμα σε συνεργασία με το πανεπιστήμιο του Princeton. Υλοποιήθηκε φέτος για δεύτερη χρονιά και θα συνεχιστεί και για τρίτη και βέβαια μπορεί να ανανεωθεί και η άδεια και για περισσότερα χρόνια. Είναι ευτύχημα που ξεκίνησε αυτή η ανασκαφή με δαπάνες κυρίως των Αμερικανών και είναι μεγάλο το θέμα της ταύτισης της πόλης εκεί, γιατί υπάρχουν πολλές απόψεις. Εμείς εξακολουθούμε να πιστεύουμε την άποψη ότι πρόκειται για την αρχαία Στρύμη, αλλά βέβαια πρέπει να αποδειχτεί και με στοιχεία και με ευρήματα, κυρίως με επιγραφές που μπορεί να μας δώσουν τέτοια στοιχεία. Υπάρχουν ακόμη τύμβοι όπου δεν έχει μπει καθόλου αρχαιολογική σκαπάνη; -Ναι βέβαια, οι περισσότεροι. Γιατί γίνεται αυτό, είναι τόσο μεγάλο το κόστος; -Είναι μεγάλο το κόστος, διότι μία ανασκαφή τέτοια μπορεί να κρατήσει σε ένα κοινό τύμβο, όχι πολύ μεγάλο, και δύο και τρεις μήνες, και ανάλογα βέβαια με τα ευρήματα μπορεί να κρατήσει και παραπάνω, όπως κράτησε η ανασκαφή της Δοξιπάρας. Χρειάζονται και χρήματα και άνθρωποι, για να πει κανείς ότι θα συνεχίσει ένα τέτοιο πρόγραμμα ανασκαφής τύμβων. Είναι η δαπάνη αρκετά μεγάλη και βέβαια τώρα στις ημέρες αυτές που περνάμε πρέπει να είναι πολύ εντυπωσιακό το εύρημα, για να υπάρξει και ανάλογο ενδιαφέρον της πολιτείας. Ο τύμβος της Παραδημής παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον; -Διαφέρει από τους ταφικούς τύμβους. Εκεί είναι ο όρος, καλύτερα να λέμε τούμπα, είναι προϊστορικός οικισμός, που με την συνεχή κατοίκιση -μετά την καταστροφή δηλαδή κι αυτό συνέβαινε συχνά με πυρκαγιά ενός οικισμού- γιατί γινόταν πάλι εγκατάσταση στο ίδιο μέρος, κι έτσι με την πάροδο των αιώνων δημιουργήθηκε αυτός ο τεχνητός Γήλοφος. Αυτές είναι οι τούμπες οι προϊστορικές, δεν έχουν σχέση με τους ταφικούς τύμβους.

Πηγή: http://www.xronos.gr/detail.php?ID=94411

Μακεδονία και Προέλληνες

 

ΟΙ ΠΡΟΕΛΛΗΝΕΣ
(ΔΙΑΛΕΞΙΣ ΓΕΝΟΜΕΝΗ ΕΝ ΤΗ ΑΙΘΟΥΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ)

 

379223_526111607423677_481530022_n

Eιν ολ’ αυτά τα πράγματα πολύ παλιά, οι Προέλληνες και o πολιτισμός τους και η γλώσσα τους, όχι όμως και στερημένα γι’ αυτό από ενδιαφέρον.
Στην επιστήμη το παλιό και το νέο είναι ισοδύναμα και ισότιμα.
Γιατί το παλιό είναι το θεμέλιο του νέου, και το νέο στηρίζεται στο παλιό και προσδιορίζεται από αυτό ανέκκλητα και παντοτινά.
Να γιατί δε φοβάμαι, μιλώντας για τους Προέλληνες μπροστά σε καλλιεργημένο κοινό, να πω πράγματα ξένα προς το ενδιαφέρον του.

Οι Ινδοευρωπαίοι, που τμήμα τους είναι η ελληνική φυλή, ήταν ως την 5η χιλιετηρίδα π. Χ. μια από τις πολλές γλωσσικές φυλές που κατοικούσαν στην Ευρώπη.

Η φυλή όμως αυτή φαίνεται πως ήταν προικισμένη με μια κατακτητική και αφομοιωτική ικανότητα, που από τα αποτελέσματα της θα μπορούσε να χαρακτηριστή εκπληκτική.

Όταν μετά την 5η χιλιετηρίδα π. Χ. άρχισε να διασπάται και να σχηματίζη τους επί μέρους Ινδοευρωπαικούς λαούς, δηλ. τους Έλληνες, Ίνδοιρανούς, Θρακοιλλυριούς, Ίταλοκέλτες, Τεύτονες, Βαλτοσλάβους κ. α., και να απλώνεται προς όλες τις γεωγραφικές κατευθύνσεις, οι άλλες γλωσσικές φυλές της Ευρώπης και της Ασίας που βρέθηκαν στα βήματα της, άλλες αργά και άλλες γρήγορα, δεν μπόρεσαν να αποφύγουν την υποταγή και τη γλωσσική αφομοίωση τους από τους Ίνδοευρωπαίους.

Τυρσηνοί, Τυρρηνοί Tomba dei Leopardi, Tarquinia

Έτσι στην Ασία οι Ινδοί αφομοίωσαν τους μογγολικούς λαούς που κατοικούσαν την απέραντη χώρα του Ινδικού πενταποτάμου.

Οι Χεττίτες, τους παλαιοτέρους λαούς της Μ. Ασίας. Στην Ευρώπη οι Τεύτονες αφομοίωσαν παλαιοτέρους λαούς της βόρειας Ευρώπης, οι Κέλτες τους Λίγυες της Γαλατίας και τους Pritu, δηλ. τους παλαιούς Βρεττανούς της Αγγλίας,
οι Ιταλοί τους Έτρούσκους κ.ο.κ.

Οι Έλληνες, αφού πέρασαν την πρωτοελληνική, όπως τη λέμε, περίοδο στους κάμπους της Ουγγαρίας και της Σερβίας, και πληθύνοντας αριθμητικά απλώθηκαν γεωγραφικά σε βαθμό ώστε ν° αρχίση η γλώσσα τους να διαφοροποιείται σε διαλέκτους, εμφανίστηκαν γύρω από τον 20° αιώνα π. Χ. στα σημερινά βόρεια σύνορα της χώρας που έμελλε να ονομαστή απ’ αυτούς Ελλάδα και να γίνη η οριστική ιστορική τους κοιτίδα επί 4 000 χρόνια αδιάκοπα, από τότε ως σήμερα.
Η είσοδο τους στην Ελλάδα δεν έγινε μεμιάς, αλλά σε τρία κύματα, με τρεις διαδοχικές κατακτήσεις.

Πρώτα κατέβηκαν οι Ίωνες 1 κατόπι, γύρω στον 17° αιώνα π. Χ., οι Αχαιοί, και τελευταίοι, γύρω στον 12° αιώνα π. Χ., οι Δωριείς.

Τη νέα και τελική τους πατρίδα δεν τη βρήκαν οι Έλληνες ακατοίκητη.

Οι χώρες που περιβάλλουν τη Μεσόγειο είναι, όπως όλοι ξέρουμε, κατοικίες αρχαιότατων λαών και κοιτίδες πανάρχαιων πολιτισμών.

Και φυσικά δεν μπορούσε να συμβή διαφορετικά με τη χώρα την πιο επίκεντρη και πιο ευνοημένη από τη φύση και τους κλιματολογικούς όρους, την Ελλάδα.

Αρχαιότατοι μεσογειακοί λαοί μελαχροινοί 2 με δέρμα ψημένο επί χιλιετηρίδες από τον καυτόν ήλιο και την αρμύρα των κυμάτων, φυλετικά και γλωσσικά άσχετοι με τους ξανθογάλανους Ινδοευρωπαίους, ασκώντας τέχνες, ναυτικό εμπόριο και πειρατεία στις θάλασσες που συνδέουν τις τρεις παλιές ηπείρους, κοσμογυρισμένοι θαλασσοκράτορες, ήταν εγκαταστημένοι ήδη από την 47π χιλιετηρίδα π. Χ. στις ακτές και στα νησιά που περιβρέχονται από το Αιγαίο, το Λιβυκό και το Ιόνιο πέλαγο, δηλ. στα δυτικά της Μ. Ασίας, στην Ελλάδα και στην Ιταλία.

Ήταν οι φορείς του πολιτισμού που στην αρχαιολογία λέγεται μινωικός η αιγαίος. Τού πολιτισμού με τα πελώρια και πλούσια βασιλικά παλάτια, τα ζωγραφισμένα με τους κρίνους και τα λείρια των κήπων και με τους κρόκους των βουνών, με τους ψηλόλιγνους νέους και τις υπέρκομψες κυρίες.

Της αγγειογραφίας με τα θαλάσσια φυτά, ζώα και κοχύλια, που αναδίνουν ακόμα τη θαμπή δροσιά των βυθών4.

Όταν οι αιώνες έσβησαν από τη μνήμη των Ελλήνων κάθε θύμηση της καθόδου των από το βορρά, o απλός ελληνικός λαός νόμιζε πιά πως ήταν ανέκαθεν ιθαγενής στη χώρα αυτή, κι έπλασε η ιδιοποιήθηκε από τους εξελληνισμένους τώρα προκατόχους του, ντόπιους κοσμογονικούς μύθους, που τον παρουσίαζαν φυσικό γέννημα και θρέμμα της γης του.

Γιά το λαό οι Προέλληνες είναι απλώς οι πανάρχαιοι πρόγονοι, και η αντίληψη του αυτή βρίσκει κάποτε θέση και στην ποίηση εκείνη που απηχεί λαικές δοξασίες, όπως λ. χ. στον Ησίοδο και στις Ικέτιδες του Αισχύλου, καθώς και στην απλοϊκή Ιστοριογραφία του Ηροδότου (1,56), που ταυτίζει τους Ίωνες με τους Πελασγούς, δηλ. με τους Προέλληνες 5.

Άλλα οι Έλληνες συγγραφείς, και ιδίως οι ιστορικοί, δεν ήταν απ’ εκείνους που θα μπορούσε να διαφυγή την προσοχή τους ένα τόσο σημαντικό γεγονός, κι ας είχαν περάσει πια τόσοι αιώνες από την εποχή της πρώτης καθόδου. Ούτε ήταν δυνατό να μην τους κάνη εντύπωση το ότι ως την εποχή τους σώζονταν εδώ κι εκεί ανάμεσα τους υπολείμματα αλλόγλωσσων Προελλήνων. Ήδη ο ποιητής της ‘Οδύσσειας έλεγε για την Κρήτη :

Κατοίκους έχει αρίθμητους και χώρες ενενήντα.
Κάβε λαός κι η γλώσσα του.
Ζουν Άχαιοι στον τόπο, ζοϋνε νησιώτες Κρητικοί, παλληκαριάς ξεφτέρια, και Κύδωνες και Δωρικοί, και Πελασγοί λεβέντες 6.

Ο Ηρόδοτος λέγει ότι το ελληνικό έθνος αρχικά ήταν ολιγάριθμο ύστερα όμως μεγάλωσε, γιατί συγχωνεύτηκαν μαζί του οι Πελασγοί και πολλά άλλα βάρβαρα φύλα7. Ο ίδιος λέγει για την Αττική πως παλαιότερα ήταν η πελασγική, ότι η γλώσσα της ήταν βάρβαρη8, ότι κατόπιν εξελληνίστηκε κι άλλαξε γλώσσα9, ότι η Ίμβρος και η Λήμνος κατοικούνταν παλαιότερα από Πελασγούς 10, και ότι ολόκληρη η Ελλάδα παλαιότερα λεγόταν Πελασγία 11.

Ο Θουκυδίδης μαρτυρεί ότι στη χερσόνησο του Άθωνα στα χρόνια του, εκτός από τους Έλληνες αποίκους από την “Ανδρο και τη Χαλκίδα, ήταν και άλλες πόλεις που κατοικούνταν από ανάμεικτο πληθυσμό δίγλωσσων βαρβάρων, που ήταν κατά μέγα μέρος πελασγικός και κατάγονταν από τους ίδιους εκείνους Τυρσηνούς που κατοικούσαν παλαιότερα και τη Λήμνο και τας Αθήνας 12.

Ο Στράβων γράφει ότι ο παλαιότερος του Εκαταίος ο Μιλήσιος αναφέρει ότι στην Πελοπόννησο πριν από τους Έλληνες κατοικούσαν βάρβαροι, και προσθέτει o Στράβων ότι ολόκληρη η Ελλάδα έναν καιρό ήταν κατοικία βαρβάρων 13.
Ο σχολιαστής του Απολλώνιου του Ροδίου (I 608) λέγει ότι οι παλαιότεροι κάτοικοι της Λήμνου ήταν πειρατές Τυρσηνοί, δηλ. Προέλληνες14 πράγμα που συμφωνεί με το ότι ο Όμηρος ονομάζει τους κατοίκους της Σιντίας αγριοφώνους 15.

Kαι των άλλων νησιών του Αιγαίου τους παλαιούς κατοίκους οι Έλληνες τους ξεχώριζαν από τη δική τους εθνότητα.
Και οι κάτοικοι των νησιών, γράφει ο Θουκυδίδης, ήταν πειρατές, Κάρες και Φοίνικες γιατί αυτοί κατοικούσαν τα περισσότερα νησιά16.
Και ο Στράβων προσθέτει:

«Άπό όσα έχουν ειπωθή για τους Κάρες, εκείνο που δέχονται οι περισσότεροι είναι ότι οι Κάρες….λέγονταν τότε Λέλεγες και κατοικούσαν τα νησιά» 17.

Ξεχωρίζουν λοιπόν οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς τους Προέλληνες από τους πραγματικούς Έλληνες, άλλοτε με το όνομα Πελασγοί 18, και Τυρσηνοί η Τυρρηνοί, άλλοτε με τα ονόματα Κάρες και Λέλεγες και άλλοτε με τοπικά εθνικά ονόματα, σύνθετα με το επίθετο ετεός (=άληθινός, ντόπιος): Έτεόκρητες, Έτεοκαρπάθιοι.

Αλλά και ό,τι θεωρούνταν πολύ παλιό στην Ελλάδα το χαρακτήριζαν πελασγικό. Τα πανάρχαια τείχη, τα χτισμένα με ογκολίθους, τα θεωρούσαν πελασγικά.
Τη Λάρισα της Θεσσαλίας την ονόμαζαν Πελασγικόν Άργος. Τα πολύ παλιά ιερά, όπως του Δία στη Δωδώνη της Ηπείρου και της Ήρας στη Θεσσαλία, τα ανάγουν στην εποχή των Πελασγών :

Ω Δία της Δωδώνης, Πελασγικέ, που κατοικείς μακριά μας! 19

Πρόσθετο τεκμήριο για την εθνολογική διάκριση Ελλήνων και Προελλήνων, που ήταν ως την εποχή που συντάχτηκαν τα ομηρικά έπη ακόμα αισθητή, είναι ότι σ’ αυτά οι Πελασγοί, όσοι ακόμα σε ακραία σημεία σωζονταν τότε άναφομοίωτοι, παρουσιάζονται ως σύμμαχοι των Τρώων, μαζί με άλλους ασφαλώς μη ελληνικούς λαούς της Μ. Ασίας και της Θράκης.

Αυτά τα ανάφερα απλώς για να φανή :

1) Πως οι Έλληνες συγγραφείς ήταν βέβαιοι γι’ αυτό που η επιστήμη σήμερα με δικά της αρχαιολογικά και γλωσσικά τεκμήρια πιστοποίησε, ότι δηλ. πριν απ’ αυτούς κατοικούσε στην Ελλάδα μια άλλη, ξένη προς αυτούς, και αλλόγλωσση φυλή, και

2) Πως η εθνολογική και γλωσσική απορρόφηση των Προελλήνων από τους Έλληνες άργησε πολύ να συμπληρωθή σε όλες τις περιοχές της χώρας, αφού ως την εποχή του Ηροδότου και του Θουκυδίδη, δηλ. ως τον 5° π. Χ. αιώνα, υπήρχαν υπολείμματα Προελλήνων που δεν είχαν ακόμα αφομοιωθή, κι ας είχαν περάσει δεκαπέντε αιώνες από την εποχή της πρώτης καθόδου των Ελλήνων.

Ο πολιτισμός που έφερε η πρώτη ελληνική φυλή στην Ελλάδα ήταν ασύγκριτα κατώτερος από τον πολιτισμό των Προελλήνων.
Και όπως συμβαίνει συνήθως όταν ένας λαός απολίτιστος κατάκτηση ένα πολιτισμένο λαό, οι Έλληνες κατάστρεψαν τον προελληνικό πολιτισμό.

Ένας πολιτισμός όμως δε χάνεται ολότελα με τη λεηλασία και την πυρπόληση των ανακτόρων και των ιερών.

Το σημαντικώτερο τμήμα του, το έμψυχο υλικό, που ήταν o ζωντανός φορέας των πολιτιστικών αγαθών, δεν κάηκε, αλλά έμεινε με όλη του την πνευματική καλλιέργεια, διασταυρώθηκε φυλετικά, θρησκευτικά, ακόμα και γλωσσικά με τον κατακτητή, και από τη διασταύρωση αυτή, που εκ των υστέρων φαίνεται πως στάθηκε μια από τις βιολογικά πιο ευνοϊκές ενώσεις λαών, βγήκαν δυο θαυμάσια αποτελέσματα :

Το πρώτο ήταν μια καινούργια, βιολογικά ανανεωμένη, γερή και όμορφη φυλή, προικισμένη με έξοχα πνευματικά χαρίσματα, που συνδύαζε τη σωματική αλκή και φρεσκάδα των κατακτητών με την αισθητική και πνευματική φινέτσα ενός λαού εξαντλημένου βιολογικά από μια μακρόχρονη προηγμένη μορφή ζωής.

Το δεύτερο ήταν η αρχή ενός νέου πολιτισμού, που δεν αρχίζει από το μηδέν, άλλα με νέα δύναμη συνεχίζει, μετουσιώνει και εποικοδομεί ένα έτοιμο, τελειωμένο πολιτισμό θρησκείας, θρύλων, παραδόσεων και τέχνης, και του δίνει τη ρωμαλέα μορφή, με την όποια μας παρουσιάζεται στην πλήρη άνθηση του o πρώτος ελληνικός πολιτισμός στα οικοδομήματα και στα έργα τέχνης των μυκηναικών και υστερομινωικών χρόνων και στα ομηρικά έπη.
Την πνευματική αυτή διασταύρωση τη συμβολίζει καλύτερα απ’δλα το ελληνικό πάνθεο, όπου οι άρρενες θεοί των ινδοευρωπαίων Ελλήνων παρουσιάζονται ζευγαρωμένοι με τις θηλυκές θεότητες, που όλες σχεδόν είναι προελληνικές.

