Amphipolis.gr | Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ

Οι σημαντικότερες ελληνικές διάλεκτοι της Ελληνικής Χερσονήσου και της Μικράς Ασίας γύρω στο 500 π.Χ.

Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

Η ελληνική γλώσσα, σύμφωνα με τις νεώτερες επιστημονικές απόψεις(α), διαμορφώθηκε στον ελλαδικό χώρο, μετά την άφιξη των Πρωτο-Ελλήνων, οι οποίοι αφομοίωσαν μεν και εξαφάνισαν βαθμιαία τους προγενέστερα εγκατεστημένους λαούς (=Προέλληνες), αλλά επηρεάσθηκαν πολιτισμικά και πολιτιστικά. Οι Προέλληνες μιλούσαν δικές τους γλώσσες και ως εκ τούτου επηρέασαν σαφώς την διαμόρφωση της ελληνικής γλώσσας. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας(β) ήταν η αρχικά ενιαία πρωτο-ελληνική να διασπαστεί σε τρεις διαλέκτους μεταξύ 2200/2100 π.Χ. και 1900 π.Χ. δηλ. από την οριστική εγκατάσταση των Πρωτο-Ελλήνων σε μια σχετικά στενή ζώνη που περιελάμβανε την σημερινή Ήπειρο και ένα τμήμα της Ν. Δ. Ιλλυρίδος, την Δυτική Μακεδονία και το Β. Α. μέρος της Θεσσαλίας (βλ. Χάρτη), μέχρι την έναρξη της μετακίνησης των φύλων αυτών, κυρίως προς νοτιότερες περιοχές.(γ)

Πρωτοελλ

Αρχικές εγκαταστάσεις πρωτο-ελληνικών φύλων

Οι διάλεκτοι αυτές ήσαν:

1. Μια πολύ αρχαϊκή μορφή της μετέπειτα Ιωνικής-Αττικής διαλέκτου

2. Μια επίσης αρχαϊκή μορφή της λεγομένης Δυτικής / Βορειοδυτικής / Ηπειρωτικής διαλέκτου (από αυτήν προέκυψαν αργότερα η Δωρική της Λακωνίας, της Κρήτης κ.λπ., η διάλεκτος της Ηλείας, η Αιτωλική, η Νεο-Αχαϊκή, καθώς και οι διάλεκτοι των τριών μεγάλων φυλετικών ομάδων της Ηπείρου – Θεσπρωτών, Μολοσσών, Χαόνων) και

3. Η λεγομένη Κεντρική Διάλεκτος, η οποία στην συνέχεια διασπάστηκε στην Αιολική (αναφέρεται και ως πρωτο-Αιολική) και την Αρκαδική (την μετέπειτα Αρκαδο-κυπριακή).

Ολοκληρώνοντας την εικόνα αναφέρουμε ότι γύρω στο 1600 π.Χ. ένα τμήμα αιολοφώνων Αχαιών μετανάστευσε από την ΝΑ Θεσσαλία (=Αχαΐα Φθιώτις) στην ΒΑ Πελοπόννησο. Εκεί η διάλεκτός τους άρχισε να εμφανίζει νεωτερισμούς και να δέχεται επιδράσεις από την Αρκαδική (αργότερα Αρκαδο-κυπριακή) διάλεκτο της κεντρικής Πελοποννήσου (όπου γύρω στο 1900 π.Χ. είχαν μεταναστεύσει και εγκατασταθεί οι Αρκαδόφωνοι, προερχόμενοι από την περιοχή της σημερινής Δυτικής Μακεδονίας). Έτσι διαμορφώθηκε τελικώς η γνωστή μας, από τις πινακίδες με την Γραμμική Β, διάλεκτος των Μυκηναϊκών Βασιλείων, η οποία παλαιότερα αναφερόταν ως Αχαϊκή (δεν πρέπει να συγχέεται με την προαναφερθείσα Νεο-Αχαϊκή, μια δωρική διάλεκτο), ενώ σήμερα έχει επικρατήσει γενικότερα να την αποκαλούμε Μυκηναϊκή. Με την κατάρρευση του Μυκηναϊκού κόσμου, η Μυκηναϊκή διάλεκτος έπαυσε σταδιακά να χρησιμοποιείται για να εξαφανιστεί οριστικά γύρω στο 1150 π.Χ. Τέλος, με την διασταύρωση αιολικών και δυτικών διαλεκτολογικών στοιχείων, προέκυψαν η Θεσσαλική και η Βοιωτική διάλεκτος.

