ΣΩΚΡΆΤΗΣ: "基督"的哲学

把之前的任何问题进行讨论, 这将是一个有点接近苏格拉底的神秘面. 具有象征意义的哲学家生活在公元前5世纪. 在“黄金时代”的雅典, 从几乎没有移动, 除非我们排除服务于一些军事行动. 他索菲罗尼斯卡斯和Fainaretis的儿子, 和他的母亲知道,他是执业助产士 - 强烈标志着在他的生活中的.

与基督的相似之处是安装在一个可以使主机,如果他们并肩生活方. 在他们身后书面形式既精光, 他们有一个圆 (年轻的年龄) 学生, 不接受报酬“教”他们 (苏格拉底从来没有接受老师的表征), 他们的想法提出质疑的思维模式和他们的时间最根本的概念, 和, 答案是肯定的, 通过他们的社区的未经证实的指控被判死刑.

另一个特点是引入了苏格拉底在哲学史上最根本的转变和分裂 - 如按时间顺序在年前和基督后确定人类历史, 所以我们不能分开理念, 或者更确切地说,哲学家, 在苏格拉底和metasokratikous, 在“自然”和“人文主义”. 苏格拉底现象的重量引起的反射思想家核心的位移 - 他之前, 哲学家处理自然现象, 世界, 宇宙, 而在此之后的焦点变成了人与存在的关系. 对这个问题的一个比较知道的位置如下:

“苏格拉底的哲学得到了明星地球, 并提出在人们的家

最后一个项目我们开始之前报价是确定苏格拉底如何处理. 听起来很矛盾, 但是,不仅是, 但它是在哲学史上最大的问题之一, 也被称为“苏格拉底问题”. 自然, 当有人离开他身后没有著作, 由人或学生思维的光扭曲和破坏的话和教导记录历史的页面. 苏格拉底的缘故, 这个“债”是由柏拉图的学生进行, 谁任命他为所有对话/项目的主角和主音箱.

在这里,出现这样的问题. 如果我们把它从一开始就全部柏拉图对话的苏格拉底结束,把他当作一个人, 很明显,我们将不得不做一个完全精神分裂人格. 为什么出现这种情况; 因为在早期对话, 我们找到了苏格拉底沉浸在他的无知的诚意, 谁骤降对他的对话者思想家“有一件事我知道这个烂摊子,我什么都不知道”, 老师谁拒绝教授,并邀请学生找到自己的真相. 但在随后的对话框中, 我们看到一个完全不同的人 - 苏格拉底不再使用的无知作为噱头的,辩证的武器, 征收和追逐绝对的概念和定义致病. 因此,我们苏格拉底的无知, 和苏格拉底的定义和客观真理 (谁逐出教会了他在尼采 偶像的黄昏).

为什么出现这种情况; 一个可能的解释是,柏拉图在他的早期作品还没有来得及把自己的思维方式,他的个人价值体系, 导致列表,并通过他的老师的思想驱动, 而他仍然强烈影响. 和, 后来, 当他到达世界的想法的概念, 当所定义的理想状态, 然后简单地适应苏格拉底的人想, 他用它作为基础来支撑自己的信念.

我们不会分析其他, 而事实是,已经相当孔. 任何人都更热衷于苏格拉底问题, 伟大的是他的本名为弗朗索瓦Roustang: “苏格拉底的秘密改变生活”, 主要突出了苏格拉底的无知, 与我们将在本文后面讨论.


今天的心理过程

今天精神, 为巩固由像弗洛伊德和荣格的思想家 (这自然受到其他思想家, 作为陀思妥耶夫斯基) 定义为人类灵魂的过程的因果解释, 其目的是在寻找对我们的思想和行动的根本原因, 对自我的有效理解和, 所以, 通过间隙和内源性感知提供改善我们的生活. 简单的说: 我们说的, 我们分析我们的行动, 我们理解,因为我们做我们为什么这样做 (从而, 因为我们不快乐), 为了了解, 实现我们的运动的d-列表, 并提出在我们的生活意识的一个新的水平,使我们更加健康和自由-OSO可能- 从创伤和过去的“阴影”.