Υπάρχουν στην ιστορία των εθνών πολλά παραδείγματα κατακτητών που αφομοιώθηκαν εθνολογικά και γλωσσικά από το έθνος που υποδούλωσαν, ιδίως όταν, όπως συνήθως συμβαίνει, οι κατακτητές είναι αριθμητικά και πολιτιστικά κατώτεροι από τους κατακτημένους.

Έτσι λ.χ. έγινε με τους σκανδιναβικής καταγωγής Ρώσ(ους), που εκσλαβίστηκαν από τους Σλαβους υποτελείς των.

Το ίδιο έγινε με τους γερμανικής καταγωγής Φράγκους (Frangais), που όταν κυρίεψαν τη λατινόφωνη Γαλατία έκγαλλίστηκαν.

Το ίδιο έγινε με τους μογγολικής φυλής και τουρκοταταρικής γλώσσας Πρωτοβουλγάρους, που έκσλαβίστηκαν από τους ανάμεσα στον Αίμο και τον Δούναβη Σλάβους υποτελείς των.

Το ίδιο έγινε με τους σκανδιναβικής καταγωγης Νορμανδούς, που όταν κατάκτησαν τη Β. Γαλλία έκγαλλίστηκαν, και όταν απ’εκεί κατάκτησαν την Αγγλία έξαγγλίστηκαν.
Το ίδιο τέλος έγινε με τους Ρωμαίους κατακτητές της Ελληνικής Ανατολής, δηλ. του Βυζαντίου.

Δε θάταν λοιπόν διόλου παράξενο αν και οι Έλληνες αφομοιώνονταν από τους αριθμητικά και πολιτιστικά ανώτερους των Προέλληνες, και μάλιστα αφού δεν κατέβηκαν στην Ελλάδα όλοι μαζί, αλλά κατά τρία κύματα που τα χώριζαν αιώνες. Και όμως αυτό δεν έγινε.

Η πρώτη ελληνική φυλή που βρέθηκε ανάμεσα στους Προέλληνες, οι Ίωνες, δεν αφομοιώθηκαν, αλλά αφομοίωσαν ένα μεγάλο μέρος των Προελλήνων, έτσι που, όταν μετά τρεις αιώνες, κατέβηκαν οι Αχαιοί, βρήκαν μια χώρα κατά μέγα μέρος ελληνόφωνη, και ακόμα περισσότερο, όταν μετά άλλους πέντε αιώνες κατέβηκαν οι Δωριείς 20.

Έπλήρωσαν όμως με άλλο τρόπο οι Ίωνες την πρωτοποριακή τους δόξα για τον εξελληνισμό της χώρας:

Όχι μόνον αναλώθηκε η κατακτητική τους αλκή από την άνιση ανάμειξη τους με τους Προέλληνες, ώστε όταν κατέβηκαν οι Αχαιοί ήταν πια εξοφλημένοι οι Ίωνες ως φυλή κατακτητών, και γι’ αυτό εύκολα άλλου υποτάχθηκαν και άλλου απωθήθηκαν από τους Αχαιούς στα ανατολικά παράλια και στα νησιά του Αιγαίου, αλλά και η γλώσσα τους δέχτηκε την ισχυρότερη και βαθύτερη επίδραση της Προελληνικής”, ενώ η γλώσσα των Αχαιών και των Δωριέων έμεινε καθαρώτερα ελληνική.

Όταν τον 17° αιώνα π. Χ. κατέβηκε στην Ελλάδα το δεύτερο ελληνικό κύμα, οι Αχαιοί, η πολιτική ηγεσία της χώρας πέρασε αμέσως στα χέρια τους.

Οι Ίωνες έγιναν, όπως οι Προέλληνες, άμαχοι έμποροι, τεχνίτες και επαγγελματίες, περιορίστηκαν δηλ. σε έργα ολότελα άσημα για μια ηρωική εποχή, γι’ αυτό και στα ομηρικά έπη, όπου κυριαρχεί η δόξα των Αχαιών, οι Ίωνες ούτε μνημονεύονται καν ως συντελεστές του τρωικού πολέμου η, αν τύχη να γίνη γι’ αυτούς λόγος, χαρακτηρίζονται με επίθετα αντιηρωικά.

Όχι ευκνήμιδες, χαλκοκνήμιδες, χαλκοχίτωνες, αρηίφιλοι, φιλοπτόλεμοι, μεγάθυμοι, όπως οι Αχαιοί, αλλά ελκεχίτωνες, δηλ. άνθρωποι με μακριά φορέματα, που συχνάζουν στα πανηγύρια, ως έμποροι φυσικά και τεχνίτες, ασχολίες που θα τους δώσουν πάλι αργότερα, στους ιστορικούς χρόνους, μαζί με την οικονομική και αποικιακή υπεροχή,
και την πνευματική ηγεσία των Ελλήνων, αλλά που πάντως τους κρατούν στο περιθώριο της επικής ιστορίας.

Η επίδραση που δέχτηκαν οι Έλληνες από τους Προέλληνες εκτείνεται σε όλες τις μορφές της ζωής και είναι ποσοτικά ανυπολόγιστη.

Και τούτο γιατί, όταν η συγχώνευση των δυό λαών είχε προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό, Έλληνες δεν ήταν πιά μόνο οι γνήσιοι, ούτε μόνο οι μιγάδες, αλλά και οι καθαροί Προέλληνες, που εξελληνισμένοι πιά ως προς τη γλώσσα, δεν διακρίνονταν εθνολογικά από τους γνήσιους, και ενσωματώθηκαν στον Ελληνισμό διατηρώντας το χαρακτήρα τους, τον ιδιαίτερο τρόπο της ζωής τους, τους παλιούς θρύλους και παραδόσεις τους, καθώς και πολλά στοιχεία της παλιάς τους θρησκείας, δλα αυτά ενσωματωμένα πιά σε μια ελληνική ζωή, γλώσσα και τέχνη.

Καί επειδή καθρέφτης της ζωής του παρελθόντος είναι πάντα η γλώσσα και η τέχνη, σ’αυτές καταφεύγουμε σήμερα για να πληροφορηθούμε τι απ’ εκείνα που αποτελούν για μας σήμερα τον άρχαίο Ελληνισμό είναι γνήσιο ελληνικό και τι προέρχεται από τους Προέλληνες.

Η Αρχαιολογία είναι σήμερα σε θέση να μας πληροφόρηση σε γενικές γραμμές ποιά στοιχεία της κατοικίας, των εργαλείων και σκευών και της διακοσμητικής τους στην αρχαία Ελλάδα είναι φερμένα από το βορρά με την κάθοδο των Ελλήνων κατακτητών, και ποιά είναι συνέχεια των στοιχείων του προελληνικού πολιτισμού.

Θα μου επιτροπή, ως μη ειδικός, να μη μιλήσω γι’αυτά και να περιοριστώ στα στοιχεία εκείνα που η Γλωσσολογία αναγνωρίζει μέσα στην αρχαία ελληνική γλώσσα ως στοιχεία προελληνικά.

Όσο κι αν η Αρχαιολογία και η Γλωσσολογία συνεργάζονται στον τομέα αυτόν της έρευνας και πολύ συχνά τα πορίσματα τους συμπίπτουν, η Γλωσσολογία, όπως θα δήτε, είναι εκείνη που φωτίζει με ζαιηρότερο φως τις πτυχες της αρχαίας ζωής, όπου οι δυό εθνότητες συναντήθηκαν.

Θα σας πω λοιπόν μερικά πράγματα για τα προελληνικά στοιχεία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.
Πόσο αυτά βοηθούν ωστε να διακρίνετε μέσα από τις λέξεις και τα πολιτιστικά στοιχεία που είναι προελληνικά, θα το διαπιστώσετε μόνοι σας.

Πριν όμως μπούμε στα καθέκαστα θα σας γεννηθή το ερώτημα, είναι άραγε σε θέση η επιστήμη να ξεχωρίση σήμερα
τι από την αρχαία ελληνική γλώσσα είναι καθαρά ελληνικό και τι προελληνικό ;
Και με ποια μέθοδο έρευνας μπορεί να το πετύχη ;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ανεπιφύλαχτα καταφατική.
Καί η μέθοδο της έρευνας είναι η εξής :
Σήμερα, χάρη στην τεράστια εργασία που έχει γίνει από τους γλωσσολόγους όλου του κόσμου στην περιοχή της συγκριτικής γλωσσολογίας, είναι γνωστό σε γενικές γραμμές ποιες λέξεις κάθε ινδοευρωπαϊκή γλώσσα τις κρατά από την εποχή που οι Ίνδοευρωπαίοι ήταν
ακόμα ένας λαός και ποιες δανείστηκε αργότερα από άλλες μη Ινδοευρωπαικες γλώσσες, αφ’ ότου κάθε λαός ξεχώρισε από τον κορμό των Ίνδοευρωπαίων και έζησε σε άλλο γεωγραφικό περιβάλλον.

Έτσι και ειδικά για την αρχαία ελληνική γλώσσα, οι γλωσσολόγοι έκαναν το διαχωρισμό του υλικού με την εξής μέθοδο.

Όποια λέξη της και όποιο γραμματικό στοιχείο της βρίσκεται και σε όλες τις άλλες Ινδοευρω­παϊκές γλώσσες ή στις περισσότερες ή σε πολλές από αυτές, το θεωρεί άλ­λοτε αδίσταχτα και άλλοτε με μεγάλο βαθμό πιθανότητας ως γνήσια ελλη­νικό, φερμένο στήν Ελλάδα από τήν Ινδοευρωπαϊκή κοιτίδα.

Όποια όμως λέξη η όποιο γραμματικό στοιχείο δεν έχει αντίστοιχο της στις άλλες αδελφές γλώσσες, αυτό, αν μπόρεση να το έξηγήση ως νεώτερο πλάσμα ελληνικό, πάει καλά. “Αν όμως δεν μπόρεση, τότε αναζητεί να βρη την προέλευση του σε μια από τις μη Ινδοευρωπαικές γλώσσες λαών με τους οποίους οι Έλληνες ήρθαν σε επιμειξία η σε εμπορική και γενικά ιστορική επαφή.

Ως εδώ η μέθοδο είναι αρνητική.

Δεν είναι ινδοευρωπαϊκό, θα είναι άρα από άλλη γλώσσα. Η θετική όμως επαλήθευση του από ποιά γλώσσα προέρχεται είναι εκείνη που πρέπει να ολοκλήρωση το τεκμήριο και να το όπλιση με πειθανάγκη και εδώ μπορούν να συμβούν δυό πράγματα :

“Η θα βρεθή η προέλευση της κάθε μη ελληνικής λέξης σε μια από τις γειτονικές γλώσσες που έχουν γραπτή παράδοση παλαιότερη της ελληνικής, όπως είναι οι σημιτικές γλώσσες της δυτικής Ασίας (Ασσυροβαβυλωνιακή, Εβραική) και οι χαμιτικές της βόρειας Αφρικής (αρχαία Αιγυπτιακή) και τότε πιά το πρόβλημα λύθηκε,

η δε θα βρεθή τίποτε το αντίστοιχο στις γλώσσες αυτές, και τότε θα πρέπει να γίνη ο εξής συλλογισμος :

Ελληνικό δεν είναι, σημιτικό δεν είναι, χαμιτικό δεν είναι, θα πρέπει λοιπόν να είναι από τη γλώσσα των Προελλήνων.

Κι εδώ όμως έχουμε στο χέρι μόνο το αρνητικό τεκμήριο της προελληνικής καταγωγής. Το θετικό, που θα ήταν να βρούμε τη λέξη που εξετάζουμε γραμμένη σε προελληνικά κείμενα, αυτό δεν υπάρχει, γιατί οι προελληνικές επιγραφές, εκτός από ελάχιστες, είναι γραμμένες σε αλφάβητο άγνωστο ως τώρα και, με όλες .τις προσπάθειες που έγιναν και γίνονται, δε βρεθηκε τρόπος να διαβαστούν.

Μας μένει λοιπόν για τις προελληνικές λέξεις της Ελληνικής μόνο το αρνητικό τεκμήριο, που δεν είναι ολότελα χωρίς αξία, κοντά σ’αυτό όμως και μερικά άλλα βοηθητικά τεκμήρια που μας τα δίνει η λογική προπάντων, αλλά και η Γεωγραφία και η Ίστορία.
Ας δούμε μερικά :

Να είναι άραγε εντελώς τυχαίο το ότι οι λέξεις της αρχαίας Έλληνικής, που δεν είναι ινδοευρωπαικές, εκφράζουν πράγματα και έννοιες που ασφαλώς δεν ήταν γνωστά στην κοιτίδα των Ίνδοευρωπαίων, και που πρέπει άρα οι Έλληνες να τα γνώρισαν για πρώτη φορά εδώ στην Ελλάδα ;

Όλα τα φυτά που δε φυτρώνουν μόνα τους βορειότερα από την Ελλάδα, δεν έχουν στην ελληνική γλώσσα ονόματαινδοευρωπαικά.

Λογική συνέπεια επιβάλλει να δεχτούμε ότι τα πρωτοείδαν οι Έλληνες εδώ και ρώτησαν τους Προέλληνες πως λέγονται αυτά τα φυτά.
Οι Προέλληνες τους είπαν το όνομα που είχαν στη δική τους γλώσσα, και οι Έλληνες μαζί με το νέο πράγμα πήραν στη γλώσσα τους και τη νέα λέξη.

Όλα τα ονόματα των ψαριών, πουλιών και άλλων ζώων, που δεν είναι Ινδοευρωπαικά, είναι εκείνα που ζούν μόνο γύρω στη Μεσόγειο και στη νότια Ευρώπη.

Πολύ φυσικό λοιπόν ήταν να μην έχουν οι Έλληνες, όταν ήρθαν εδώ, λέξεις για τέτοια ψάρια, πουλιά και άλλα ζώα, και γνωρίζοντας τα για πρώτη φορά εδώ. να τα μάθουν με τα ονόματα που τους είχαν δώσει οι Προέλληνες.
Γιατί θα ήταν αλήθεια αλλόκοτη η σκέψη ότι ούτε δικό τους ελληνικό όνο μα είχαν να δώσουν στα ζώα αυτά, ούτε το προελληνικό όνο μα καταδέχτηκαν να πάρουν, αλλά περίμεναν να περάσουν αιώνες, για να γνωρίσουν τους αρχαίους Αιγυπτίους η τους Φοίνικες και να τους ρωτήσουν πως θα ονομάσουν τα ζώα αυτά.

Λέξεις της αρχαίας Ελληνικής που εκφράζουν αντικείμενα και έννοιες κάπως προχωρημένου για την εποχή εκείνη πολιτισμού δεν είναι ινδοευρωπαικές. Λίγες από αυτές είναι φοινικικές22 η αιγυπτιακές23, και μπήκαν στην Ελληνική όταν άρχισε η εμπορική επικοινωνία με τους Φοίνικες και τους Αίγυπτίους.

Οι άλλες όμως από που προέρχονται; Λογικό είναι να δεχτούμε κι εδώ ότι μας ήρθαν από τη γλώσσα των Προελλήνων, άφού τα αρχαιολογικά ευρήματα πιστοποιούν ότι ο πολιτισμός των τελευταίων ήταν πολύ πιο εξελιγμένος από τον ελληνικό. Μπορεί να είναι τάχα ολότελα τυχαίο το ότι οι Έλληνες, λαός που διακρίθηκε πάντοτε για το υπερβολικά ανεπτυγμένο αίσθημα της μορφής, ποτέ όμως για το μουσικό του αίσθημα, είχε μουσικούς όρους που δεν είναι Ινδοευρωπαικοί;

Οι αρχαίοι Έλληνες έθαύμαζαν τους καρικούς ύμνους και τα λυδικά μέλη, δηλ. μουσική προελληνική. Δεν είναι λοιπόν διόλου παράξενο οι μουσικοί δροι της αρχαίας Ελληνικής να είναι προελληνικοί.

Τα τοπωνύμια της αρχαίας Ελλάδας, δηλ. τα ονόματα πόλεων, νησιών, βουνών, ποταμών κλπ., είναι κατά τα 9/10 ανεξήγητα με τη βοήθεια του ελληνικού λεξιλογίου 24.

Δεν έχουν δηλ. καμμιά σημασία στην ελληνική γλώσσα. Πολλά μάλιστα από αυτά είναι τα παλαιότερα, και ακριβώς εκείνα που οι αρχαίοι Έλληνες τα χαρακτήριζαν πελασγικά. Τι το λογικώτερο λοιπόν από το να δεχτούμε ότι τα τοπωνύμια αυτά τα βρήκαν οι Έλληνες έτοιμα στη γλώσσα των Προελλήνων και δεν αισθάνθηκαν καμμιάν ανάγκη να τα αλλάξουν.
Η διατήρηση των τοπωνυμίων του προκάτοχου λαού από τον κατακτητή είναι φαινόμενο γενικό στις εθνολογικές μεταβολές όλων των λαών.
Καί οι Ιταλοί λ. χ. διατήρησαν τα προιταλικά, τα ετρουσκικά τοπωνύμια της χώρας τους, και οι Τούρκοι τα ελληνικά τοπωνύμια της Μ. Ασίας, με μικρές γραμματικές προσαρμογές των στη γλώσσα τους:
Το εις την Πόλη το έκαναν Istanbul, το εις Άμισόν, Samsun, το εις την Κω, Istanköy, το Σμύρνη, Izmir, το Άδριανού(πολις), Edirne, το Ίκόνιον, Konia, το Προϋσα, Bursa, το Σεβάστεια, Sivas, το “Αγκυρα, Ankara, το Τραπεζοϋς, Trabzon, το Κεράσους, Giresun κ.ο.κ. Έτσι γίνεται πάντοτε.
Τι το παράξενο λοιπόν αν και οι αρχαίοι Έλληνες έκαναν τα ίδιο για τα προελληνικά τοπωνύμια ;

Η προελληνική προέλευση των τοπωνυμίων αυτών γίνεται φυσικά βεβαιότερη, όταν βρίσκουμε τα ίδια τοπωνυμία και στην προελληνική ενδότερη Μ. ‘Ασία σε εποχή που δεν είχαν ακόμα έγκατασταθή εκεί Έλληνες.
Λάρισα εδώ, Λάρισα και έκεί.
Πήδααος εδώ, Πήδααος και εκεί.
Παρνασσός έδώ, Παρνασσός και έκεί.
Πίνδος εδώ, Πίνδασος και έκεί.
Μυκαλλησός εδώ, Μυκαλησαός, Μυκάλη και έκεί.
Δέκα Όλυμποι έδώ, άλλοι τόσοι Όλυμποι και έκεί.