Ποιά ήταν λοιπόν η γλωσσολογική σχέση της αρχαίας μακεδονικής λαλιάς σε σχέση με τις παραπάνω διαλέκτους της ελληνικής γλώσσας;

Πριν ασχοληθούμε με τις απαντήσεις στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι οι έρευνες και οι μελέτες για την μακεδονική σημείωσαν εξαιρετική πρόοδο τα τελευταία τριάντα χρόνια, με αποτέλεσμα να είμαστε σε θέση να αναφερόμαστε πλέον σε επεξεργασμένο γλωσσολογικό υλικό, από το οποίο μπορούμε να καταλήξουμε σε συγκεκριμένα επιστημονικά συμπεράσματα.

Οι επιστημονικές πάντως συζητήσεις ξεκίνησαν ουσιαστικά από τις αρχές του 19ου αιώνα με την έκδοση στην Λειψία της Γερμανίας μιας σύντομης σχετικά μελέτης από τον Φ. Γκ. Στουρτς με τίτλο «Περί της διαλέκτου της ελευθέρας μακεδονικής»(δ), που στόχευε να παρουσιάσει τις απόψεις και την έρευνά του για την θέση της μακεδονικής ως διαλέκτου της ελληνικής γλώσσας και κυρίως με την έκδοση το 1825 του έργου του Γ. O. Mύλλερ «Περί της κατοικίας, της καταγωγής και της αρχαιότερης ιστορίας του μακεδονικού λαού»(ε). Δυστυχώς η συζήτηση από επιστημονική σύντομα μετατράπηκε σε πολιτική και εξελίχθηκε σε μια ατέρμονα σειρά αντιπαραθέσεων για την ελληνικότητα ή μη αυτής της γλώσσας.(στ)

Όπως έχει παρατηρηθεί: «…Για πολλές δεκαετίες υπήρξε έντονη αμφισβήτηση για την ένταξη ή μη της μακεδονικής στις ελληνικές διαλέκτους. Το πρόβλημα οφειλόταν εν μέρει στην ανεπάρκεια του υλικού, πρώιμων επιγραφών κυρίως, αλλά και σε εξωεπιστημονικούς παράγοντες, καθώς ευθύς εξαρχής η διαμάχη ήταν στενά εξαρτημένη από τις πολιτικές και ιστορικές εξελίξεις στη νότια Bαλκανική κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα – ακόμα και ως τις μέρες μας – και τις εδαφικές διεκδικήσεις των λαών που κατοικούσαν στην περιοχή…».(ζ)

Επιχειρώντας επομένως να απαντήσουμε στο ερώτημα που θέσαμε παραπάνω για την σχέση της αρχαίας μακεδονικής λαλιάς με τις άλλες ελληνικές διαλέκτους, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι στο παρελθόν, αλλά και μέχρι πρόσφατα σχετικά, ήταν δύσκολη μια απλή και σαφής απάντηση λόγω ανυπαρξίας ή έστω σπανιότητας του γλωσσολογικού υλικού, που επέτρεπε ποικίλες υποθέσεις και απόψεις. Αυτές μπορούμε να τις κατατάξουμε σε τέσσερεις ομάδες, αναλόγως της θέσης που υποστηρίζουν:

1. Η πρωιμότερη θέση δεχόταν την άποψη ότι η Μακεδονική ήταν μια μεικτή γλώσσα, συγγενής της Ιλλυρικής (Η θέση του προαναφερθέντος G. O. Müller, αλλά και Σλάβων κυρίως επιστημόνων στην συνέχεια, όπως των G. Kazaroff, M. Rostovtzeff, M. Budimir, H. Baric κ.ά) ή της Θρακικής (υποστηρίζεται ακόμα και σήμερα από τον Βούλγαρο D. Tzanoff).

2. Μιά άλλη θέση, που υποστηρίχθηκε από σημαντικούς επιστήμονες, αποδεχόταν την Μακεδονική ως ανεξάρτητη Ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, συγγενική με την ελληνική (V. Pisani, I. Russu, G. Mihailov, P. Chantraine, I. Pudic, C. D. Buck, E. Schwyzer, Vlad. Georgiev, W. W. Tarn και ο εξέχων Γάλλος γλωσσολόγος Olivier Masson στην αρχή της σταδιοδρομίας του).