是, 所以, 关于“为什么”的一个反思的过程 - 在一个“为什么”个人主观. 不知怎的,philosophise, 表达和分析“我”我们, 试图理解和实现. 这是一个漫长的过程, 痛苦和困难, 和喜欢荣格说:

“意识并不是没有痛苦”

这至少是今天大多数精神分析的位置, 这不仅是现代西方世界的核心, 但奥修说: “当代人的宗教”. 这是自我潜藏着下一个深渊无意识的信念, 即人类可以而且必须解释因果. 根无疑是亚里士多德的思想和, 主要, 基督教. 在这里,我们开始复习并解释为什么苏格拉底的无知, ,可能是- 正宗的苏格拉底, 他会扔袖口弗洛伊德和垂直逐出教会精神分析过程作为一个整体.

首先是精神分析的过程中设置默认的男人作为一个病人 - 任何人希望参加今天的会议精神, 只能接受自己作为一名“患者”和心理分析学家为“医治”, 或至少为“行家”, 一个更高的意识的持有人. 的事情,但不能达到, 由于流程的焦点之一是“弱假设“,实际上是生病了, 实际上已被解决的问题. 因此,人, 最初被困在一个“问题”的定义, 至少不快的或部分- 不幸福的不同, 该过程变得不合理. 正如奥修说, 谁无意中我, 已经表明,本文的荣誉:

“精神有什么可说的了快乐的人”

Με ποια άλλη διαδικασία μπορούμε άραγε να συσχετίσουμε τη ψυχανάλυση; Μία εύλογη απάντηση είναι με τη χριστιανική εξομολόγηση. Οι ομοιότητες και οι συσχετισμοί ποικίλουν:

() a) Ο ορισμός «αμαρτωλού/ασθενή» ως «αμαρτωλό/δυστυχισμένο».

() b) Ο «ιερέας/θεραπευτής», ο οποίος μπορεί να τον βοηθήσει να ερμηνεύσει το «θείο θέλημα/υποσυνείδητο» του.

() c) Η «ευλογία/εξειδίκευση» του «ιερέα/θεραπευτή», που τον καθιστά υπεύθυνο και ικανό να ορίσει τα πλαίσια και την εξέλιξη της διαδικασίας (和, 明显, κατά πολλούς τρόπους, «ανώτερο» από τον «αμαρτωλό/ασθενή»).

ð) Η αιτιολογική προσέγγιση του «είναι» του «αμαρτωλού/ασθενή», με τη μορφή του «θείου θελήματος/υποσυνείδητου», η μη-κατανόηση του οποίου και η ανικανότητά του να πράξει με βάση αυτά, τον καθιστά δυστυχισμένο.

Ë) Η ρίζα της δυστυχίας του «αμαρτωλού-θεραπευτή» στο παρελθόν του, και συγκεκριμένα στο «προπατορικό αμάρτημα/παιδικά τραύματα», για τα οποία δεν έχει τον παραμικρό λόγο αυτός καθαυτός.

Ενδεχομένως μπορούμε να βρούμε κι άλλα, δεν νομίζω όμως πως υπάρχει λόγος. Ίσως είναι τολμηρός ισχυρισμός, αλλά η συγκεκριμένη μορφή ψυχανάλυσης είναι κατά κάποιο τρόπο μία μεταμφιεσμένη εξομολόγηση χριστιανικού τύπου. Αυτό φυσικά δεν ισχύει για το σύνολο των ψυχαναλυτών, μιας και πάντα υπάρχουν αυτοί που αποκλίνουν από τον παραλογισμό της πλειοψηφίας της εκάστοτε τέχνης/τρόπου σκέψης – όπως και ο στάρετς Ζωσιμάς στο «Αδερφοί Καραμαζόφ» του Ντοστογιέφσκι, που ήταν κάθε άλλο παρά «συνηθισμένος» παπάς, μιας κι έδινε απλόχερα το χαμόγελο στους «αμαρτωλούς» και τους συμπεριφέρονταν σαν φυσιολογικούς ανθρώπους, κι όχι σαν υπανθρώπους που κρέμονται στο χείλος της κόλασης.

Έχουμε λοιπόν αυτή τη μορφή ψυχανάλυσης, που εξορισμού γεννάει την αρρώστια του ανθρώπου για να έχει λόγο ύπαρξης και εφαρμογής – μία διαδικασία που δημιουργεί προβλήματα και «βαθιά ριζωμένα ψυχικά τραύματα» (που δεν είναι τίποτα άλλο από ολότελα επιφανειακές ασυναρτησίες) για να συντηρεί το «γίγνεσθαι» της ροής και της εξέλιξής της. Μία διαδικασία που βυθίζει τον άνθρωπο σε έναν βούρκο αναίτιας πολυπλοκότητας (που φυσικά εξυψώνεται ως «ουσιώδες βάθος») και που εξορκίζει την απλή σκέψη ως «επιφανειακή» και ως απόλυτα άχρηστη στην αναζήτηση της συνειδητότητας και της κατανόησης. Ένα σύστημα σκέψης που παράγει «λογικούς βλάκες», που είναι σε θέση να ξεδιπλώσουν μυριάδες αιτίων για τη δυστυχία τους, αλλά που δεν μπορούν να αφεθούν στην ευτυχία ούτε μία στιγμή.