Το ίδιο συμβαίνει, όταν συναντούμε και στην Ελλάδα και στην προελληνική Μ. ‘Ασία τοπωνύμια έτυμολογικώς ανεξήγητα και με μορφολογία όχι ελληνική, σε -σσος, -σσα, -νθος, -ρνα, -μνα, όπως Παρνασσός, Κνωσσος έδώ, Αλικαρνασσός, Τελμησσός έκεί, Λάρια(σ)α έδώ, Μύλασσα, Βάργαοαα έκεί, Κόρινθος, Τίρυνς νϋος, Ζάκυνϋος έδώ, Λαυρανδός, Λνκανδός, Σοανδός έκεί, “Αρνα, Άλάσαρνα, Φαλάσαρνα έδώ, “Υπαρνα, “Αβαρνος, Άιάρνη, Πασάρνη στη Μ. ‘Ασία, Ρεθυμνα στην Κρήτη, Μηθυμνα, Κάλυμνα στα νησιά της Μ. ‘Ασίας.

Ούτε βέβαια είναι χωρίς σημασία για την προέλευση τέτοιων τοπωνυμίων η παρατήρηση ότι τις καταλήξεις τους -σ(σ)ος και -νθος τις συναντούμε και σε προσηγορικές λέξεις σίγουρα προελληνικές,
όπως κυπάρισσος, νάρκισσος, άσάμινθος, αψινθος, ερέβινθος, λέβινθος, όλυνθος, ύάκινθος.

Μυκηναίοι, οι πρώτοι Έλληνες στην Ιταλία

Θετικό τεκμήριο για την προελληνική καταγωγή ελληνικών λέξεων έχουμε όταν λέξεις της αρχαίας Ελληνικής, που δεν εξηγούνται ως Ινδοευρωπαικές, τις συναντούμε και στη γλώσσα των προινδοευρωπαικών κατοίκων της ιταλικής χερσονήσου, δηλ. των Έτρούσκων, που ήταν γλωσσικά συγγενείς των Προελλήνων25.

Της Ετρουσκικής έχουμε περίπου 7.000 επιγραφές και ένα βιβλίο, γραμμένα σε μια παραλλαγή του ελληνικού αλφαβήτου, δηλ. υλικό όχι μόνο ποσοτικά ασύγκριτα πλουσιώτερο από το προελληνικό, αλλά και ευκολοδιάβαστο, ώστε να είναι ικανό να μας βοηθήση στη μελέτη της Προελληνικής26.

Έτσι λ.χ. για το ελληνικό πρύτανις βρίσκουμε αντίστοιχο ετρουσκικό epuruni, για το τύραννος, το έτρουσκ. turan, για το όπυίω -(νυμφεύομαι), το έτρουσκ. puia (=γυναίκα), για το ίερός (‘ιαρός (Ισαρός), το έτρουσκ. aiseras, για το Τυνδαρίδαι (=οι γιοι του Τυνδάρεω), οι Διόσκουροι, τα ετρουσκικά Tina (=Ζεύς) και tur (=γιός), για το τρυτάνη (=ζυγαριά), το έτρουσκ. trutnut κ.ο.κ.
Επίσης η μαρτυρία των αρχαίων ότι το παλιό προελληνικό όνο μα της αττικής Τετράπολης ήταν Ύττηνία, δηλ. με την αρχαία προφορά Huttenia, βρίσκει θαυμάσια εξήγηση στο γεγονός ότι ο αριθμός τέσσερα στην Ετρουσκική λεγόταν huθ.

Αυτή είναι με λίγα λόγια η μέθοδο, με την οποία οι γλωσσολόγοι, άλλοτε με πιθανότητα και άλλοτε με βεβαιότητα, χωρίζουν τις αρχαίες ελληνικές λέξεις σε γνήσιες ελληνικές και σε προελληνικές.

Είναι η ίδια μέθοδο, με την οποία καθορίζουν και των άλλων αδελφών της Ελληνικής γλωσσών τα προινδοευρωπαικά στοιχεία, δηλ. τα προινδικά της Ινδικής, τα προιταλικά της Ιταλικής κ.ο.κ.
Με την εφαρμογή της μεθόδου αυτής έχουμε πιά σήμερα ξεκαθαρισμένο ενα σημαντικό ποσόν αρχαίων ελληνικών λέξεων με προελληνική προέλευση. Η επισκόπηση τους είναι από πολλές απόψεις ενδιαφέρουσα και σ’ ενα ευρύτερο κοινό μη είδικών, γιατί

1) μας διδάσκει την ιστορική προέλευση σημαντικού μέρους του αρχαίου ελληνικού λεξιλογίου,
2) μας δίνει μιάν, αμυδρή έστω, Ιδέα της άρθρωτικής και ηχητικής μορφής που είχε η γλώσσα των Προελλήνων,
3) μας δείχνει σε πόσες και ποιες εννοιες και πράγματα οι Προέλληνες υπήρξαν διδάσκαλοι των Ελλήνων, και
4) διδάσκει σ’ εκείνους που αισθάνονται δέος και αποστροφή μπροστά στις ξένες λέξεις της νέας Ελληνικής, ότι χρωστούν κάποια κατανόηση προς τις ιστορικές τύχες της γλώσσας μας, βλέποντας σε πόσο μεγάλο βαθμό η ξένη λέξη είναι η μοίρα της γλώσσας κάίτε ιστορικού λαού, το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της πολιτιστικής επικοινωνίας και της διασταύρωσης των πολιτισμων επάνω στη γη.

Θά παρουσιάσω λοιπόν εδώ μιά επιλογή από προελληνικές λέξεις τής αρχαίας Ελληνικής, παρμένες από διάφορες περιοχές τής ζιοής, πού δίνουν μιά γενική εντύπωση γιά τό κεφάλαιο αυτό τής γλωσσικής μας ιστορίας:

Α’. ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ

Σέ -νθος : Άμάρυνθος, ‘ Αράκυνθος, Άψινθος, Έρύμανιυος, Ζάκυνθος, Ζύρινθος, Κήρινθος, Κόρινθος, Κόσκινθος, Λαβύρινθος, Αέβινθος, Προβάλινθος, Πύρανθος, Σάμινθος, Σύρινθος, Τίρυνς γεν. Τίρυνθος.

Σέ -σ(σ)ός, ττός καί ο(ο)α : Αμνισός, Διρφωσσός, Ιλια(σ)ός, Κηφισ(σ)ός, Κνωασός, Μνκάλησσός, Παρνασσός, Πραιαός, Τερμησσός,—Άρδηττός, Βριληττός, Γαργηττός, Λυκαβηττός, Συκαληττός, Σφηττός,—Λάρισ(σ)α, Μάρπησσα.

Σέ -μνος καί -μνα: Κάλυμνος, Ρέθυμνος, Σέδαμνος, Λάρυμνα, Μήθυμνα.

Μέ συμφωνικό σύμπλεγμα ρν: ‘Αλάσαρνα, “Αρνα, Φαλάσαρνα, Πάρνης, Πόρνων, Παρνασσός.

Σέ ·άνα: Αθάνα, Μυκάναι, Πιράνα
.
Διάφορα: Γαϋδος, Θάσος, Θήρα, Ίμβρος, Κάρπαθος, Κρήτη,Κως, Λέρος, Λέσβος, Λήμνος, Μήλος, Νάξος, Οίτη, Όλυμπος, Πάρος, Σά­μος, Σκιάθος, Σκϋρος, Σύμη, Τένεδος, Τήνος, Χίος.

Β’. ΟΝΟΜΑΤΑ ΦΥΤΩΝ

“Αψινθος, ερέβινθος, καλάμινθος, κολοκννθη, μίνθη, δλυνθος, τερέβινθος, τέρμινβος, υάκινθος, άκαλήφη, αμυγδαλή, ανηθον, αρακος, άσφόδελος, άφάκη, βράβυλα, δάφνη, ελαία, ϋύμβρα, ϋύμος, κάκτος, κάππαρις, κέγχοος, κέδρος, κέρασος, κινάρα, κρΐ καί κριθή, κύμινον, κυπάρισσος, λείοιον, μαλάχη, νάρκισσος, όνωνις, όρίγανον, οροβος, ορυζα, παλίουρος, πίσος, ραφανίς, ρόδον, ροιά, σέλινον, σήσαμον, σίδη (= ιτιά), σικυός (= αγγούρι), σίναπι, σίρφη, σίτος, σόγχος, συκέα, σφένδαμνος, σφόγγος, φακή.

Γ’. ΟΝΟΜΑΤΑ ΖΩΩΝ ΚΑΙ ΨΑΡΙΩΝ

Άθερίνη, βόλινθος (= άγριο βόδι), γαλεός, έλεδώνη, θρίσσα, ιξαλος, κολεός, κωβίος, λάρος, μεμβράς, νεβρός (= νεογνό λαφιού), δρφώς, πέρκη, πηλαμύς, σάλπη, σαργός, σίαλος (= χοΐρος), σισερΐνος, σκάρος, σκολόπενδρα, σκόμβρος, σμαρίς, σμνραινα, σπάρος, αυναγρίς, σφήξ, τευθίς, τρίγλη, φάγρος, χάννη.

Δ’. ΟΝΟΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΦΥΣΗ

Θάλασσα, ζέφυρος.

Ε’. ΟΝΟΜΑΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΕΝΝΟΙΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Άβυρτάκη (= είδος σάλτσας),άναξ, άρβύλη, άσάμινθος (= λουτήρας), ασπίς, βάρβιτος, βασιλεύς, βαϋνος (= καμίνι σιδερά), βίκος, βραβευς (— δικαστής αγώνος), βραττίμης (= είδος ψωμιού), βύσαος, γεΐσον, δέπας, διθύραμβος, δούλος, ειρήνη, θάλαμος, θεός, θίασος, θριγγός, ίαμβος, καθαρός, κάλως, κασσίτερος, κιθάρα, κίνδυνος, λαός, λέβης, λήκυθος, μέγαρον, μήρινθος, ξίφος, πεσσός, πλίνθος, σάλπιγξ, σαμβύκη, αάνδαλον, σίδηρος, σίκιννις (= χορός Σατύρων), σισύρα, σωλήν, φίλος, χαλκός, χρυσός28.

Τ’. ΟΝΟΜΑΤΑ ΘΕΩΝ

‘Αθήνα, Απόλλων, Άρτεμις, Αφροδίτη, Έρμης, Ήφαιστος.

Ζ’. ΟΝΟΜΑΤΑ ΗΜΙΘΕΩΝ

Γίγας, Ηρακλής, Πήγασος.

Σαφέστερη όμως εντύπωση γιά τήν εξωτερική μορφή τής προελληνικής γλώσσας μπορεί νά μάς δώση ή ανάγνωση προελληνικών επιγραφών, γραμμέ­νων από υπολείμματα Προελλήνων σέ ιστορικούς χρόνους, όταν πιά είχαν πάρει κι αυτοί από τούς Έλληνες τό ελληνικό (φοινικικό) αλφάβητο, καί έτσι οί επιγραφές τους διαβάζονται σήμερα μέ τήν ίδια ευκολία πού διαβάζονται καί οί αρχαίες ελληνικές, έστω κι αν ώς προς τό περιεχόμενο τους είναι ακα­τανόητες. Θά παραθέσω λοιπόν καί μερικές φράσεις από τήν προελληνική επιγραφή τής Λήμνου, καί κατόπι μερικές φράσεις από επιγραφές τών Έτρούσκων τής Ιταλίας, γιά νά προσέξετε δυό πράγματα:

1) Ότι δεν έχουν τίποτε τό ελληνικό, ούτε θυμίζουν καμμιάν άλλη ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, είτε στις λέξεις εϊτε στήν άρθρωση, και

2) Πόσο μοιάζουν ηχητικά αναμε­ταξύ τους ή Προελληνική μέ τήν Ετρουσκική. Πλούσιες καί οί δυό σέ μα­λακά, εξακολουθητικά σύμφωνα καί φτωχές σέ τραχιά καί στιγμικά. Καί στις δυό απουσιάζουν τά σύμφωνα b, g, d.
Είναι καί οί δυό γλώσσες μέ άπαλότητα, θάλεγε κανείς, γυναικεία.

Κάπου κάπου παρουσιάζουν κοινές ή όμοιες λέξεις, π.χ. προελλ. aFιζ—έτρουσκ. avils, προελλ. σιαλχFιζ — έτρουσκ. sialxus, κ. ά.

Α’. από τήν επιγραφή τής Λήμνου, τού 6ου π.Χ. αιώνα.

Ή σω­στή ανάγνωση της διευκολύνεται από τό ότι οί λέξεις στήν επιγραφή χωρί­ζονται ή μιά από τήν άλλη.
Ο τονισμός τους μάς είναι άγνωστος.

Ή επιγραφή αρχίζει έτσι:

ΗΟΛΑΙΕΖ ΝΑΦΟΘ ZIAZI ZIFAI EFIΣΘO ΖΕΡΟΝΑΙΘ ΣIAΛXFEIZ AVIZ ΜΑΡΑΖ MAFANAΣΙΑΛ ΖΕΡΟΝΑΙ ΜΟΡΙΝΑΙΛ ΑΚΕΡ TAFAPZIO
καί τελειώνει έτσι: AFIZ ΣΙAXFIZ ΜΑΡΑΖΜ AFIZ ΑΟΜΑΙ.

Β’. από ετρουσκικές επιτύμβιες επιγραφές. (To Χ είναι ελλην. χ):

LARΘ XURXLES ARNΘAL XURXLES ΘANXVΙLUSC CRACIAL CLAN AVILS CIEMZARΘMS LUPU.

Αλλη : TUTES SEΘRE LARΘAL CLAM PUMPLIALX VELAS ZILACHNUNCE ZILC XI PURTSVAVC XI LUPU AVILS MAXS GAΘRUMS.

Άλλά ας γυρίσουμε στους Έλληνες.

Η ζωή τους μετά την εγκατάσταση τους στην Ελλάδα, μπαίνει απότομα σε μια εντελώς νέα φάση :
Νέα χώρα, με οργιαστική εναλλαγή βουνών και θαλασσών, τόσο διαφορετική από τους ενωμένους με τον ορίζοντα κάμπους της Ευρώπης, διαφορετικό, ήπιο κλίμα, άγνωστα φυτά και ζώα, καινούργιες μορφές κατοικίας με άγνωστες ως τώρα ανέσεις, αλλιώτικοι τρόποι ζωής και εργασίας με κυρίαρχη θέση της ναυτιλίας, περίεργα ήθη και έθιμα με δεσπόζουσα θέση της γυναίκας μέσα στο σπίτι, νέο καυτερό μεσογειακό αίμα μέσα στις φλέβες τους από τη φυλετική διασταύρωση με τους Ιθαγενείς, νέο λεξιλόγιο για τόσα νέα πράγματα και έννοιες άγνωστες ως τώρα, παράξενα και ακατάληπτα ονόματα τόπων σε κάθε τους βήμα.
Καί επειδή για μας σήμερα καθρέφτης τής βαθειάς αυτής αλλαγής των πραγμάτων είναι κυρίως η γλώσσα, δεν είναι ίσως υπερβολή αυτό που λέει

Ο Γάλλος γλωσσολόγος Α. Meillet, ότι περνώντας κάνεις από την Ινδοευρωπαική στην ελληνική γλώσσα του φαίνεται πως μπαίνει σ’ ενα καινούργιον κόσμο 30.

Έκτος από τις ξένες προελληνικές λέξεις που δέχτηκε με τον τρόπο αυτόν η ελληνική γλώσσα, παρουσιάστηκε ανάγκη και από τις καθαρά ελληνικές να αχρηστευθούν μερικές, γιατί δεν εύρισκαν σημασιολογικό αντίκρυσμα, και άλλες να αναπροσαρμοστούν σημασιολογικά και να πάρουν νέα σημασία.

Θα περιοριστώ σε λίγα παραδείγματα :

Η Ινδοευρωπαική λέξη φρατήρ για τον ομοπάτριο αδελφό δεν ήταν πιά ικανοποιητική στη νέα οικογενειακή ιεραρχία, όπου, από επίδραση της μητριαρχίας των Προελλήνων, ο ίεριότερος αδελφικός δεσμός ήταν εκείνος που υπήρχε ανάμεσα στους ομομήτριους και όχι στους όμοπάτριους.

Βρέθηκαν λοιπόν σε ανάγκη να πλάσουν νέα ελληνική λέξη από το αθροιστικό α και το δελφύς = μήτρα, δηλ. το α δελφός. Άλλο παράδειγμα : Πόντος έσήμαινε αρχικά στην ελλ. γλώσσα «πέρασμα» και «δρόμος», σημασία που τη διατήρησαν το αντίστοιχο ινδ panthas, το λατιν. ponspontis, το σλαβ.ροηί κ.α.

Έπειδή στην Ελλάδα το συχνότερο πέρασμα και o πιο ίσιος δρόμος ήταν η θάλασσα, το πόντος πήρε τη σημασία «θάλασσα».

Το μέθυ ήταν ένα ποτό από μέλι και νερό, σημασία που διατήρησαν το αντίστοιχο ινδ. madhu και το σλαβ. med.
Όταν οι Έλληνες γνώρισαν εδώ ένα άλλο άφθονώτερο και καλύτερο γλυκό ποτό, το κρασί, το ονόμασαν κι αυτόμέθυ, και επειδή, αντίθετα με το παλιό, το νέο μέθυ ζάλιζε, έπλασαν και ρήμα μεθύσκομαι.

Αυτές, σε γενικές γραμμές, ήταν ως πριν από λίγα χρόνια οι γνώσεις μας για τους Προέλληνες και για τις σχέσεις των Ελλήνων μαζί τους. Ήταν μια επιστημονική πίστη δεκαετηρίδων, που είχε για ευαγγέλιο της το περίφημο βιβλίο του Ρ. Kretschmer, Εισαγωγή στην Ιστορία της ελληνικής γλωσσας31.