3. Η πλειονότητα πάντως των επιστημόνων και κυρίως των γλωσσολόγων υποστήριζε και υποστηρίζει ότι η Μακεδονική ήταν μία ακόμη ελληνική διάλεκτος (Η θέση που ανέπτυξε ο Φ. Γκ. Στουρτς που προαναφέραμε, αλλά και του «πατριάρχη» της ελληνικής Γλωσσολογίας Γ. Χατζιδάκι (1848-1941), του αείμνηστου Καθηγητή Γλωσσολογίας στο Α.Π.Θ. Νικ. Ανδριώτη, καθώς και των N. Kalleris, A. Fick, Otto Hoffmann, F. Solmsen, V. Lesny, F. Geyer, N. G. L. Hammond, A. Toynbee, Ch. Edson και του Olivier Masson στα ώριμα χρόνια του).

4. Τέλος, πρέπει να αναφέρουμε και την ύπαρξη παλαιότερα μιας μικρής μερίδας επιστημόνων, οι οποίοι τήρησαν μια επιφυλακτική στάση, επικαλούμενοι την ύπαρξη κάποιων ασαφών σημείων και την ανεπάρκεια του γλωσσολογικού υλικού που ήταν διαθέσιμο την εποχή τους, με αποτέλεσμα να θεωρούν αδύνατη την διατύπωση τεκμηριωμένης θέσης [Κυρίως, ο Γάλλος γλωσσολόγος Antoine Meillet (1866–1936) και ο Ιταλοεβραίος Ιστορικός Arnaldo Momigliano(1908–1987)] (η).

Όμως και οι αρχαίες πηγές ήσαν, όχι μόνον εξαιρετικά φειδωλές στο θέμα της γλώσσας των Μακεδόνων, αλλά μάλλον επέτειναν την σύγχυση. Όπως εύστοχα και με σαφήνεια επεξηγείται αυτή η κατάσταση:

“…Oι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρονται μάλλον σπάνια σε αυτή καθαυτή τη γλώσσα των Mακεδόνων. Συνοψίζοντας (βλ. τελευταία Παναγιώτου 1992-Kapetanopoulos 1995) θα μπορούσαμε να ομαδοποιήσουμε τις σχετικές μαρτυρίες ως εξής:

α. Για τον χαρακτήρα της μακεδονικής διαλέκτου: Kατά τον Tίτο Λίβιο Mακεδόνες, Aιτωλοί και Aκαρνάνες μιλούν την ίδια διάλεκτο – παραπλήσια διαπίστωση κάνει και ο Στράβων για τη διάλεκτο Hπειρωτών και Mακεδόνων. Ως γνωστόν, τα ιδιώματα όλων των παραπάνω φύλων ανήκουν στη βορειοδυτική διαλεκτική ομάδα. Oι μαρτυρίες αυτές επιβεβαιώνονται πλέον από τις διαλεκτικές επιγραφές και με τη σειρά τους συνδυάζονται με έμμεσες μαρτυρίες των πηγών για τη συγγένεια Mακεδόνων και Δωριέων: ο Hρόδοτος (1.56) ταυτίζει Mακεδόνες και Δωριείς – ο ίδιος (5.20, 5.22, 8.137, 8.138), όπως και ο Θουκυδίδης (2.99.3) και άλλες μεταγενέστερες πηγές γνωρίζουν τον μύθο που συνδέει τον βασιλικό οίκο των Tημενιδών με το Άργος και τον Hρακλή, πληροφορίες που επιβεβαιώνονται εμμέσως από αρχαιολογικά ευρήματα π.χ. τον κατάδεσμο που δημοσίευσε ο Tιβέριος (1989) […] Aντίθετα, γενεαλογικοί μύθοι του Hσιόδου και του Eλλανίκου συνδέουν τους Mακεδόνες με τους Aιολείς, αλλά μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν σοβαρά στοιχεία ενισχυτικά αυτής της παράδοσης.

β. Για την προοδευτική περιθωριοποίηση της μακεδονικής διαλέκτου: Ήδη στο στράτευμα του M. Aλεξάνδρου, ένα διαλεκτικό σύνολο διαφορετικών προελεύσεων, οι Mακεδόνες εκφράζονται στην κοινή – η διάλεκτος χρησιμοποιείται μόνο μεταξύ Mακεδόνων ή σε στιγμές έντονης συγκίνησης. H νεότερη χρονολογικά μαρτυρία για τη διάλεκτο είναι των μέσων του 1ου αιώνα π.X. και αναφέρεται στην υποχώρησή της ήδη πριν από την περίοδο αυτή στην πτολεμαϊκή αυλή. Oι μαρτυρίες των πηγών επιβεβαιώνονται και από τις επιγραφές.