Ενάντια όμως σε αυτή τη ψυχανάλυση, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον διάλογο του Σωκράτη.


Ο Σωκρατικός διάλογος, ή αλλιώς η ψυχανάλυση της ευτυχίας

«Ο Σωκράτης ήταν ο πρώτος θεραπευτής»
-François Roustang

Ο Σωκράτης ως «θεραπευτής» (大概, ούτε αυτόν τον ορισμό θα δέχονταν ο ίδιος) δεν έχει καμία σχέση με το σύγχρονο ψυχαναλυτή. Δεν ισχυρίζεται ότι ξέρει κάτι ή πως είναι ανώτερος από τον συνομιλητή του, σε οποιοδήποτε επίπεδο – κι αυτή είναι μία κατάθεση ειλικρινής και ουσιαστική. Αποδέχεται και τονίζει την άγνοιά του σε κάθε ευκαιρία. Ισχυρίζεται και όντως συζητάει και πράττει με την επίγνωση του ότι όντως δεν γνωρίζει απολύτως τίποτα, είτε μιλάμε για τη φυσική πραγματικότητα, είτε για την ύπαρξη του ανθρώπου. 因此, είναι ανίκανος να επενδύσει νοηματικά πάνω σε οποιαδήποτε έννοια, παρά αρέσκεται μονάχα στο να ρωτάει.

Ερωτήσεις, αλλεπάλληλες ερωτήσεις, αυτό έχει μονάχα να δώσει, κι αυτές λειτουργούν ως πολιορκητικοί κριοί στο αξιακό στερέωμα, τα πιστεύω και τα «ξέρω» του συνομιλητή του, κι όχι σαν αφορμές για να βρει αξίες ή να αντιληφθεί κάτι πέρα από την άγνοιά του. Δεν είναι δυνατή ούτε καν η αντιπαράθεση, μιας κι ο Σωκράτης αρνείται να στηριχθεί και να υποστηρίξει οποιαδήποτε θέση – με τη στάση του, το μόνο που πράττει είναι να αναδεικνύει το άλογο των θέσεων του συνομιλητή του. Το να προσπαθήσεις να έχεις αντιπαράθεση μαζί του, είναι σαν να προσπαθήσεις να αναγκάσεις το είδωλό σου στο καθρέφτη να μη σε ακολουθήσει. Ο συνομιλητής φτάνει σταδιακά μέσω του διαλόγου σε μία κατάσταση αληθινής άγνοιας (ή «νάρκωσης», όπως αναφέρει ο Μένων στον ομώνυμο διάλογο, χαρακτηρίζοντας τον Σωκράτη ως θαλάσσια νάρκη), ενώ ο ασθενής της σύγχρονης ψυχανάλυσης, με το πέρας της συνεδρίας, βρίσκεται σε μία κατάσταση ψεύτικης γνώσης. Ο Σωκράτης συντελεί στο να συνειδητοποιήσει ο συνομιλητής αυτά που δεν ξέρει, ενώ ο ψυχαναλυτής στο να νομίζει πως ξέρει κάτι. Η ροή σκέψης του εκκεντρικού αυτού φιλοσόφου είναι σαν το νερό του Ταοϊσμού, είναι ταυτόχρονα μαλακιά και σκληρή, υποδέχεται αλλά ταυτόχρονα εγκλωβίζει και εξουδετερώνει.

«Αυτό το πράγμα ξεκίνησε να μου συμβαίνει από τότε που ήμουν παιδί, μια φωνή που ακούω μέσα μου, η οποία όταν ακούγεται, με αποτρέπει να κάνω κάποιες πράξεις, αλλά δεν μου υποβάλλει ποτέ τι να κάνω.»