Ξαφνικά όμως στο πρόβλημα των Προελλήνων δημιουργήθηκε μια αναστάτωση, η όποία, από μια φάση που θα την ονόμαζε κανείς επική, το έριξε σε μια φάση δραματική.

Η Αρχαιολογία, της όποίας τα πορίσματα είναι πολύτιμα για όλες τις ιστορικές επιστήμες, έκανε μια πολύ ενδιαφέρουσα διαπίστωση, που η Γλωσσολογία δεν μπορούσε να την άγνοήση.
Με συστηματικές ανασκαφές πιστοποίησε ότι στην Ελλάδα υπάρχουν κάτω από το πρώτο ελληνικό πολιτιστικό στρώμα, το μυκηναικό, όχι ενα, αλλά δυό αλλεπάλληλα προελληνικά στρώματα πολιτισμού, σαφώς διαφορετικά αναμεταξύ τους από άποψη τεχνοτροπίας στη διακόσμηση των αγγείων, καθώς και ως προς την ανθρωπολογική μορφή των σκελετών των άνθρώπων:

Το ενα, το πιο βαθύ στο έδαφος, και πιο παλιό άρα, εκτείνεται μόνο στην Ελλάδα και στη Μ. Ασία, και έχει ανατολική, μικρασιατική προέλευση.
Το ονόμασαν Α ν α τ ο λ ι κ ό (Anatolisch).

Το άλλο, που απλώνεται επάνω στο προηγούμενο, είναι άρα νεώτερο απ’ αυτό, καλύπτει την Ελλάδα, ολόκληρη τη Βαλκανική και τη λεκάνη του Δούναβη ως την Ουγγαρία, περνά και στη Ν. Ιταλία, απουσιάζει όμως από τη Μ. ‘Ασία, και έχει προέλευση μεσευρωπαική.
Η τεχνοτροπία των αγγείων του είναι η λεγόμενη Bandkeramik.

Το στρώμα αυτό το ονόμασαν Δουναβικό (Donauländisch).

Το πρώτο ελληνικό πολιτιστικό στρώμα, το μυκηναικό, σκεπάζει, όπως είπαμε, και τα δυό αυτά πολιτιστικά στρώματα,
οι Έλληνες άρα είχαν ως προκατόχους στην Ελλάδα δυό διαφορετικούς λαούς.

Τί συμβαίνει λοιπόν;
Ποιος από τούς δυό αυτούς προελληνικούς λαούς και πολιτισμούς είναι ο πραγματικός προελληνικός, πού έδωσε δηλ. στούς Έλληνες τό αίμα του και τά πολιτιστικά και γλωσσικά στοιχεία πού είδαμε; ο μικρασιατικός ή ο μεσευρωπαϊκός, ή και οί δυό, ο ένας μέσα στον άλλο;

Τό πρόβλημα πού γεννήθηκε έτσι ήταν αχώριστα δεμένο μέ τό ζήτημα τής καταγωγής καί τού χαρακτήρα τής προελληνικής γλώσσας.

Ο Ρ. Kretschmer, που ήταν πάντοτε η μεγαλύτερη αυθεντία στα προελληνικά ζητήματα, έσκυψε πάλι επάνω στο νέο πρόβλημα, και από τα 1925 έγραψε διάφορες πραγματείες 32, που τα πορίσματα τους τα συνόψισε στα 1939 σε μια μεγάλη εργασία με τον τίτλο : «Τα προελληνικά γλωσσικά και εθνολογικά στρώματα» 33.

Μίνωες στην Θήρα.

Στην πραγματεία του αυτή προσπάθησε να συμβιβάση τα πορίσματα της Αρχαιολογίας με τα δεδομένα της Γλωσσολογίας, και δέχεται ότι στην Ελλάδα συναντήθηκαν δυό προελληνικές εθνότητες:

1) Μιά παλαιότατη μεσογειακή, με ορμητήριο την Μ. ‘Ασία, που τελευταίο απομεινάρι της ήταν οι Κάρες και οι Λέλεγες των μικρασιατικών παραλίων και των νησιών μας, και

2) μια νεώτερη εθνότητα ευρωπαική, όχι όμως της ινδοευρωπαικής γλωσσικής οικογένειας, με κάποια ίσως μακρινή συγγένεια προς ούς Ίνδοευρωπαίους, ανάλογη με τη μακρινή συγγένεια που έχουν η σημιτική γλωσσική οικογένεια με τη χαμιτική.

Ως πιθανώτερος χρονος της καθόδου της στην Ελλάδα ορίζεται o 25ος αιώνας π. Χ., δηλ. 500 περίπου χρόνια πριν κατεβούν οι Έλληνες.

Αυτοί είναι οι Π ε λ α σ γ ο τ υ ρ ρ η ν ο ι, οι άμεσοι, οι πραγματικοί Προέλληνες.

‘Απ’ αυτούς προέρχεται και η προελληνική γλωσσική κληρονομιά που είδαμε, συνδυασμένη με στοιχεία του προκατόχου ανατολικού γλωσσικού στρώματος.

Αύτοι διατήρησαν και μετέδωσαν στους Έλληνες και τα παλαιότατα τοπωνύμια που είχε αφήσει το προηγούμενο εθνολογικό στρώμα, προσθέτοντας και μερικά δικά τους.

Αυτοί κατόπι από την Ελλάδα πέρασαν και στην Ιταλία και σχημάτισαν τους Προιταλούς, δηλ. τους Έτρούσκους.

Έδώ σταμάτησε ο Ρ. Kretschmer, θεωρώντας οποιαδήποτε άλλη διαπίστωση ως πρόωρη, πριν βρεθή το κλειδί της προελληνικής γραφής και διαβαστούν οι προελληνικές επιγραφές, που θα λύσουν ασφαλώς και οριστικά το πρόβλημα.

Άλλά αμέσως αναπήδησαν οι ανυπόμονοι και οι τολμηροί, οι τυχοδιώκτες της επιστήμης. Γιατί τι άλλο παρά τυχοδιωκτισμός είναι στην επιστήμη, όταν Λεν φροντίζη η έρευνα να προχωρή πατώντας σε στερεό έδαφος, αλλά βαδίζει στον αέρα ;

Ο Βούλγαρος γλωσσολόγος Vladimir Georgief, μαθητής του Kretschmer και καθηγητής της γλωσσολογίας στο ΙΙανεπιστήμιο της Σόφιας, στηρίχτηκε αμέσως στη διαπίστευση του δασκάλου του, ότι οι άμεσοι Προέλληνες είναι ευρωπαικής καταγωγής, και πρόσθεσε:
Όχι μόνον ευρωπαικής καταγωγής, αλλά και ινδοευρωπαικής γλώσσας είναι οι Προέλληνες, και μαλιστα, τίποτα λιγότερο, Θρακοιλλυριοί.
Είναι γνωστό πως οι Βούλγαροι θεωρούν τον εαυτό τους ως τους καθαυτό φορείς του θρακοιλλυρικού αίματος στη Βαλκανική, επειδή η σλαβοβουλγαρική τους εθνότητα απλώθηκε επάνω σε υπόστρωμα θρακοιλλυρικό.
Τον εξελληνισμό των Θρακών και τον αρχαίο αποικιακό Ελληνισμό της Θράκης δεν τον αναγνωρίζουν.
Το ίδιο λοιπον θρακοιλλυρικό πρόσχημα, με το οποίο αγωνίστηκαν να ιδιοποιηθούν εθνολογικά τους αρχαίους Μακεδόνες, χωρίς να το επιτύχουν, γιατί αποδείχτηκε ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες ήταν γλωσσικά και εθνολογικά άσχετοι με τους Θρακοιλλυριούς, όσο κι αν συναντήθηκαν εδαφικά με αυτούς, το στρεφουν τώρα στα νώτα της ελληνικής ιστορίας, προσπαθώντας να παραστήσουν την παρουσία της ελληνικής φυλής σιή Ν. Βαλκανική ως μια παρένθεση μέσα σε μια θρακοιλλυρική αιωνιότητα, που αρχίζει πολύ πριν έρθουν εδώ οι Έλληνες και συνεχίζεται από τους έκσλαβισμένους σημερινούς Θρακοιλλυριούς.

«Άπό πανάρχαια εποχή, γράφει ο V. Georgief, κατοικούσαν οι Θρακοιλλυριοί στήν περιοχή του Αιγαίου. ‘Εδώ δημιούργησαν εναν υπέροχο πολιτισμό, που κορυφώθηκε στην Κρήτη, στις Μυκήνες και στην Τροία, ώσπου, λαοί βάρβαροι (οι Έλληνες) επέδραμαν από το βορρά και τους υπέταξαν» 34.

Όποιος ξέρει πόσο οι Βούλγαροι κατατρέχονται από το σύμπλεγμα της εθνολογικής κατωτερότητας και πόσο η λεηλασία της ξένης Ιστορίας στάθηκε κανόνας στη σκέψη και στη δράση τους, δε θα έκπλαγή για τη νέα επιβουλή.

Ασφαλώς όμως θα έκπλαγή και θα χάση την ψυχραιμία του, όταν προχώρηση στους παρακάτω ισχυρισμούς του V. Georgief:

Επειδή η ιστορική κύκλωση του Ελληνισμού από τους Θρακοιλλυριούς με τον ταυτισμό Προελλήνων και Θρακοιλλυριών άφηνε πολύ μακρόχρονη ιστορική παρουσία στους Έλληνες από τον 20° αιώνα π. Χ. ως τον 20° μ. Χ., δηλ. 4.000 χρόνια, η λαβίδα της ιστορίας έπρεπε να μας συστείλη περισσότερο.

Ο V. Georgief δημοσίεψε στα 1937 στη Σόφια μια εργασία σε γερμανική γλώσσα με τον τίτλο : Όι φορείς του κρητο μυκηναικού πολιτισμού, η προέλευση τους και η γλώσσα τους» 35.

Στην εργασία του αυτή προσπαθεί να υποστήριξη ότι όχι μόνον οι Προέλληνες είναι Θρακοιλλυριοί, αλλά και όλες οι παλαιότερες στην Ελλάδα ελληνικές φυλές εκτός από τους Δωριείς.
Μονάχα οι Δωριείς ήταν Έλληνες.

Η πρώτη και μόνη ελληνική κάθοδος είναι η δωρική.
Οι παλαιότερες ελληνικές φυλές, Ίωνες και Αχαιοί, ήταν Θρακοιλλυριοί.
Όχι λοιπόν από τον 20° αιώνα π. Χ., παρά μόλις από τον 12° αρχίζει η παρουσία των Ελλήνων στη νότια Βαλκανική.
Στην Τροία Θρακοιλλυριοί πολιορκούσαν Θρακοιλλυριούς. Καί το καταπληκτικώτερο: «Σε πρωτοιλλυρική γλώσσα ποιήθηκαν αρχικά και τα ομηρικά έπη » 36.
Το ότι τα γνώρισε ο κόσμος μόνο σε ελληνική γλώσσα δε σημαίνει τίποτε.
Είναι μετάφραση που έκαναν οι Έλληνες από τα Ιλλυρικά πρωτότυπα, για να υμνούν κι αυτοί τα κλέη των προκατόχων τους.

Φυσικά, για να είναι συνεπής o V. Georgief, έπρεπε τους Έτρούσκους της Ιταλίας, ως γλωσσικά συγγενείς των Προελλήνων, να τους βγάλη κι αυτούς Θρακοιλλυριούς.

Καί το έκανε αδίσταχτα σε τρεις αλλεπάλληλες πραγματείες του37, δημοσιευμένες γερμανικά στη Σόφια στα 1938, 1941 και 1943. Τα επιχειρήματα του, γράφει o Ρ. Kretschmer38, είναι κατά μέγα μέρος τόσο αυθαίρετα και στερημένα από αποδεικτική δύναμη, δσο και τα σχετικά με τους Προέλληνες.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ανάμεσα στους γλωσσολόγους δλου του κο σμου μόνο τρεις βρέθηκαν να συμφωνήσουν με τις γνώμες του V. Georgief για τους Προέλληνες.

Ο ένας είναι ο Βούλγαρος D. Detschef, o άλλος είναι o Γιουγκοσλάβος Μ. Budimir (Arcades ambo!), και τρίτος o Αυστριακός W. Brandenstein, ο ίδιος ακριβώς που με αχαλίνωτη φαντασία και τόλμη είχε υποστηρίξει στα 1937, σ’ένα τουρκικό περιοδικό39, πως οι Προέλληνες και οι Έτρούσκοι ήταν Τούρκοι, και είχαν έρθει και τότε στη Μεσόγειο, όπως και οι νεώτεροι Τούρκοι ξανά στο μεσαίωνα, από την Κεντρική Ασία.

Στην επιστήμη όμως δεν έχουν καμμία σημασία οι καλές η κακές, οι ιδιοτελείς η ανιδιοτελείς προθέσεις.
Η αλήθεια είναι κι αύτη, όπως η τύχη, τυφλή, και αδιαφορεί σε ποιόν είναι βλαβερή και σε ποιόν ωφέλιμη. Ας ερθουμε λοιπόν στην ουσία.
Τα ανυπέρβλητα εμπόδια, που δεν επιτρέπουν να γίνη δεκτή η θεωρία του V. Georgief, ότι οι Προέλληνες είναι Θρακοιλλυριοί, είναι:
1) Ότι τίποτε απολύτως από τα γλωσσικά κατάλοιπα των Προελλήνων που είδαμε παραπάνω δεν μπορεί να άποδειχτή ως θρακοιλλυρικό. Οι προελληνικές επιγραφες, όσες διαβάστηκαν, δεν παρουσιάζουν ούτε μια λέξη που να βρέθηκε σε καμμιά θρακοιλλυρική επιγραφή.
Γιά να εξουδετέρωση το βασικό αυτό εμπόδιο o V. Georgief τι κάνει; Τις αποκηρύσσει απλούστατα.

Σε μια προσφατη εργασία του 40 ισχυρίζεται, χωρίς κανένα επιχείρημα, ότι οι επιγραφές αυτές δεν γράφτηκαν από τους Προέλληνες, αλλά μεταφέρθηκαν κάποτε στην Έλλάδα από τόπο άγνωστο μιάς περιοχής μη ινδοευρωπαικής, η, λέει, γραφτηκαν από ανθρώπους άγνωστους, μη Ίνδοευρωπαίους, που από άγνωστο

μέρος μετανάστευσαν στην αρχαία Ελλάδα σε άγνωστη εποχή, και από άγνοιστα αιτια, και για τους οποίους κανένας αρχαίος συγγραφέας δεν κάνει πουθενά λόγο. Το άγνωστο λοιπόν διά του άγνωστου. Id est ignotum per ignotius explicare, που έλεγαν οι Λατίνοι.

Οι Προέλληνες είναι Ίνδοευρωπαίοι και για ένα άλλο λόγο, λέγει o V. Georgief 41, γιατί κανένας από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς που μιλούν γι’αυτούς δεν λέει ότι δεν είναι Ίνδοευρωπαίοι.
Ως αν ήταν δυνατό οι αρχαίοι Έλληνες, που δεν ήξεραν ούτε ότι υπάρχει καν ίνδοευρο)παική γλωσσική οικογένεια, ούτε ότι οι ίδιοι άνηκαν σ’αύτή, ούτε ότι συγγενεύει η γλωσσά τους με καμμιάν άλλη γλωσσά, να διαπιστώσουν με ποιά γλώσσα συγγενεύει η γλώσσα των Προελλήνων.
To argumentum ex silentio δεν μπορούσε ποτέ να χρησιμοποιηθή με χειρότερο τρόπο.
Έπειτα πως σας φαίνεται o παράδοξος και απίστευτος ισχυρισμός του V. Georgief, ότι οι Έλληνες για να κατεβούν στην Ελλάδα διέσχισαν τους Θρακοιλλυριούς σ’ ολόκληρη τη Βαλκανική ;
Ξέρουμε ότι όλοι οι Ινδοευρωπαικοί λαοί απλώθηκαν σε εδάφη γλωσσικώς μη ινδοευρωπαικά.

Μόνο στους Έλληνες λοιπόν επιφυλάσσονταν η κακή τύχη, μόλις έκαναν να κινηθούν κατά το Νότο, να βρουν τη Βαλκανική ολόκληρη πιασμένη από τους Θρακοιλλυριούς ; αλλά έστω, ας υποθέσουμε ότι αυτό έγινε, μολονότι τίποτε δεν το στηρίζει.

Τότε όμως τι θα ήταν φυσικώτερο από το να μείνουν οι Έλληνες στη θέση τους στην Κεντρική Ευρώπη, η να υποτάξουν, αν μπορούσαν φυσικά, ενα μέρος από τους γείτονες τους Θρακοιλλυριούς, με τους όποίους ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή στους κάμπους της Μεσευρώπης;

Και τι το πιο αφύσικο και πιο παράδοξο και πιο απίθανο από του να δεχτούμε, έτσι άπλά, χωρίς κανένα απολύτως τεκμήριο, ότι μόλις εμφανίστηκαν στον ορίζοντα οι Έλληνες, o αχανής θρακοιλλυρικός κόσμος της Βαλκανικής έσκίστηκε διά μαγείας σαν Ερυθρή Θάλασσα στα δυό, για να περάση ανεμπόδιστος o ελληνικός Μωϋσής βαδίζοντας τράνσιτο προς τον άγνωστο και αδιέξοδο Νότο, και αμέσως έκλεισε πάλι πίσω από τα βήματα του ;

Τι προηγούμενα είχαν οι Έλληνες με τους νότιους, τους κάτω από τον Όλυμπο Θρακοιλλυριούς, ώστε παρατρέχοντας δλους τους άλλους, έσπευδαν να δείξουν μονάχα σ’ εκείνους την κατακτητική τους μανία;
Και κάτι ακόμα:

Αν οι Προέλληνες ήταν μια απλή προέκταση των Θρακοιλλυριών της Βαλκανικης, γιατί τάχα μόνον αύτοι ανέπτυξαν πολιτισμό, τέχνη, γραφή και ό,τι άλλο μας παρουσιάζουν τα αρχαιολογικά τους κατάλοιπα, ένώ οι βορειότεροι ομοεθνείς και ομόγλωσσοί τους Θρακοιλλυριοί τίποτε απ’ αυτά δε γνώριρισαν, ούτε στην ιδια εποχή, ούτε αργότερα ;

Πού είναι τα ανάκτορα των βασιλέων τους σαν τα μινωικά η σαν τα μυκηναικά, που οι θησαυροί τους, οι τοιχογραφίες, τα αγγεία, οι επιγραφές τους;
Ήταν ποτέ δυνατό ενας Όλυμπος να διχοτόμηση τόσο άνισα από άποψη πολιτισμού ενα μεγάλο ομογλωσσο έθνος ;
Πως μπορούμε τέτοια άσύστατα, αλλόκοτα και περίεργα πραγματα, που και πιστοποιημένα να ήταν θα προκαλούσαν κατάπληξη, να τα δεχτούμε όταν παρουσιάζονται αστήριχτα και άναπόδειχτα ; 42.