γ. Για τη μακεδονική διάλεκτο και την κοινή: H κοινή διαδόθηκε μέσω των μακεδονικών κατακτήσεων και επικράτησε, χωρίς ανάσχεση, χάρη στα ελληνιστικά βασίλεια. Έτσι συνδέθηκε αργότερα στη συνείδηση ορισμένων αττικιστών πολύ στενά με τους Mακεδόνες, σε βαθμό που ο όρος μακεδονίζειν να αποκτήσει σε ορισμένους από αυτούς την έννοια ‘ομιλώ την κοινή’ (π.χ. Aθήναιος, «Δειπνοσοφισταί» 3.121f-122a) – για τον λόγο αυτό προκάλεσε και τα ειρωνικά τους σχόλια. Ως απόδειξη επίσης αυτής της σημασίας του μακεδονίζειν μπορούν να αντιπαρατεθούν χωρία αττικιστών, όπου ο ίδιος τύπος χαρακτηρίζεται από τους μεν ως «μακεδονικός» και από τους δε ως τύπος «ευτελής» που χρησιμοποιούν οι «αμαθείς» ή οι «νεώτεροι»…”.(θ)

Έχουμε ήδη τονίσει ότι τα τελευταία τριάντα περίπου χρόνια, η κατάσταση μεταβλήθηκε ριζικά χάρη στις δημοσιεύσεις της Ακαδημίας Επιστημών του Βερολίνου επιγραφικού υλικού από την περιοχή της Θεσσαλονίκης (1972) και την Βόρεια Μακεδονία (1999), καθώς και του Κέντρου Ελληνικής-Ρωμαϊκής Αρχαιότητος (Κ.Ε.Ρ.Α.) από την Άνω Μακεδονία (1985) και την περιοχή της Βεροίας (1998). Επί πλέον το ΚΕΡΑ δημοσίευσε τρείς σημαντικότατες συλλογές ονομάτων από τις περιοχές της Βεροίας, της Εδέσσης και εκπατρισμένων Μακεδόνων.

Όπως ξεκαθαρίζει και ο καθηγητής του Α.Π.Θ. Ιωάννης Μ. Ακαμάτης σε ένα εξαιρετικό άρθρο του με τον τίτλο «Η γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων• νέα στοιχεία από την Πέλλα»(ι):

«Για μεγάλο χρονικό διάστημα η γλώσσα που μιλούσε ο λαός των Μακεδόνων υπήρξε αντικείμενο συζητήσεων και διαφορετικών προσεγγίσεων. Από μερικούς μάλιστα ερευνητές, τον αμερικανό καθηγητή BORZA και τους μαθητές του, θεωρήθηκε πως το σύνολο των ελληνικών επιγραφών που βρέθηκε στη μεγάλη Τούμπα της Βεργίνας ανήκουν στους συγγενείς των βασιλέων, αφού οι τάφοι είναι βασιλικοί. Η γλώσσα τους λένε είναι φυσικό να είναι η ελληνική αφού οι ίδιοι μελετητές υποστηρίζουν πως η βασιλική οικογένεια και η ανώτατη τάξη μόνο είχαν εξελληνιστεί. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Είναι προφανές πως το επιχείρημα αυτό θα κατέπιπτε αν είχαμε ελληνικά κείμενα που ανήκουν στους κοινούς ανθρώπους και χρονολογούνται πριν από τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της κοινής ελληνικής, ας πούμε πριν από τα μέσα του 4ου αι. π.Χ.