和, μιας και αναφέραμε το γνωστό δαιμόνιο του Σωκράτη, ας μείνουμε σε αυτό, αφού σε αυτό συγκεντρώνεται όλη η ουσία της διδασκαλίας του. 首先, να θέσουμε τη θεμελιώδη αντίθεσή του ως προς τη φωνή της ενοχικότητας του σύγχρονου ασθενή. Ο σύγχρονος άνθρωπος, ο ασθενής, ακούει συνεχώς μέσα του τι θα «έπρεπε» να κάνει – πώς θα μπορούσε να είναι πιο ικανός, πώς η ζωή του θα μπορούσε να είναι καλύτερη, πώς θα έχαιρε περισσότερης εκτίμησης από τους γύρω του, κα. Η ενδογενής φωνή του σύγχρονου ασθενή δεν κάνει τίποτα άλλο από το να τον πνίγει σε ένα τυφώνα ατελείωτων «θα», που με τη σειρά τους τον υποχρεώνουν να φαντάζεται και να επιθυμεί ιδεατές συνθήκες, και φυσικά, να αρνείται τη χειροπιαστή του πραγματικότητα. «Αν δεν είχε γίνει αυτό το ατύχημα, τώρα θα περπατούσα», «Αν δεν είχα χάσει το λεωφορείο, δεν θα είχα αργήσει», «Αν η μητέρα μου ήταν καλύτερη, θα ήμουν πιο υγιής», «Αν ήμουν πιο ενδιαφέρων, θα μπορούσα να έχω αυτόν/η για σύντροφο», 如果, 如果, 如果. Αυτή είναι η εσωτερική φωνή του ανθρώπου σήμερα, ένας ακατάσχετος μονόλογος αλλεπάλληλων Αν.

Έζησα στην άκρη του γκρεμού
της παράνοιας, θέλοντας να γνωρίζω τα αίτια,
χτυπώντας σε μία πόρτα. Ανοίγει.
Χτυπούσα από μέσα.
-Ρουμί

Το δαιμόνιο του Σωκράτη όμως, είναι ολότελα διαφορετικό. Δεν αξιολογεί τη πραγματικότητα, δεν κρίνει καταστάσεις, δεν αναλύει σκέψεις, δεν κυνηγάει αίτια. Έχει μονάχα δύο λειτουργίες: αποδέχεται και καθοδηγεί.

Αποδέχεται, επειδή δεν κρίνει. Και καθοδηγεί, επειδή «φωνάζει» όταν κάτι στέκεται εμπόδιο στα αληθινά «θέλω» του ανθρώπου. Αυτή η τόσο απλή και ουσιαστική καθοδήγηση είναι η ρίζα της πιο αληθινής ηθικής, της ηθικής που -ασχέτως πώς και γιατί- όλοι έχουμε μέσα μας. Αλλά ως ηθική φυσικά δεν ορίζουμε την «ηθική της ενοχής», τη «χριστιανική ηθική», αλλά την ηθική της χαράς, την ηθική του Ζαρατούστρα – την τάση μας να εναντιωνόμαστε απέναντι σε καθετί δεν αισθανόμαστε αυθεντικό, σε οτιδήποτε συγκρούεται με το «είναι» μας και εντός του οποίου δεν μπορούμε να είμαστε ο εαυτός μας.

Ο σύγχρονος ψυχαναλυτής ακούγοντας αυτά τα λόγια θα χαζογελάσει, θα μας κοιτάξει αφ’ υψηλού και θα πει πως όλα αυτά είναι σαχλαμάρες, ουτοπίες και εξιδανικευμένες αερολογίες. 然而, πρέπει να έχουμε το θάρρος να τον κοιτάξουμε στα μάτια και να υποστηρίξουμε την αλήθεια μας. Επειδή όλοι μας, μα όλοι ανεξαιρέτως, ξέρουμε όταν κάτι απλώς δεν μας αρέσει. Όπως και Ξέρουμε όταν κάτι μας αρέσει, όταν κάτι είναι αυθεντικό για εμάς, όταν κάτι κάνει το «είναι» μας να χαίρεται. Αισθανόμαστε τη χαρά του να κάνουμε πράγματα που ουσιαστικά μας αρέσουν, και νιώθουμε τη δυσφορία να πράττουμε κάτι που απλώς δεν μας εκφράζει ως οντότητες. Κι αυτό το αίσθημα είναι χίλιες φορές πιο χειροπιαστό, αληθινό και ξεκάθαρο από όλες τις εκλογικευμένες «συνειδητοποιήσεις» που μπορούμε να φτάσουμε μέσω της υποτιθέμενης ανάλυσης του «υποσυνείδητου» εαυτού μας.