Και αν όλος αυτός ο χάρτινος πύργος περί Θρακοιλλυριών Προελλήνων συναρμολογήθηκε μόνο και μόνο για να δικαιολογηθή η φωνητική ιδιορρυθμία μερικών λέξεων της αρχαίας Ελληνικής, που, ενώ είναι ινδοευρωπαικες, παρουσιάζουν δήθεν όχι καθαρά ελληνική, αλλά θρακοιλλυρική μορφή43, γιατί να μη δεχτούμε ότι οι λέξεις αυτές μεταδόθηκαν στην Ελληνική κατά την περίοδο της μεσευρωπαικής γειτονείας Ελλήνων και Θρακοιλλυριών;

Ο «πανιλλυρισμός» αυτός, όπως τον ονομάζει ειρωνικά ο Kretschmer, είναι και ιστορικά αδύνατος, γιατί, όπως παρατηρεί ο ίδιος, καταλογίζει στους Θρακοιλλυριούς αριθμητική δύναμη και γειογραφική έκταση κολοσσιαία επάνω στη Βαλκανική, την Ιταλική Χερσόνησο και τη Μ. ‘Ασία, που σε μια τόσο αρχαία εποχή κόμμιά εθνότητα δεν μπορούσε να έχη.
Αυτά για τον ταυτισμό των Προελλήνων με τους Θρακοιλλυριούς. Γιά τον άλλο, τον αχαρακτήριστο Ισχυρισμό, ότι και οι πρώτες ελληνικές φυλές, δηλ. οι Ίωνες και οι Αχαιοί, ήταν κι αυτές θρακοιλλυρικές, και ο πρώτος μεγάλος ελληνικός πολιτισμός, ο μυκηναικός, και ο τρωικός πόλεμος, έργα Θρακοιλλυριών, τα ομηρικά έπη, δημιουργήματα θρακοιλλυρικά, που οι Έλληνες δήθεν τα μετέφρασαν και τα σφετερίστηκαν, μπορεί κανείς να καγχάση η να πη μαζί με κάποιον κριτή των ισχυρισμών του Georgief ότι η ευγένεια επιβάλλει να σιωπήσουμε (die Höflichkeit gebietet zu schweigen), η να συμφωνήση με τον Ρ. Kretschmer ότι ο V. Georgief με τους ισχυρισμούς του αυτούς ανεβαίνει σε μια τόσο φαντασιώδη αυθαιρεσία, ώστε μας εμποδίζει να τον πάρουμε στα σοβαρά αλλά η ιστορία και η λογική είναι πιο ευγλωττες από τον καγχασμό, την ευγενική σιωπή και την περιφρόνηση.

Καί ιδού γιατί:

Πως ποτέ μπορούσαν οι μόνοι Έλληνες να είναι οι Δωριείς, που πρωτοήρθαν στην Ελλάδα περί το 1100 π.Χ., άφού και οι άλλοι, οι παλαιότεροι, οι μη Δωριείς Έλληνες είχαν διατηρήσει την ανάμνηση της όψιμης δωρικής καθόδου, που την ονόμαζαν κάθοδο των Ηρακλείδων;
Καί το κυριώτερο :
Οι ελληνικές υπερπόντιες αποικίες των Ιώνων και των Αχαιών έξω από την Ελλάδα αρχίζουν τον 14° αιώνα π. Χ., και για να γίνουν προϋποθέτουν μακρόχρονη διαμονή των φυλών αυτών στην Ελλάδα και υπερπληθυσμό.

Οι Έλληνες αυτοί άποικοι είναι εξακριβωμένο πως μετέφεραν στις νέες τους πατρίδες γλώσσα ελληνική, όπιος π. χ. οι Αχαιοί στην Κύπρο. αλλά πως μπορούσε ποτέ να μεταφερθή τόσο νωρίς ελληνική γλώσσα από την Ελλάδα στις υπερπόντιες αποικίες, αν οι Έλληνες πρωτοκατέβηκαν στην Ελλάδα μόλις γύρω από το 1100 π. Χ ;
Τέλος ο ισχυρισμός ότι τα ομηρικά έπη μεταφράστηκαν στην Ελληνική από θρακοιλλυρικά πρωτότυπα μαρτυρεί εκπληκτική άγνοια των προβλημάτων που παρουσιάζει η βαθμιαία γένεση των ποιημάτων του ομηρικού και γενικά του έπικοϋ κύκλου.
Γι’ αυτό και όσοι ασχολούνται με το ομηρικό ζήτημα δε θεώρησαν τη γνώμη του Βουλγάρου γλωσσολόγου άξια ούιε ανασκευής ούτε καν μνείας.

Θα μπορούσε μονάχα να ρωτήση κανείς:

Οι Έλληνες, που τόσο πολύ σεβάστηκαν τα προελληνικά ονόματα, πως συνέβη μεταφέροντας στη γλώσσα τους τις επικές δόξες των Θρακοιλλυριών να μη διατηρήσουν μέσα στα ομηρικά έπη ούτε ενα θρακοιλλυρικό όνο μα ελλαδικού ήρωα ;

Το τελευταίο μυστικό από την εθνική καταγωγή των Προελλήνων βρισκεται χαραγμένο με άγνωστο αλφάβητο και σε άγνωστη γλώσσα στις χιλιάδες των προελληνικών επιγραφών45.

Οι δυσκολίες για να διαβαστούν κάποτε οι επιγραφές αυτές είναι κατά τον Α. Evans για πάντα ανυπέρβλητες, κατά τον Ρ. Kretschmer και άλλους, πολύ μεγάλες.

Ζητούμε να λύσουμε ενα προβλημα με δυό άγνωστους συντελεστές, τη γλώσσα και τη γραφή.

Γιά να γνωρίσουμε τη γλώσσα, πρέπει να βρούμε πρώτα τι φθόγγους παριστούν τα γράμματα των επιγραφών.

Αλλά και για να βρούμε τι προφορά έχουν τα γράμματα, πρέπει να ξέρουμε τη γλώσσα. Από τον φαύλο αυτόν κύκλο μόνο η ανεύρεση μιάς δίγλωσσης επιγραφής, όπως έγινε για τα ιερογλυφικά με την επιγραφή της Ροζέττας, θα μπορούσε να μας βγάλη.

Στις δυσκολίες αυτές προσιέθηκε τελευταία κι άλλη :

Οι τελευταίες ανασκαφές στην Πύλο, στις Μυκήνες κ.α. φέρνουν στο φως ολοένα και περισσότερες επιγραφές με προελληνικό αλφάβητο, που ανήκουν στον 14° και 13° αιώνα π. Χ., δηλ. σε εποχή που τις ακροπόλεις αυτές τις κατέχουν ελληνικές φυλές, άρα είναι πολύ πιθανό οι επιγραφές αυτές να εικονίζουν γλώσσα ελληνική *.

Στην περίπτωση αύτη όσοι πειραματίζονται με υποθετικές αναγνώσεις των επιγραφων αυτών, Έλληνες και ξένοι, δεν ξέρουν σε ποιά γλώσσα να στηρίξουν τις υποθετικές αναγνώσεις τους.

Όταν, όπως έγινε και για άλλες άγνωστες γραφές, καίίώς η σφηνοειδης των Άσσυροβαβυλωνίων και η ιερογλυφική των Αιγυπτίων, βρεθή το κλειδί και της προελληνικής γραφής και κατανοηθή η γλώσσα των επιγραφων της, η εθνικότητα των Προελλήνων — όποια και να είναι — θα• γίνη μια λεπτομέρεια ασήμαντη μέσα στο εξαίσιο θέαμα ενός άγνωστου, πανάρχαιου και εξωτικού κόσμου, που ακάλυπτος θα λάμψη στα μάτια μας και θα μας μιλήση ο ίδιος στη γλώσσα του.

*. Σημ. Πριν τυπωθή η παραπάνω ομιλία μου έφτασαν χαρμόσυνες ειδήσεις, ότι στη Σουηδία και στην Αγγλία συγχρόνως βρέθηκε το κλειδί της προελληνικής γραφής, ότι άρχισαν να διαβάζωνται οι επιγραφές της Πύλου και των Μυκηνών και ότι παρουσιάζουν γλώσσα αναμφισβήτητα ελληνική! Είναι η γλώσσα των Αχαιών του 14ου και 13ου αίώνα π. Χ., πολύ πριν κατεβούν στην Ελλάδα οι Δωριείς (οι πρώτοι και μόνοι Έλληνες κατά xöv V. Georgief), εκείνων δηλ. ακριβώς που ο Βούλγαρος γλωσσολόγος αγωνίστηκε να τους παρουσίαση ως Θρακοιλλυριούς.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1. Ότι οί Ίωνες κατέβηκαν πρώτοι στήν Ελλάδα καί όχι οί Αχαιοί, όπως νόμιζαν ol Ε. Meyer καί Busolt, βλ. Ρ. Kretschmer στήν Glotta 1, 11.
2. Γιά τό μελαχροινό χρώμα τών Προελλήνων βλ. Ρ. Kretschmer στήν Glotta25, 5.
3. Ότι οί Ίνδοευρωπαΐοι ήταν ξανθοί καί γαλανοί βλ. W. Sieglinq, Die blonden Haare der indogermanischen Völker des Altertums. Eine Sammlung der antiken Zeugnisse als Beitrag zur Indogerinanenfrage. (München 1935). Πβ. Ρ. Kretschmer στήν Glotta 27, 4 κέξ.
4.Βλ. R. Uussand, Les civilisations prehelleniques dans le bassin de la ruer d’Egee. (Paris 1914), Σ. Ν. Μαρινάτου, ο αρχαίος κρητικός πολιτισμός. (‘Εν Αθήναις 1927).
5. Ήρόδ. 1,56. «(Κροίσος] εύρισκε Λακεδαιμονίους και ‘ Αθηναίονς προέχοντας, τους μεν τοϋ Δωρικού γένους, τούς δε του Ίωνιχοϋ. Ταϋτα γαρ ην τα προχεχριμένα, έόντα τό άρχαϊον το μεν Πελασγιχόν, τό δε Έλληνιχόν εθνος». Πβ. καί δσα λέγει γιά τούς Ίωνες τών νησιών 7, 95 «καί τοντο Πελασγιχόν εθνος, ύστερον δε Ίωνιχόν έκλήθη*.
6. Έτσι κατά τή μετάφραση τοΰ Α. Έφταλιώτη. Τό αρχαίο κείμενο (Όδύσσ. Τ 174) είναι:
έν δ’ άνθρωποι πολλοί, άπειρέσιοι, καί ένενήχοντα πόληες. “Αλλη δ’άλλων γλώσσα μεμιγμένη έν μεν Αχαιοί, έν δ’ Έτεόχρητες μεγαλήτορες, έν δέ Κύδωνες Δωριέες τε τριχάιχες δϊοί τε Πελασγοί.
7. Ήρόδ. 1, 58. «Τό έλληνιχόν από μιχροΰ τευ χατ’ αρχήν όρμεόμενον ηυζετο ες πλήΰος έθνέων, Πελασγών μάλιστα προσχεχωρηχότων αύτφ χαι άλλων έΰνέων βαρβάρων συχνών». Πβ. Θουκυδ. 1, 3, 1.
8. Ήρόδ. 1, 57. «”Ηντινα δέ γλώσσαν ΐεσαν οί Πελασγοί οΰχ εχω άτρεχέοίς είπαι’ εί δε χρεών έατι τεχμαιρόμενον λέγειν… ήσαν οί Πελασγοί βάρβαρον γλώσσαν ίέντες».
9. Ήρόδ. 2, 57. «Τό Άττιχόν εθνος, τόν Πελασγικόν, άμα τη μεταβολή τη ΐς Έλ­ληνας και τήν γλώσσαν μετέβαλε» .
10. Ήρόδ. 5, 20 «ό Ότάνης… είλε Λήμνόν τε χαι Ίμβρον, άμψοτέρας έτι τότε υπό Πελασγών οίχεομένας*.
11. Ήρόδ. 2 56 «τής νϋν Έλλάδος, πρότερον δέ Πελασγίης χαλευμένης*.
12. Θουκυδ. 4, 109 «αΐ οίχυϋνται ξνμμείχτοις εθνεσι βαρβάρων δίγλωσσων, και τι και Χαλχιδικόν ενι βραχύ, τό δέ πλείστον Πελασγικόν, τών και Λήμνόν ποτε χαι ‘Αθήνας Τυρσηνών οίκησάντων*.
13. Στράβ. 7, 321 «Εκαταίος μέν ουν ο Μιλήσιος περί τής Πελοποννήσου ψηαίν, ότι προ τών Ελλήνων ψχησαν αυτήν βάρβαροι. Σχεδόν δέ τι σύμπασα ή Ελλάς κατοικία βαρβάρων υπήρξε τό παλαιόν*.
14. Σχολ. ‘Απολλ. Ροδ. I 608. «Τυρσηνοί γαρ αυτήν ωχησαν βλαπτιχώτατοι όντες* .
15. ‘Οδύσσ. Θ 294 «(“Ηφαιστος) οΐχεται ες Λήμνον μετά Σίντιας άγριοφώνους*. Καί ο σχολιαστής τής Όδύσσειας Ελλάνικος ερμηνεύοντας τόν ίδιο στίχο χαρακτη­ρίζει τους κατοίκους τής Λήμνου €μιξέλληνας».
16. θουκυδ. 1, 8 «Καί ούχ ήοσον λησταί ήσαν οί νησιώται, Κάρες όντες και Φοί­νικες” οΰτοι γάρ τάς πλείστος τών νήσων ωκησαν.
17. Στράβ. 14, 661 «Πολλών δέ λόγων είρημένων περί Καρών o μάλισθ’ όμολογονμενός έστιν οντος, ότι οί Κάρες…, τότε Λέλεγες καλούμενοι, τάς νήσους έχουν».
18. Τό όνομα Πελασγοί ερμηνεύεται σήμερα από τό * Πελαγσγοί, καί τοϋτο από τό πέλαγος, πού αρχικά σήμαινε Όμαλή επιφάνεια», (πβ. αλός έν πελάγεασι, άλιον πέλαγος, πόνιιον πέλαγος) καί «κάμπος». Πελασγοί ονομάστηκαν από τούς Έλληνες αρχικά οι καμπήσιοι ιθαγενείς, οί Προέλληνες πού κατείχαν καί καλλιεργούσαν τις πεδιάδες.

19. Ίλ. Π. 233 «Ζεν ανα, Δωδωναίε, Πελασγικέ, χηλόθι ναίων,ΙΔωδώνης μεδέων δυσχειμέρον» .
20. Άπό τό πλήθος τών σχετικών εργασιών βλ. C. Schuchhardt, Die Indogermanisierung Griechenlands. Die Antike 9, 303 κέξ., 4. Debrunner, Die Be­siedlung des alten Griechenland im Licht der Sprachwissenschaft. Neues Jahr­buchfür kl. Altertum 21, 433 κέξ.
21. Προελληνική επίδραση στήν ίιονική διάλεκιο θεωρούν μερικοί τήν τροπή τοΰ μακροΰ α σέ η, τήν τροπή τοΰ τ< σέ σι (Ποτιδάων Ποσειδών, εΐκοιι είκοσι, ίχοντι εχουσι) κ. ά. 22. Βλ. Ε. Ries, Quae res et qua vocabula a gentibus seruiticis in Graeciam pervenerint. (Breslau 1890), MussArnold, Semitic words in Greek and Latin. Trans, of the Ann. Philol. Ass. 23,35156, A. Müller, Semitische Lehnworte im älteren Griechisch. Bezz. Beitr. 1, 273, όπου καί προγενέστερη βιβλιογραφία. 23. W. Spiegelberg, Aegyptische Lehnwörter in der älteren griechischen Sprache. Kuhn’s Zeitschr. 41, 127 κέξ. 24. Ρ. Kretschmer, στήν Glotta 28, 252. 25. Ρ. Kretschmer, Pelasger und Etrusker, στήν Glotta 11, 276 κεξ. 26. Ή σπουδή τής Ετρουσκικής πήρε μεγάλη ανάπτυξη ιδίως στήν Ιταλία από τό 1928, μέ τήν ίδρυση τής Έπιτροπής Ετρουσκικών Μελετών», πού εκδίδει τό περιο­δικό «Studi Etrusci». Νέο υλικό γιά τήν Ετρουσκική συγκεντρώνει ο Ε. Vetter στήν Glotta 28, 117231. 29, 205219. 27. Βλ. Ρ. Kretschmer, Einleitung in die Geschichte der griechischen Spra­che. (Göttingen 1896), A. Fick, Vorgriechische Ortsnamen als Quelle für die Vorgeschichte Griechenlands. (Göttingen 1905). 28. Περισσότερα παραδείγματα βλ. G. Glotz, La civilisation egeenne, o. 441, Γ. Ν. Χατζιδάκη στήν “Αθηνά 42, 83 κέξ. Πβ. //. Frisk, Grekiskan och det egeiska substratet. Apophoreta Gotoburg V. Lundström oblata, σ. 171185. 29. Βλ. C. Pauli, Eine vorgriechische Inschrift von Lemnos. 2 τόμοι (Leip­zig 188694), A. Torp, Die vorgriechische Inschrift von Lemnos. (Christiania 1903), E. Nachmanson, Die vorgriechischen Inschriften von Lemnos. Ath. Mitt. 1908,47 κέξ., S. P. Cortsen, Die lemnische Inschrift. Glotta 18, 101 κέξ., P.Kretschmer,Die tyrrhenischen Inschriften der Stele von Lemnos. Glotta 29,89 98. 30. A. Meidet, Apergu d’une histoire de la lanque grecque’, σ. 32 «en passant de l’indoeuropeen au grec commun, on entre dans un monde nouveau». 31. P. Kretschmer, Einleitung in die Geschichte der griechischen Sprache. (Göttingen 1896). 32. P. Kretschmer, Die protindogermanische Schicht. Glotta 14, 302 κέξ., τοΰ ίδιου, Die ältesten Sprachschichten auf Kreta, Glotta 31, 120. 33. P. Kretschmer, Die vorgriechischen Sprach und Volksschichten. Glotta 28, 234 278, 30, 84 218, 244 246. 34. V. Georgief, Die Träger der kretisch mykenischen Kultur, ihre Her­kunft und ihre Sprache, I (Sofia 1937). Zusammenfassung. Πβ. τού ίδιου, Vor­griechische Sprachwissenschaft. (Sofia 1941). 35. Στό ίδιο. 36. Στό ίδιο. «In urillyrischer Sprache waren auch die homerischen Epen zuerst abgefasst». 37. Georgief, Die Sprache der Etrusker.(Sofia 1938),— Das Schicksal der idg. ο Deklination im Etruskischen. (Sofia 1941),—Die sprachliche Zuge­hörigkeit der Etrusker. (Sofia 1943). 38. Kretschmer, στήν Glotta 27, 3 «seine Etymologien sind grossenteils so willkürlich und ohne Beweiskraft, wie im I. Teil». 39. Brandenstein, Sprachliches zur Urgeschichte der Etrusker und Tyrrhener. Bulletin, Istanbul 1937, σ. 745 κέξ. 40. Georgief, Etat actuel des etudes de linguistique prehellenique. Studia linguistica 2 (1948), 71. 41. Georgief, στό ίδιο, ο. 71. 42. Γιά τήν ιστορία καί μόνο πρέπει νά σημειοιθή εδώ ότι ανάλογα πράγματα υποστήριξαν καί ο Θωμόπουλος, Πελασγικά, ήτοι περί τής γλώσσης τών Πελασγών (Αθήναι 1912), πού προσπαθεί νά έξηγήση τά προελληνικά μέ τή βοήθεια τής Αλβα­νικής, καί ο Ν. ‘Ελευθεριάδης, Πελασγική Ελλάς, οί Προέλληνες (Αθήναι 1931), πού θεωρεί τούς Προέλληνες Σημίτες, καί τά ομηρικά έπη μετάφραση σημιτικών προελ­ληνικών έπων. αλλά καί οί δυό αύιοί είχαν τό ελαφρυντικό ότι ουτε γλωσσολόγοι, ουτε κάν φιλόλογοι ήταν, ασχολούνταν δηλ. μέ τά ζητήματα αυτά σάν ερασιτέχνες, άρα ανεύθυνα καί άσυνόριστα. (Βλ. κρίση τού Γ. Ν. Χατζιδάκη στήν Άθηνα 43, 41 κέξ.). Στις μέρες μας άλλος ερασιτέχνης οπαδός τού Ν. Ελευθεριάδη, ο κ. Δ. Η. Τζιόρτζογλου, μέ μοναδικό εφόδιο τό λεξικό τής Τουρκικής τοΰ o Χλωρού, εκδίδει σειρά από φυλλάδια, μέ τόν τίτλο «Έτυμολογίαι καί εξηγήσεις τών πελασγικής προελεύσεως ελληνικών λέξεων»(Μιιτιλήνη 1949 κέξ.),όπου εξηγεί καθε τι τό προελληνικό ώς αραβικό ! 43. Ώς δείγμα τής μεθόδου μέ τήν οποίαν εργάζεται ο V. Georgief γιά νά στηρίξη ιή θεωρία του ότι οί Προέλληνες είναι Θρακοϊλλυριοί, επειδή δήθεν μερι­κές ινδοευρωπαϊκές λέξεις τής Ελληνικής παρουσιάζουν μορφή θρακοϊλλυρική, ανα­φέρω τό εξής : Τή λέξη άσάμινθος— λουτήρας μπάνιου ιή σχετίζει μέ τό έλλην. ακμών = πέτρα καί δέχεται ότι ιό ο οφείλεται σέ τροπή τοΰ κ σέ ο, πού γίνεται στις γλώσ­σες satem, όπως στήν Ινδική, όπου τό ακμών έγινε asman. αλλά ο λουτήρας, όπως πι­στοποιεί ή Αρχαιολογία ήταν πάντα από πηλό, από μέταλλο ή από ξύλο, ποτέ όμως από πέτρα. Καί από πέτρα όμως νά ήταν, δέν είναι νοητό γιατί έπρεπε νά ονομάζεται πέτρα ή πέτρινος. Ο Α. Mayer στήν Glotta 32, 58 παράγει τό άοάμινθος από τό άσσυρ. assammu= δοχείο νεροϋ. Όί περισσότερες ετυμολογίες τοΰ V. Georgief», γράφει ο Kretschmer στήν Glotta 27, 2, «είναι τόσο αυθαίρετες καί σκοτεινές, ώστε περισ­σότερο εξασθενούν παρά ενισχύουν τή θρακοϊλλυρική θεωρία του». 44. Ρ. Kretschmer στήν Glotta 27, 2. «Unverständlich ist es mir aber, wie Georgief den aiolischen Dialekt für illyrisch, das homerische Epos für das Volks­epos der Urillyrier, die Achäer und damit auch die Träger der raykenischen Kultur für lllyrier erklären kann. Hier versteigt er sich zu einer phantasti­schen Willkur, die nicht mehr ernst genommen werden kann». Παρά τις κρίσεις αυτές, ο V. Georgief επανέρχεται στή θεωρία του μέ επιμονή σέ μιά πρόσφατη ερ­γασία του μέ τόν τίτλο Etat actuel des etudes de linguistique prehellenique, στό σουηδικό περιοδικό Studia linguistica (Lund) 2 (1948) 6992. 45. Άπό τό μέγα πλήθος τών σχετικών πραγματειών βλ. Στ. Ξανθουδίδου, Προϊστορική γραφή έν Κρήτη. ΆΟηνά 18, 560581, Α. Evans, Scripta Minoa I (Oxford 1909), G. Ipsen, Der Diskus von Phaistos. Ein Versuch zur Entziffe­rung. Indog. Forsch. 47, 141, Γ. Ε. Μυλωνά, ο ενεπίγραφος έτερόστομος άμφορεύς τής Έλευσίνος καί ή ελλαδική γραφή. Άρχ. Έφημ. 1936, σ. 61 100, G. Puqliese Carratelli, Γ,ε inscrizioni preelleniche di Haghia Triada in Creta e della Greeia Peninsulare (1945), B. Hrozny’, Kretas und Vorgriechenlands Inschriften, Ge­schichte und Kultur. Ein Entzifferungsversuch. Archiv Orientalny’14 (1943), τοΰ ίδιου, Les inscriptions cretoises II. Archiv Orientalny’ 15 (1946), P. Kretschmer, Die Inschriften von Praisos und die eteokretische Sprache (1946). Περισσότερα: http://www.schizas.com/site3/index.php?option=com_content&view=article&id=57091%3Amakedonia-kai-proellines&catid=32%3Amacedonia-i-elliniki&Itemid=211&lang=el#ixzz3SYk3enXt

 http://master-lista.blogspot.gr

ΠΑΓΓΑΙΟ – ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ – ΓΙΟΡΤΕΣ – ΜΑΙΝΑΔΕΣ

Διόνυσος ή Βάκχος

Σ’ όλη την Ελληνική χώρα εισήλθε η λατρεία του Λιονύσου και διαπλάσθησαν διάφοροι μύθοι για αυτόν και τελούνταν ποικίλες γιορτές πρός τιμή του όσο αυτή του Διονύσου, γι’ αυτό προς πρόληψιν συγχύσεων οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι αργότερα έφθασαν σε σημείο να παραδεχθούν ότι υπήρχαν περισσότεροι του ενός Διόνυσοι, δηλαδή 7 ή 8 άσχετοι μεταξύ των.

ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Ομορφιές του Παγγαίου – Παλιά Μεσολακκιά

Σπήλαιο Δισσάκια, παλιά Μεσολακκιά, Σέρρες

 Το σπήλαιο βρίκεται κοντά στο μισό-εγκαταλειμμένο χωριό της Μεσολακκιάς, στους πρόποδες του Παγγαίου όρους. Έχει βαραθρώδη είσοδο, 3μ περίπου και χρειάζεται αντιστήριξη ή σχοινί. Έπειτα γίνεται οριζόντιο με αρκετό διάκοσμο αλλά και πολλά γραμένα στα πλούσια σπηλαιοθέματα.. Το μάρμαρο στο οποίο διανοίγεται το σπήλαιο ανήκει στη γεωτεκτονική μάζα της Ροδόπης και ειδικότερα στην ενότητα του Παγγαίου.Εντυπωσιακή η διάκλαση στο ένα κομμάτι του σπηλαίου. Το σπήλαιο επισκέφτηκε ο Πρωτέας στα πλαίσια του 5ου σεμιναρίου.

Όμορφο σημείο με αρκετό διάκοσμο
Η είσοδος του σπηλαίου

Η διάκλαση
Αρκετά στενό σημείο (Φωτο. Γ.Σωτηριάδης)
Σημείο όπυ μεταφέρθηκε σπόρος και δημιουργήθηκε φυτό, όπου παίρνει ενέργεια από τις κοτυλυδόνες του
Η ομάδα
Παλιά Μεσολακκιά

Οι αρχαίοι μύθοι του νομού Σερρών

Τούτος εδώ ο τόπος, κρύβει ένα μεγάλο μυστικό. Συνέβη σε χρόνους του απώτατου παρελθόντος, τότε που και οι θεοί ακόμα ήταν παιδιά και έπαιζαν. 
Σε ένα λιβάδι που όμοιό του σε ομορφιά δεν μπορεί να δει σήμερα ανθρώπινο μάτι, έπαιζαν νύμφες και θεές. Το ονόμαζαν Νύσιο πεδίο, σαν “ποθητό” θα μας το περιγράψει ο ίδιος ο παππούς Όμηρος και θα μας πει και τα ονόματα των μικρών κοριτσιών που έπαιζαν αμέριμνα εκεί. Ήταν η Ηλέκτρα, η Λευκίππη και η Φαινώ και η Ρόδεια, η Ιάνθη, η Καλλιρόη, η Ιάχη και η Τύχη, η Ιάνειρα, η Μελίτη, η Χρυσηίς,  η Ακάστη και η Μηλόβασις, η Άδμητη και η ροδόχροη Ωκυρόη, η Πλουτώ, η Στυξ και η Ροδόπη, η θελκτική η Καλυψώ, η Ουρανία και η Γαλαξαύρα η ευπρόσδεκτη και η Παλλάς η εγερσιμάχα και η τοξότρια Άρτεμις!
Ο άνεμος χάιδευε τα πλούσια μαλλιά τους, ο ήλιος τα έκανε να λάμπουν, οι ευωδιές του λιβαδιού ανακατεύονταν με τις φωνές και τα γέλια των μικρών κοριτσιών. Ως που ανάμεσα στα όμορφα και ευωδιαστά λουλούδια που μάζευαν οι κοπέλες, ξεχώρισε ένα που σαν κι αυτό δεν έφτιαξε η γης ποτέ. Νάρκισσο το είπαν αργότερα. Από τη ρίζα του ξεφύτρωναν μίσχοι εκατό, και ευωδίαζε τόσο, που αγαλλίαζαν οι θεοί, οι άνθρωποι, μέχρι και η βαθιά θεοσκότεινη θάλασσα.
Πρώτη “η κόρη”, η μόνη που δεν σας την ονόμασα πριν και την ελένε Περσεφόνη, έσκυψε να το πάρει και να το βάλει στο καλάθι της. Μα ξάφνου άρχισε μια βοή ανατριχιαστική, όλο το λιβάδι άρχισε να τρέμει, η πλατύστερνη γη άνοιξε και ξεπρόβαλε ένα άρμα με τρομερό θόρυβο. Ήταν ο ίδιος ο βασιλιάς του κάτω κόσμου. Άδης το όνομά του και σημαίνει αυτός που δεν φαίνεται. Άρπαξε την κόρη και την πήγε στο βασίλιό του, για να την κάνει γυναίκα του. Η κόρη έβγαλε μεγάλη φωνή και κλάματα, μα κανείς δεν την άκουσε.
Είναι ο μύθος της Περσεφόνης. Ο Μπουρκέρτ, ο Νιλσσον και ο Κερένυι, από τους μεγαλύτερους ερευνητές της ελληνικής θρησκείας και μυθολογίας θα μας το γράψουν απερίφραστα, πως τούτος δω ο μύθος είναι εκ των αρχαιότερων που έχουμε από την ανθρώπινη σκέψη. Πιθανόν ανάγεται στην νεολιθική εποχή. Ο Μπουρκέρτ στο βιβλίο του “Αρχαία Ελληνική Θρησκεία”, θα μας γράψει πως οι Mannhardt και Frazer συγκέντρωσαν έναν τεράστιο όγκο από την παγκόσμια μυθολογία, όσων αφορά τις περιπτώσεις του αέναου κύκλου. Πουθενά δεν μπόρεσαν να βρουν κάτι που να το συνδέουν με την σχέση μητέρας και κόρης. 
Γιατί τα γράφω όλα τούτα; Μα γιατί αυτός ο όμορφος κόσμος που έγινε ξαφνικά και τρομακτικός, είναι κάπου μέσα στον κάμπο των Σερρών. Το ΝύσιAN00069818_001_lο πεδίο, όπου έγινε η αρπαγή της κόρης είναι κάπου βόρεια από το Παγγαίο όπως θα μας γράψει ο Αππιανός. Σε αυτό τον τόπο οι Έλληνες είχαν τον αρχαιότερο ίσως μύθο τους. Γιατί άραγε; Μήπως και είναι εκείνος ο πανάρχαιος Πελασγός βασιλιάς του Άργους, που μας περιέγραψε ο Αισχύλος και που γράψαμε σε άρθρο με θέμα την προϊστορία του τόπου μας; 
Μα δεν είναι ο μόνος μύθος που συνδέει την μυθική σκέψη, του αρχαίου κόσμου με την πεδιάδα του Στρυμόνα. Ο θεός Στρυμόνας όπως θα μας γράψει στην θεογονία ο Ησίοδος, ο αγνός Στρυμόνας όπως θα μας γράψει ο Αισχύλος, που ρέει πλάι στις κιθάρες του Παγγαίου, στο ηγάθεον Νυσήιον, στο Νύσιο πεδίο, το Συλέως Πεδίον… ο θεός  Στρυμόνας που είναι ο πατέρας της μιας από τις νύμφες που έπαιζαν μαζί με την Περσεφόνη εκείνη την τρομερή μέρα. Είναι πατέρας της Ροδόπης. Μα και όλος ο “κάτω Στρυμόνας” αποκαλείται “χορός των Νυμφών”. Την Ροδόπη την απέκτησε σμίγοντας με την μούσα Ευτέρπη, με την μούσα της μουσικής. Η Ροδόπη θα έχει και δύο αδέρφια. Δυο βασιλόπουλα της Θράκης. Τον Όλυνθο και τον Ρήσο. Και αν δεν ξέρουμε τον Ρήσο, είναι γιατί δεν κατέχουμε επαρκώς την ελληνική θρησκευτική παράδοση. Η θρησκευτική παράδοση του έθνους μας, είχε τον Ήρωα σε ένα επίπεδο ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους. Η κάθε πόλη είχε τον Ήρωα προστάτη της, η κάθε συντεχνία επίσης, αλλά και οι γειτονιές, οι οικογένειες, υπήρχε ο τειχοφύλακας Ήρωας που προστάτευε τα τείχη της πόλης, ο χωροφύλακας που προστάτευε τα όρια κλπ… Οι ήρωες των Ελλήνων είχαν επηρεάσει τόσο πολύ τους βαρβάρους, που οι Πέρσες καθώς ερχόταν προς την Ελλάδα, έκαναν σπονδές στους ήρωες της Τροίας. Υπήρξε όμως ένας μοναδικός ήρωας ο οποίος ήταν ήρωας όλων των Ελλήνων. Δεν υπήρχε τάφος. Τον επικαλούνταν παντού. Τον λάτρευαν σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας.  Ιερά και ναοί του βρίσκονται διάσπαρτοι, όπου κι αν πάτησε το πόδι του Έλληνα. Η λατρεία του ξεπέρασε και την Ελλάδα. Ρωμαίοι, Ετρούσκοι, αλλά και στην ανατολή ακόμα, το όνομά του και  λατρεία του ταξίδεψε πέρα και από αυτή την αυτοκρατορία ακόμα του Μ. Αλέξανδρου. Οι Έλληνες τον ύψωσαν στον Όλυμπο. Έκαναν δύο σπονδές για αυτόν, μία σαν θεό και μία σαν ήρωα! Αυτός ήταν ο Ηρακλής.
Τέτοιος ήρωας υπήρξε και ο Ρήσος για τους Θράκες. Ο σοφιστής Φιλόστρατος ο νεότερος, που πέρασε από τη Θράκη, τον τρίτο ή τέταρτο αιώνα, απόρησε με τις τιμές που ετύχαινε από τους Θράκες ο αφηρωισμένος πια Ρήσος, και τιμώνταν σαν γιατρός, θεός του κυνηγιού, των αλόγων, των στρατιωτών και σαν αλεξίκακος γενικότερα. Αλλά και οι Αθηναίοι και μετά οι Σπαρτιάτες στην Αμφίπολη είχαν τον Ρήσο για προστάτη Ήρωα. Τον μυθικό Ρήσο, μέσα από την ελληνική ποίηση τον συναντάμε πρώτη φορά στην Ιλιάδα. Από την πεδιάδα των Σερρών ταξιδεύει στην Τροία για να πολεμήσει στο πλευρό των Τρώων μα δεν προλαβαίνει. Φτάνει βράδυ και πέφτει να κοιμηθεί. Στο στρατόπεδο των Τρώων, περνάνε κρυφά ο Οδυσσέας με τον Διομήδη και ο δεύτερος τον σκοτώνει την ώρα που κοιμάται. Περισσότερα θα μάθουμε από την σωμένη τραγωδία η οποία αποδίδεται στον Ευριπίδη και η οποία έχει το όνομα Ρήσος.
Πρώτα από όλα ξεκαθαρίζεται η καταγωγή του:
 “Απ’ τους ανέμους δερνόμενος
τους παγερούς της Θράκης και της Παιονίας”
“Τριγύρω από το Παγγαίο
και τους Παιόνιους κάμπους” 
Αλλά μέσα από την τραγωδία η οποία μας μεταφέρει τον μύθο του Ήρωα, μαθαίνουμε ενδιαφέροντες πτυχές τόσο του μύθου, όσο και της λατρείας που τύγχανε στον τόπο του. Μιλάει η μούσα μητέρα του και λέει:
“Μετά, όταν σε γέννησα ντρεπόμουν τις αδερφές μου που ήμουν χωρίς άντρα και σε πήρα και σε άφησα στα στροβιλιζόμενα ύδατα του πατέρα σου. Και ο Στρυμόνας δεν σε έδωσε σε ανθρώπινα χέρια να μεγαλώσεις αλλά σε ανάθρεψαν οι κόρες των πηγών. Και έγινες βασιλιάς της Θράκης, πρώτος ανάμεσα σε όλους τους άνδρες, παιδί μου.”
Υπογραμμίζω πως ο Στρυμόνας έδωσε τον Ρήσο στις Νύμφες για να τον αναθρέψουν και επανέρχομαι στον κάτω Στρυμόνα που είναι χορός Νυμφών, στις Νύμφες που παίζουν μαζί με την Περσεφόνη στο Νύσιο πεδίο (που Νυσίο ονομάζεται εκ των Νυσηίδων, οι οποίες είναι οι νύμφες που ανέθρεψαν τον Διόνυσο). Γεμάτη με Νύμφες (με πολλές ονομασίες όπως για παράδειγμα στα Δαρνακοχώρια τις ονομάζουν καλότκες) είναι και η σύγχρονη λαϊκή παράδοση στον τόπο αυτό.
Ο Διομήδης εξοντώνει
τον Ρήσο στον ύπνο του.
Αλλά μετά η τραγωδία, μας δίνει και ορισμένες παράξενες θρησκευτικές λεπτομέρειες για την λατρεία του Ρήσου. Οι συμπολεμιστές του τον φέρνουν στην πατρίδα του για να τον θάψουν, αλλά η μητέρα του θα ζητήσει χάρη από την Περσεφόνη για τον γιο της:
“Αυτός δεν θα μπει στης γης το ολόμαυρο χώμα,
αυτή την παράκληση θα κάνω στην νύμφη του κάτου κόσμου,
στη θυγατέρα της θεάς Δήμητρας που δίνει όλους τους καρπούς,
να μου αφήσει την ψυχή αυτού εδώ…”
Και παρακάτω θα μας πει, ποια θα είναι η θέση του Ρήσου μέσα στην αιωνιότητα:
“Κρυμμένος μέσα στα σπλάχνα της ασημόφλεβης γης
σαν ανθρωποδαίμων  θα κείτεται και θα είναι ζωντανός, σαν
προφήτης του Βάκχου θα μένει στους βράχους του Παγγαίου,
θεός καλοδιάθετος για όσους ανθρώπους θα τον ξέρουν καλά.” 
Η μετάφραση του κειμένου είναι από τις εκδόσεις Ζήτρος και το ανθρωποδαίμων το μεταφράζει ως “ανθρωποθεός”.  Μα ο έλληνας τραγικός στο άγο πρωτότυπο μας το διδάσκει ξεκάθαρα:
“…κρυπτὸς δ’ εν άντροις της υπαργύρου χθονὸς
ανθρωποδαίμων κείσεται βλέπων φάος,
Βάκχου προφήτης ώστε Παγγαίου πέτραν…”
Ως ανθρωποδαίμων λοιπόν λατρεύεται ο Ρήσος στον τόπο του και απέναντι από το ιερό του, υπάρχει ιερό της μητέρας του μούσας, που κατά μία άλλη εκδοχή είναι η Κλειώ. Υπάρχουν άλλες τρεις εκδοχές για την μητέρα του Ρήσου. Τρεις Μούσες. Η Καλλιόπη (εκ του: καλή + ωψ = αυτή με τα όμορφα μάτια), η Μούσα της Επικής ποιήσεως, η Ευτέρπη (εκ του: ευ + τέρπω, καλώς τέρπω, ευχαριστώ), η Μούσα της Μουσικής και της Λυρικής ποιήσεως, και η Τερψιχόρη (εκ του: τέρπω + χορός, η τέρπουσα δια του χορού), η Μούσα του χορού και της Ορχήσεως. Το ιερό της Κλειούς το οποίο έχει βρεθεί στην Αμφίπολη, όπως έχει βρεθεί έξω από τα τείχη, κοντά στον Στρυμόνα, ένα ιερό των Νυμφών, με ένα πιθάρι στο κέντρο, από το οποίο έχει αφαιρεθεί ο πάτος και το οποίο έχει βυθιστεί έως το χείλος του, μέσα στην ιερή Γη. Και στο Παγγαίο ξέρουμε πως υπήρχε μαντείο του Βάκχου.
Γυρνάμε πάλι στην αρχή του μύθου που αρχίσαμε, στην χάρη που κάνει η Περσεφόνη στον Ήρωα της γης από την οποία απήχθη. Αλλά η κοιλάδα του Στρυμόνα έχει εμπνεύσει τον μυθικό άνθρωπο, και γύρω από τον Μαίανδρο που σχηματίζει, έχουμε να διηγηθούμε πολλές υπέροχες, παράξενες και μερικές φορές αλλόκοτες ιστορίες, για τις οποίες θα σας  γράψω σύντομα.
Μόνο που πριν κλείσω τούτο το κείμενο, θα ήθελα να σας γράψω και κάτι που δεν το έχουν προσέξει πολλοί ερευνητές, μα σίγουρα το ήξεραν πολύ καλά οι Έλληνες και προς τούτο ίσως και το μεγάλο ενδιαφέρον και η λατρεία στον Ρήσο. Ο Ρήσος που λέτε, σύμφωνα με τον Όμηρο σαν ανθρώπινη και όχι θεϊκή καταγωγή (θεϊκή καταγωγή από τον πατέρα του Στρυμόνα), ήταν γιος του Ηιονέα, ο οποίος ήταν γιος του Μάγνητα. Και εδώ είναι το μυστικό μας. Ο Μάγνης είναι ένα από τα έξι παιδιά του Αιόλου και της Εναρέτης. Όχι του Αιόλου, του θεού των ανέμων, μα του Αίολου του Θεσσαλού, του γιου του Έλληνα! Ο παππούς του Ρήσου, ήταν εγγονός του ίδιου του Έλληνα!
Ο Ρήσος είναι τρισέγγονο του Έλληνα, του γενάρχη των Ελλήνων!
 