Ξέρεις τι σου αρέσει, και τι δεν σου αρέσει – το αισθάνεσαι, είναι τόσο απλό. Αυτός είναι ο ψίθυρος του δαίμονα που προσπαθεί να ξυπνήσει μέσα στους συνομιλητές του ο Σωκράτης, ο οποίος πλέον δεν ακούγεται μέσα την ηχορύπανση που έχει δημιουργηθεί εντός του μυαλού τους. Χαμένοι μέσα στη πολυπλοκότητα και τη δυσλειτουργικότητα της σκέψης τους, οι άνθρωποι απλώς μπουρδουκλώνονται σε κάθε τους σκέψη, μπερδεύουν τα αισθήματα με τη λογική, προσπαθούν να δώσουν αξία μέσω λογικών διεργασιών – φτάσανε στο απόγειο της παράνοιας, θέλουν να ξέρουν γιατί (!) είναι χαρούμενοι για να επιτρέπουν στον εαυτό τους να είναι χαρούμενοι.

«Εάν δεν πάρεις αυτό που θες, υποφέρεις. Εάν πάρεις αυτό που δεν θέλεις, υποφέρεις. Ακόμα κι αν πάρεις ακριβώς αυτό που θες, και πάλι υποφέρεις επειδή δεν μπορείς να το κρατήσεις για πάντα. Το μυαλό σου είναι η αιτία της δυσφορίας σου. Θέλει να είναι ελεύθερο από την αλλαγή. Ελεύθερο από τον πόνο, ελεύθερο από τις υποχρεώσεις απέναντι στο θάνατο και τη ζωή. Όμως η αλλαγή είναι ο νόμος και όλη η υποκρισία του κόσμου δεν αρκεί για να παραμορφωθεί αυτή η πραγματικότητα»

Μέσα από αυτά τα λόγια του Σωκράτη, μπορούμε να αντιληφθούμε την ουσία της άγνοιάς του. Ο Σωκράτης δεν ξέρει τίποτα, επειδή ζει σε μία πραγματικότητα του «γίγνεσθαι», επειδή αποδέχεται ολοκληρωτικά το -αιωνίως μεταβαλλόμενο- 现在, απαλλαγμένος από τα φαντάσματα του παρελθόντος και τα πυροτεχνήματα του μέλλοντος. Μα αφού ξέρεις κάτι αυτή τη στιγμή, πώς γίνεται αυτή η γνώση να ισχύει την επόμενη στιγμή, που η ζωή η ίδια θα έχει αλλάξει; Δεν μπορείς να περάσεις το ίδιο ποτάμι δυο φορές, επειδή ούτε εσύ θα είσαι ο ίδιος, ούτε κι αυτό. Δεν θα βρεις ποτέ την ιδέα, τη κατάσταση ή τη συνειδητοποίηση που θα σου εξασφαλίσει για πάντα τη χαρά – τη χαρά πρέπει να τη κατακτάς και να της επιτρέπεις να μπει μέσα σου κάθε στιγμή. Απλώς «είσαι» και δεν υπάρχει λόγος να ήθελες να «είσαι» αλλιώς, επειδή δεν υπάρχει αυτό το αλλιώς. Κι αυτή δεν είναι η αιτία να κάτσεις στα αυγά σου, να μείνεις στάσιμος, αλλά η μεγαλύτερη αφορμή να «χορέψεις ανάμεσα στα αστέρια». Η ζωή σε βαφτίζει και σε αποκληρώνει σε κάθε σου βήμα, σου επιτρέπει να εξαγνιστείς και να αναγεννηθείς από τις στάχτες σου κάθε δευτερόλεπτο – ποιος ο λόγος να το φοβάσαι αυτό;

Αλλαγή και αποδοχή της αλλαγής – ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο γίγνεσθαι, μία ατελείωτη υπέρβαση δίχως στόχο. Σε αυτή τη διεργασία τελείται η μύηση στη τέχνη την ευτυχίας.

Αυτό είναι το παράδοξο της ζωής και της ευτυχίας, και τη χαρά τη βρίσκεις μόνο στους παράλογους, κι όχι στους λογικούς. 为什么, όπως είπε ο Καμύ:

«Η προσπάθεια αυτή καθαυτή να φτάσει κανείς τα ύψη είναι αρκετή για να γεμίσει τη καρδιά του ανθρώπου. Θα πρέπει κανείς να φανταστεί τον Σίσυφο πραγματικά χαρούμενο»

http://kammenatetradia.com

发表评论