Το ιερό “της Νύμφης” το οποίο βρίσκεται
έξω από το βόρειο τείχος της Αμφίπολης, λίγα μέτρα
από την βόρεια πύλη.
Στο κέντρο διακρίνουμε
το βυθισμένο πιθάρι.

“… γεννάτε δε και εν τω Παγγαίω όρει βοτάνη, κιθάρα καλούμενη, διά ταύτην την αιτίαν: Διασπαράξασαι τον Ορφέα, τα μέλη του προειρημένου εις ποταμόν έβαλον Έβρον, και η μεν κεφαλήν του θνητού, κατά πρόνοιαν θεών, εις δράκοντα μετέβαλε την μορφήν του σώματος, η δε λύρα κατεστηρίσθη, κατά προαίρεσιν Απόλλωνος, εκ δε ρευστάντος αίματος ενεφάνη βοτάνη, κιθάρα καλούμενη, των δε Διονυσίων τελουμένων, αύτη κιθάρας αναδίδωσιν ήχον, οι δ’ εγχώριοι νεβρίδας περιβεβλημένοι θύρσους κτρατούντες, ύμνον άδουσιν, και τότε φρονήσεις, όταν έση φρονών, καθώς ιστορεί Κλειτώνυμος εν τω γ’ των τραγικών”.

Πλούταρχος “Περί Ποταμών”
Πάνω στο Παγγαίο μας λέει ο Πλούταρχος φυτρώνει ένα βοτάνι που ονομάζεται κιθάρα. Είναι αποτέλεσμα του ραντίσματος του βουνού από το αίμα του Ορφέα, όταν αυτόν τον διαμέλισαν οι Μαινάδες. Αυτό το βοτάνι βγάζει ήχους κιθάρας, όταν τελούνται τα Διονύσια μυστήρια και τότε οι ντόπιοι φοράνε τομάρια, και κρατώντας θύρσους ψάλλουν ύμνους.

Ιέρεια του Βάκχου σε ζωγραφιά
του 19ου αιώνα, ντυμένη με
τομάρι και κρατώντας θύρσο.

Είναι η γέννηση μετά τον θάνατο, είναι ο αιώνιος κύκλος της ζωής, όπως τον αντιλαμβανόταν η Ελληνική εθνική μας παράδοση. Η κιθάρα και η μουσική, φτιαγμένη από το αίμα του νεκρού Ορφέα.
Μα και το ίδιο το Παγγαίο ονομάζεται έτσι από έναν μυθικό ήρωα που μοιάζει στον Οιδίποδα. Είναι ένας ακόμα πανάρχαιος μύθος. Και θα τον εξηγήσουμε, αφού πρώτα τον εξιστορήσουμε.
Ο Παγγαίος ήταν γιος του θεού Άρη και της Κριτοβούλης, και άθελά του έγινε τραγικός αιμομίκτης, όχι με την μητέρα του όπως ο Οιδίποδας, αλλά με την θυγατέρα του. Στην τιμωρία του εαυτού του, αντί για την εθελούσια τύφλωση επέλεξε τον θάνατο. Αυτοκτόνησε μπήγοντας το σπαθί στα σωθικά του, πάνω στο όρος που μέχρι τότε ονομαζόταν Καρμάνιο και από εκεί και μετά πήρε το όνομά του.

“Τη θυγατρί κατ’ αγνοιαν συγγενόμενος έδραμεν εις Καρμάνιον όρος και δια λύπης υπερβολήν σπασάμενος το ξίφος εαυτόν ανείλεν…”
Πλούταρχος “Περί Ποταμών”
Τούτος ο μύθος είναι πανάρχαιος, διότι είναι μύθος πρωτοσυνείδησης. Είναι ο άνθρωπος που κατανοεί την συγγένεια. Ενώ τα ζώα, από όπου προέρχεται και το είδος μας, ζευγαρώνουν μόλις ενηλικιωθούν μεταξύ τους. έτσι λοιπόν ο Παγγαίος, δεν σκότωσε τον εαυτό του, μα σκότωσε το ζώο μέσα του, όταν αναγνώρισε την πατρική σχέση του με την θυγατέρα.
Τούτο το όρος λοιπόν, το Παγγαίο, που τόσο υμνήθηκε, γνωρίζουμε πως είχε και ένα μαντείο του Διόνυσου. Αυτό λειτουργούσε και κατά τους ιστορικούς χρόνους. Ήταν μάλιστα υπό την εποπτεία του θρακικού φύλλου με το όνομα “Σάτρες”, ενώ σύμφωνα με τον Ηρόδοτο Σάτρες ήταν και οι περίφημοι Βησσοί, φύλο ιερατικό του θεού Διόνυσου. Η σχέση του Διόνυσου με τον τόπο μας ξέρουμε ότι ήταν ιδιαίτερη. Γνωρίζουμε ότι οι θεοί που λατρευόταν ιδιαίτερα στην περιοχή μας ήταν τέσσερις. Ο Άρης, ο Διόνυσος, η Άρτεμης και από τους βασιλικούς οίκους ο Ερμής. Για τον Διόνυσο τώρα τον μάντη και τον τόπο μας, διαβάζουμε μια ιστορία του Όμηρου από την Ζ’ ραψωδία της Ιλιάδας:
“…τι μήτε κι ο Λυκούργος μπόρεσε, του Δρύαντα ο γιος ο γαύρος,
χρόνια πολλά να ζήσει, ως τα ‘βαλε με τους θεούς στα ουράνια.
Στο άγιο βουνό της Νύσας κάποτε του Διόνυσου τις βάγιες,
του βακχευτη θεού, κυνήγησε᾿ κι ευτύς ετούτες όλες
πετούσαν καταγής τους θύρσους τους᾿ κι ο αντροφονιάς Λυκούργος
με τη βουκέντρα του τις κέντριζε, κι ο Διόνυσος φοβήθη
και στο γιαλό βουτάει᾿ κι η Θέτιδα τον δέχτη στην αγκάλη
σκιαγμένο᾿ τι οι φωνές τον τρόμαξαν περίσσια του Λυκούργου.
Με τούτον όμως οι τρισεύτυχοι θεοί θύμωσαν τότε,
κι ο γιος του Κρόνου τον ετύφλωσε᾿ χρόνια πολλά και πάλι.
Όμως δεν έζησε, τι οι αθάνατοι τον οχτρεύτηκαν όλοι.”

Φυσικά το όρος Νύσα, (Ηγάθεον Νυσήιον, Νύσιο πεδίο) γνωρίζουμε ότι είναι στον νομό μας, μα ο ίδιος μύθος σωμένος από τον Απολλόδωρο δεν θα μας αφήσει καμία αμφιβολία:
“Λυκούργος δε παις Δρύαντος, Ηδωνών βασιλεύς, οι Στρυμόνα ποταμόν παροικούσι, πρώτος υβρίσας εξέλαβεν αυτόν. Και Διόνυσος μεν εις θάλασσα προς Θέτιν…”
Ο μύθος ο οποίος μας σώζεται από πολλές πηγές, είναι ένας κλασικός μύθος ασέβειας προς τους θεούς, ο οποίος καταλήγει φυσικά σε συντριβή του θνητού, σε τραγωδία. Άλλωστε ο συγκεκριμένος μύθος ενέπνευσε τον μεγάλο τραγωδό Αισχύλο για να γράψει μία τριλογία με τις τραγωδίες Ηδωνοί – Βασσαρίδες – Νεανίσκοι κι ένα σατυρικό δράμα με την ονομασία Λυκούργος.
Ο Λυκούργος λοιπόν, Θράκας βασιλιάς της περιοχής μας, έδειξε ασέβεια προσπαθώντας να διώξει την λατρεία του θεού από το βασίλειό του (κατά ορισμένες εκδοχές του μύθου, μεταφορικά να τον σκοτώσει). Ο θεός έφυγε προς στιγμήν από τον τόπο του τρομαγμένος και βρήκε προστασία από την Θέτιδα. Αλλά ο Λυκούργος με την πράξη του αυτή ξεσήκωσε την οργή των θεών οι οποίοι τον εχθρεύθηκαν. Στην κατάληξη ο Λυκούργος τυφλώνεται, ενώ σε πιο τραγικές διηγήσεις, τρελαίνεται από τον θεό και σαν ένας άλλος Αίαντας, νομίζοντας πως κόβει κληματσίδες, σκοτώνει τους συγγενείς του, το ίδιο του το παιδί, και ήρθε στα λογικά του όταν άρχισε να χτυπά με το τσεκούρι και τα ίδια του τα πόδια. Όταν είδε τι έκανε τότε τυφλώθηκε. Μία τρίτη παραλλαγή θέλει τον θεό να ξεραίνει τη γης και αυτή να μην δίνει καρπούς. Μήνυσε δε μέσω του μαντείου του, πως δεν θα ξαναγινόταν γόνιμη η γη, εάν δεν τιμωρηθεί με θάνατο ο Λυκούργος. Τότε οι Ηδωνοί πήραν τον βασιλιά του και τον επέβαλαν σε φριχτό θάνατο στο Παγγαιο, όπου “κατασπαράχτηκε από άλογα“.
Μα αν στους αρχαιότερους μύθους έχουμε τον αέναο κύκλο της φύσης, την συνείδηση, στους μύθους των θνητών, η μοίρα στέκεται εκεί και παραμονεύει με την τραγωδία. Κανένας δεν μπορεί να είναι ήσυχος και μόνο για ένα θα πρέπει να είναι σίγουρος, πως κάθε χαρά στη ζωή, είναι υποχρεωμένος να την πληρώνει με ισόποση λύπη. Και όσο πιο μεγάλη η χαρά, τόσο και μεγαλύτερη και η λύπη. Τέτοια ιστορία θα σας διηγηθώ στην επόμενη ανάρτηση. Μία τραγωδία που συνέβη σε τούτα τα χώματα που πατάμε και δεν γνωρίζουμε, εάν ενέπνευσε κάποιον μεγάλο ή μικρότερο τραγωδό, για να διδαχτεί στο θέατρο της Αμφίπολης.
Η αττική τραγωδία είναι το ευγενικότερο προϊόν            
 που έσωσε να δημιουργήσει ο άνθρωπος στον πλανήτη,
 σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του...                            
Δ. Λιαντίνης
Η αττική τραγωδία δημιουργήθηκε μέσα από μύθους, σαν αυτόν που συντελέστηκαν στη γη του αγνού Στρυμόνα. Έναν μύθο που σας τον διηγηθώ αμέσως τώρα.
“Λόγος μέν ἐστ᾽ ἀρχαῖος ἀνθρώπων φανείς,
ὡς οὐκ ἂν αἰῶν᾽ ἐκμάθοις βροτῶν, πρὶν ἂν
θάνῃ τις, οὔτ᾽ εἰ χρηστὸς οὔτ᾽ εἴ τῳ κακός·”
Έτσι ξεκινά ο Σοφοκλής της τραγωδία του Τραχίνιαι, που πάει να πει στην νέα απόδοση, πως
“υπάρχει ένας λόγος αρχαίος των Ελλήνων,
πως των ανθρώπων τη ζωή, προτού κανείς πεθάνει,
καλή αν ήταν η κακή, να γνωρίσεις δεν μπορείς.”
Και η ιστορία μας ξεκινά μέσα στην κοιλιά του Τρωικού αλόγου. Εκεί μαζί με τον Διομήδη, τον Οδυσσέα και τον Μενέλαο, ήταν στριμωγμένα και τα πιο γενναία παλικάρια των Αχαιών. Ένας από αυτούς ήταν και ο Δημοφών από την Αθήνα, γιος του ίδιου του ήρωα Θησέα και της Φαίδρας. Το όνομά του Δημοφών σημαίνει Δημοφόων =  δήμος (τόπος, λαός) + φόως (φως, λάμψη), “το φως του λαού, αυτός που φωτίζει το λαό του”. Ο Δημοφών είχε στο πλάι του τον αδερφό του τον Ακάμα. Στην Τροία τους οδήγησε ένα κοινό μυστικό. Όταν το βράδυ άνοιξε η καταπακτή και βγήκαν οι αντρόκαρδοι Αχαιοί από το ξύλινο άλογο, έτρεξαν στην πύλη του Ιλίου, την άνοιξαν και μέσα ξεχύθηκε ο στρατός του Αγαμέμνονα. Κραυγές και φωτιές και λεηλασία, μα τα δυο αδέρφια δεν έπαιρναν τίποτε, δεν ήθελαν κάτι να τους βαραίνει τα χέρια, είχαν τα μάτια καρφωμένα στις γυναίκες, ώσπου μέσα στις φωτιές και στο πλήθος, αναγνώρισαν το πρόσωπο που λαχταρούσαν. Ήταν η Αίθρα, η γιαγιά τους. Την είχε απαγάγει ο Πάρης, όταν κλέφτηκε με την Ελένη. Την Αίθρα την είχαν πάει στο παλάτι της Ελένης οι Διόσκουροι. Τα δυο παλικάρια δεν πήραν κανένα άλλο λάφυρο από την Τροία. Μόνο την γιαγιά τους. Τέτοια συμφωνία έκαμαν. 
Τα αδέρφια Δημοφών και Ακάμας
ελευθερώνουν την γιαγιά τους Αίθρα.
Έτσι ο Δημοφών πήρε τον δρόμο του γυρισμού για την Αθήνα. Στον δρόμο της επιστροφής πέρασε από την χώρα των Οδομαντών, οι οποίοι εξουσίαζαν την πεδιάδα ανατολικά του Στρυμόνα. Εκεί τον φιλοξένησε η εικοσάχρονη Φυλλίδα, κόρη του βασιλιά τους του Σίθωνα. Ήταν κεραυνοβόλος ο έρωτας των βασιλόπουλων. Λένε πως έκαναν δυο παιδιά μαζί και πως μέσα στην εύφορη πεδιάδα, βασίλευαν από τους πρόποδες του Παγγαίου, μέχρι εκείνους του Μενοίκιου όρους.
Ως που μια μέρα ήρθε μια είδηση για τον Δημοφώντα, πως ο θρόνος στην Αθήνα άδειασε και πως θα έπρεπε να βασιλέψει. Κρύος ιδρώτας έλουσε την όμορφη Φυλλίδα, ως που ο Δημοφών της έδωσε όρκο, πως θα γυρίσει σε ένα μήνα ότι και αν του τύχει. Θα φροντίσει να δοθεί με ασφάλεια για την πατρίδα του ο θρόνος αλλού και αυτός θα γυρίσει για να βασιλέψει μαζί με την όμορφη γυναίκα του, σε τούτον τον τόπο. Η Φυλλίδα του έδωσε να έχει μαζί του ένα κουτί, που το ζήτησε όμως να το ανοίξει μόνο εάν αποφάσιζε να μην γυρίσει πίσω. Ήταν της ίδιας της Ρέας το παράξενο τούτο το δώρο.
 
Μα στο δρόμο έπιασε φουρτούνα, από εκείνες που ο θυμωμένος Ποσειδώνας μετά τα Τρωικά έστελνε σε όλους τους Αχαιούς, με πρώτο τον Οδυσσέα. Έτσι το καράβι του Δημοφώντα έφτασε στην Κύπρο. Οι μέρες περνούσαν και ο ήλιος έδυσε 29 φορές στο όρος Δύσωρον, που σχηματίζει εκείνες τις τραχιές μα και μεγαλοπρεπείς δύσεις του ήλιου. Τέτοιες που κάνουν το άλγος του νόστου, να γίνεται βαρύτερο στο στήθος των ερωτευμένων. Την τριακοστή μέρα που ήταν και η τελευταία από την διορία που έδωσε ο ίδιος ο Δημοφών στον εαυτό του, η βασιλοπούλα, πήρε παράλληλα τον Στρυμόνα και έφτασε μέχρι την θάλασσα. Μάταια περίμενε ως που την έπιασε η νυχτιά. Κανένα πλοίο δεν φάνηκε στον κόλπο του Στρυμόνα. Πήρε τον δρόμο του γυρισμού, διανυκτερεύοντας στην πρώτη πόλη του βασιλείου της μετά την θάλασσα. Εννέα οδούς την ονόμαζαν την πόλη και η Φυλλίδα έδωσε εννέα κατάρες στους Αθηναίους, μέσα στην απέραντη θλίψη. Δεν άντεξε όμως η ερωτευμένη νέα να γυρίσει στο παλάτι της. Την βρήκαν το πρωί, να είναι μία ξεραμένη αμυγδαλιά. Άλλοι είπαν πως πέθανε από θλίψη, άλλη πως κρεμάστηκε στην ίδια την αμυγδαλιά αυτή. Οι θεοί όμως την μεταμόρφωσαν και την ίδια σε αμυγδαλιά. Από την κορφή των εννέα οδών, να αγναντεύει από τη μια την θάλασσα, μήπως και γυρίσει ο αγαπημένος της, από την άλλη να θωρεί το βασίλειο που άφησε. 
Ο Δημοφών όμως δεν ξέχασε ποτέ την υπόσχεση για την αγαπημένη του. Έτσι αν και άργησε επέστρεψε στο βασίλειό τους. Στις Εννέα οδούς όμως τον μήνυσαν τα κακά μαντάτα. Έτρεξε τότε και αγκάλιασε με τέτοια ορμή την ξερή αμυγδαλιά που εκείνη έβγαλε ξανά φύλλα. Μέσα στην θλίψη του ο Δημοφών θέλησε να δει τι είχε το κουτί που του έδωσε η αγαπημένη, μόλο που εκείνη του είπε να το ανοίξει, μόνο αν αποφάσιζε να μην γυρίσει πίσω. Μόλις άνοιξε το κουτί, ενώ ήταν καβάλα πάνω στο περήφανο Θρακιώτικο άλογό του, εκείνο αφιονίστηκε και τον έριξε πάνω στο ίδιο του το σπαθί.
Οι Οδόμαντες προς τιμήν της βασίλισσάς τους, ονόμασαν όλον εκείνον τον τόπο ανατολικά του νομού τους, Φυλλίς, και ακόμα και σήμερα εκείνη την επαρχία το κράτος την ονομάζει επαρχία Φυλλίδος. 
Λένε πως η πρώτη από τις εννέα κατάρες της Φυλλίδας ήταν η αυτοκτονία της Αίθρας, μόλις έμαθε για τον θάνατο του εγγονού της. Μα οι ιστορικοί στο μέλλον, το είδαν καθαρά. Εκείνον τον τόπο που τον έλεγαν Εννέα οδούς, οι Αθηναίοι τον εποίκησαν μετά από αιώνες και τον ονόμασαν Αμφίπολη. Εννέα φορές ηττήθηκαν εκεί οι Αθηναίοι σε πόλεμο. Από του πελταστές του Δράβησκου με τους δέκα χιλιάδες νεκρούς, μέχρι την συντριβή και τον θάνατο του Κλέωνα και ως που η Αμφίπολη χάρισε την νίκη του Πελοποννησιακού πολέμου στην Σπάρτη, οδηγώντας την μεγάλη Αθήνα σε παρακμή.
Ο Δημοφών έδωσε όρκο στους θεούς, για κάτι που δεν ήξερε ότι θα μπορέσει να εκτελέσει, αντί να δώσει μία φρόνιμη απάντηση και να ζητήσει από την όμορφη γυναίκα του υπομονή και πίστη, στα μέτρα των θνητών. Έτσι όπως κλείνει ο Σοφοκλής την τραγωδία Αντιγόνη, θα κλείσω και εγώ τούτο τον μύθο που σας διηγήθηκα:
Η φρόνηση στην ευτυχία είναι το πιο σημαντικό.
Πρέπει στους θεούς ασέβεια να μην δείχνουμε.
Πάντα τα μεγάλα λόγια των θνητών
με μεγάλες συμφορές θα πληρώνονται, 
έτσι που στο πέρασμα του χρόνου
θα διδάσκουν την φρόνηση. 
  • Ο μύθος έχει πολλές παραλλαγές. Για παράδειγμα η αυτοκτονία του παλικαριού, γίνεται με τον αδερφό του Δημοφώντα, τον Αδάμαντα και μάλιστα στην Κύπρο. Επιλογή δικιά μου είναι να τον διηγηθώ έτσι με αποσπάσματα των εκδοχών, αντί για ακαδημαϊκές στεγνές παρουσιάσεις των εκδοχών αυτών. Άλλωστε ο μύθος είναι κυρίως αυτό: Διήγηση.
http://emmanouilpapas.blogspot.gr
http://amphipolis.gr

…οι Τρώες μαζί με τους Κρήτες θεωρούνται οι αποικιστές της Βρεττανίας

Βρεττανοί και Σκωτσέζοι ψάχνουν εναγωνίως την προέλευσή τους, μέσα απο την εμηνεία των picts. Ας τους πεί κάποιος οτι Τρώες και Κρήτες ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της γης τους και οτι η λέξη picts είναι ελληνική. Ας σημειωθεί οτι οι Ρωμαίοι δεν πάτησαν πόδι στην Σκωτία και άρα δεν ονομάτισαν τις περιοχές με ελληνοπρεπή ονόματα.

Ρίχνοντας μια ματιά στο χάρτη της Σκωτίας, βλέπουμε καθαρά ελληνικά ονόματα:

 Clipboard12 Clipboard01 Clipboard02 Clipboard03 Clipboard04 Clipboard05 Clipboard06 Clipboard07 Clipboard08 Clipboard09 Clipboard10 Clipboard11

και φυσικά το νησί Stroma διότι μόνο ως στρώμα ομοιάζει

Clipboard13

ΟΙ ΚΕΛΤΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ ΠΟΥ ΟΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΚΕΛΤΩΝ;

 Οι γραπτές ιστορικές πηγές του Ελληνικού και του Ρωμαϊκού κόσμου είναι ελάχιστες. Ως λαός αναφέρονται αρχικά από τον Εκαταίο τον Μιλήσιο στο έργο του «Γεωγραφικά», δηλαδή τον 5ο αιώνα π.Χ.

Ο Ιούλιος Καίσαρ στο βιβλίο του «Περί του Γαλατικού Πολέμου», ένα βιβλίο με την μορφή των απομνημονευμάτων μας δίδει τις ακόλουθες πληροφορίες : ότι οι θρησκευτικές τελετέςτων Κελτών και των Γαλατών ήσαν ίδιες με τις Ελληνικές, ενώ στην γλώσσα όπου έψελναν οι Δρυΐδες ήτο επίσης η Ελληνική. Αλλά και οι αξιωματικοί του συνενοούντο με τους ιερείς των Κελτών, τους Δρυΐδες, ομιλούντες την Ελληνική. Όπως και οι θεοί τους είχαν ίδιες ή παραφθαρμένες ονομασίες ελληνικές, όπως Diis Pater – Δευς [Ζευς] Πατέρας.

Η ελληνική μυθολογία μας αναφέρει ότι όταν ο Ηρακλής εξεστράτευσε στην Δύση, ερωτεύθηκε την Γαλάτεια, μια νύμφη όπου μαζί της απέκτησε δυο υιούς τον Κέλτη και τον Γαλάτη. Όπου από αυτά τα δυο παιδιά του προήλθαν οι Κέλτες και οι Γαλάτες.

Πρώτα στην Ιρλανδία και μετά την Βρεττανία.

Στην Ιρλανδία οι κέλτικες παραδόσεις και οι ελληνικότητες δεν εχάθησαν ποτέ. Όπου αυτό φαίνεται και από την Κέλτικη μυθολογία, και πρώτοι ήσαν οι Δαναοί και μετά οι Μιλήσιοι.

Αναφέρει : «Μετά την δεύτερη μάχη του Μάγκ Τουρέδ [ετυμολογία αγγλικών λέξεων], οι Δαναοί [οι Δαναοί αναφέρονται στα Ομηρικά Έπη, όπου είναι η άλλη ονομασία των Αχαιών Ελλήνων] εκυβέρνησαν την Ιρλανδία μέχρι τον ερχομό των Μιλησίων, υιών του Μιλήτου [Η Μίλητος ήτο αποικία των Αθηναίων]».

Ο Ιρλανδικός μύθος αναφέρει ότι η φυλή αυτή κατήγετο από θείους προγόνους.

Συνεχίζει : Ήτο Πέμπτη, Πρωτομαγιά και 17η ημέρα της Σελήνης [σεληνιακό ημερολόγιο], όταν οι Μιλήσιοι έφθασαν στην Ιρλανδία. Πρωτομαγιά αποβιβάσθηκαν και ο Παρθάλων στα νησιά.

Ο Ιρλανδικός μύθος αναφέρει ότι ο Βασιλέας Παρθάλων, ήρθε στην Ιρλανδία τρεις αιώνες περίπου μετά τον μεγάλο κατακλυσμό. Λέγεται ότι ξεκίνησε από την Μακεδονία ή Μέση Ελλάδα συνοδευόμενος από μια μικρή ομάδα ανθρώπων. Ανάμεσά τους ήσαν 3 Δρυΐδες από την Δωδώνη, που ονομάζοντο Φίος, Αίολος και Φομόρης.

Ένα αρχαίο Ιρλανδέζικο ποίημα του Αμέργινου λέγει :

«Επικαλούμαι την γη της Ιρλανδίας.
Γαλήνια είναι η γόνιμη θάλασσα
γόνιμα είναι τα βουνά με καρποφόρα δένδρα,
γεμάτα με καρποφόρα δένδρα είναι τα δροσερά δάση,
δροσερά είναι τα νερά των καταρρακτών,
από καταρράκτες σχηματίζονται οι βαθιές λιμνούλες,
βαθιές λιμνούλες είναι οι πηγές των πλαγιών.
Μια πηγή φυλών είναι η μεγάλη συνέλευσις,
η συνέλευσις των βασιλιάδων της Τάρας.
Η Τάρα είναι η ακρόπολις των φυλών,
των φυλών των απογόνων του Μίλητου,
του Μίλητου με τα πολλά καράβια και τις λέμβους.
Μια μεγαλειώδης λέμβος είναι η Ιρλανδία,
η μεγαλειώδης Ιρλανδία, η πολυτραγουδισμένη.
Να μια επίκλησις μεγάλης τέχνης
Επικαλούμαι την γη της Ιρλανδίας».
Υπάρχει ακόμη πλήθος Ιρλανδικών μύθων που αναφέρονται στα ελληνικά φύλα που την αποίκισαν.

Ακόμη και σήμερα οι Ιρλανδοί υπερηφανεύονται για την Ελληνική τους καταγωγή, όπου το κυρίαρχο πολεμικό τραγούδι του Ιρλανδικού Επαναστατικού Στρατού [Ι.Ρ.Α], έχει τον τίτλο «Ένα έθνος ενωμένο, ακόμη μια φορά», ανάμεσα στους στίχους του, υμνεί τους 300 του Λεωνίδα που εθυσιάσθηκαν για την Ελευθερία και καλεί τους Ιρλανδούς να θυμηθούν τους προγόνους τους και να τους μιμηθούν.

Σήμερα επίσης υπάρχει στην Ιρλανδία πόλη με το όνομα Salonica, δηλαδή Θεσσαλονίκη, στην πλατεία της οποίας υπάρχει και άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Δεύτερον στην Βρεττανία, οι μύθοι και οι παραδόσεις είναι και εδώ πάρα πολλές.

Ο Αινείας μετά την άλωση της Τροίας, διέφυγε στην Ιταλία. Ο εγγονός του ο Βρούτος, σε ηλικία 15 ετών, αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την χώρα στην οποία είχε γεννηθεί, και ηγούμενος με 3.000 νεαρούς Τρώες, ξεκίνησε να βρεί την τύχη του. Στην εκστρατεία του αυτή τον ακολούθησαν και οι Έλληνες της κρητικής αποικίας της Καλαβρίας [περιοχή της νοτίου Ιταλίας], με ηγέτη τον Τεύκρο.

Μετά από πολλές περιπέτειες αποφάσισε να αποικήσει την μεγάλη Λευκή νήσο της Βορείου θαλάσσης, όπως ονομάζετο τότε η Βρεττανία.

Έφθασαν εκεί αφού εξερχόμενοι από τις Ηράκλειες στήλες ταξίδεψαν δυτικά, συναντώντες 4 τρωϊκές αποικίες τις οποίες κυβερνούσε ο Τράνιος.

Έφθασαν στην Λευκή Νήσο, όπου και την ονόμασαν Βρουτανία, από το όνομα του Βρούτου, όπου ίδρυσαν μια πόλη και την ονόμασαν Νέα Τροία, η οποία είναι το σημερινό Λονδίνο.

Συμφώνως με όσα αναφέρει ο Όμηρος στην «Ιλιάδα», οι Τρώες μαζί με τους Κρήτες θεωρούνται οι αποικιστές της Βρεττανίας [παραφθορά του Βρουτανία ;], αλλά και οι ιδρυτές του πρώτου πολιτισμού στην Λευκή Νήσο.

[Μυθιστορία, κεφάλαιο 5ο – Οι Κέλτες έχουν ελληνική καταγωγή, σελίδες 51-58, Στέφανος Μυτιλιανίος, εκδόσεις Νέα Θέσις 2000]

ΠΗΓΗ = Απόσπασμα από το βιβλίο του συγγραφέως Ομήρου Ερμείδη με τον τίτλο «Έλληνες ή Ελληνίζοντες

χριστιανοί»
Amphipolis.gr
eleysis-ellinwn.gr

Poem: Alexander the Great By Christa Wehner Radeburg

article-2401057-0D5D720400000578-514_306x423

It was as if the dawn broke forth in song

as Alexander lay concealed in Olympias’ womb.

The forests of Macedonia rustled in accord,

surrounding Pella’s grove at Phillip’s castle.

 

The young prince saddled his horse and rode

toward the East,

transforming the world.

Bucephalus strained,

Bucephalus stamped,

Bucephalus struggled

against the youth’s strength.

 

The Iliad ran through his dreams,

engrossed … soon he stood upon the hill of Troy …

Achilles was near.

We remember Issus Battle, Darius’ death,

the battlefield at Gaugamela,

Persepolis reduced to ruins…

Still Susa’s fountains add their melodious melody

to the joyous sound of strings and wedding dance,

as Orient’s splendor with the legion was entwined.

 

The young man’s path led on to the heights of Hindu Kush

where battle he did win, but lost Bucephalus.

 

Babylon, Babylon, Babylon cries silently

for a young son of Greece,

the friend of his youth, Hephaestion,

Iskander even…

 

A king’s golden throne is shattered,

scattering stardust through the night for light.

 

For centuries the desert sands remain aglow,

borne within a mind as old as time.

Twilight falls, spreading its glow over the Euphrates,

from whose depths Hellas’ legacy emerges,

harbored in the dawn as it breaks forth in song..