D009-1Το πρώιμο νεκροταφείο της Αγοράς της Πέλλας μας έδωσε τα πιο σημαντικά ευρήματα. Από το τέλος του 5ου αι. π.Χ. προέρχεται η επιτύμβια στήλη του Ξάνθου. Ενός φτωχού σχετικά παιδιού. Για να γίνει η μικρή στήλη ξαναχρησιμοποιήθηκε ένα κομμάτι μάρμαρο. Η επιγραφή στη στήλη γράφει: ΞΑΝΘΟΣ/ΔΗΜΗΤΡΙΟ/Υ ΚΑΙ ΑΜΑ/ΔΙΚΑΣ ΥΙΟΣ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ το μητρωνυμικό Αμαδίκα. Το όνομα αυτό φαίνεται πως προέρχεται από τη ρίζα αμ- από όπου και το ομηρικό ρήμα αμά-ω (αρχ.=θερίζω) και τη μακεδονική κατάληξη -δίκα, θυμηθείτε το όνομα Ευρυδίκα. Παρατηρείστε τον κανονικό σχηματισμό της μακεδονικής κατάληξης σε α αντί η. Τα πρόσφατα μάλιστα ευρήματα από τη Βεργίνα μας έδωσαν τρεις φορές το όνομα της μητέρας του Φιλίππου ως Ευρυδίκας και όχι Ευρυδίκης. Έτσι, ενώ τα παραδείγματα πριν από μερικά χρόνια ήταν λιγοστά σήμερα καθημερινά αυξάνονται με τις ανακαλύψεις της αρχαιολογικής σκαπάνης. Σας θυμίζω δύο ευρήματα από το νεκροταφείο της Πέλλας, βγαλμένα από το χώμα πρόσφατα. Πρόκειται για χρυσά φύλλα με την ταυτότητα των νεκρών. Στο ένα φύλλο καταγράφεται το όνομα Ηγησίσκα, αντί του Ηγησίσκη, από το ρήμα ηγούμαι. Σας αναφέρω ακόμα πως η νεκρή ήταν ένα μικρό κορίτσι, έτσι είναι -ίσκη=Ηγησίσκη. Στο άλλο καταγράφεται το όνομα Φιλοξένα. Άλλο ένα εύρημα από το νεκροταφείο της περιοχής της Αγοράς ανήκει σε ένα ενεπίγραφο μολύβδινο έλασμα, ένα κατάδεσμο(ια), όπως έλεγαν οι αρχαίοι. Είναι ένα σημαντικότατο απόκτημα της αρχαιολογικής έρευνας που πραγματοποιείται στη Μακεδονία τα τελευταία χρόνια. Το κείμενο αυτό, κατά την άποψή μου, μπορεί αποφασιστικά να βοηθήσει στην κατανόηση της Μακεδονικής διαλέκτου. Είναι ως αυτή τη στιγμή, το μοναδικό διαλεκτικό κείμενο της μακεδονικής. Η σημασία του αυξάνει ακόμα περισσότερο γιατί είναι σχετικά εκτεταμένο κείμενο. Αυτό το κείμενο που είναι έτοιμο προς δημοσίευση, μόλις εμφανιστεί, είμαι βέβαιος πως θα σχολιαστεί ευρύτατα από τους ειδικούς γλωσσολόγους.

Η πινακίδα ήρθε στο φως μέσα σε ένα τάφο ενός ταπεινού ατόμου. Το κείμενο παρουσιάζει σχέσεις με την αττική στη σύνταξη. Όμως διαφέρει από την αττικο-ιωνική ομάδα στα εξής:

1. Το α και εδώ δεν γίνεται δευτερεύον η, βλ. πχ. Θετίμα, αντί Θετίμη, γάμαι αντί γήμαι, άλλα αντί άλλη, έρημα αντί έρημη, κακά αντί κακή.

2. Η συνίζηση του α και ο γίνεται α όχι ω, π.χ. ταν άλλαν πασάν αντί των άλλων πασών, χηράν αντί χηρών κ.λ.π.

3. Γενικά και άλλες ιδιαιτερότητες μας βοηθούν να κατατάξουμε την γλώσσα του κειμένου στην ομάδα των ΒΔ δωρικών ελληνικών βέβαια διαλέκτων. Αυτή λοιπόν είναι η Μακεδονική και αυτή εννοείται όταν ο Αλέξανδρος μιλά στους στρατιώτες του Μακεδονιστί…».

Δυστυχώς, οι παλιές θεωρίες αποσύρονται δύσκολα με αποτέλεσμα απομεινάρια απηρχαιωμένης «σοφίας» να επιβαρύνουν ακόμα επιστημονικά περιοδικά, πανεπιστημιακά εγχειρίδια και έργα, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Καθηγητής Μιλτ. Χατζόπουλος, υποδεικνύοντας ως χαρακτηριστικά παραδείγματα (προς αποφυγήν θα λέγαμε), το σχετικό κείμενο του Καθηγητή Ρ. Κρόσσλαντ (R. A. Crossland), στον Τρίτο τόμο – Μέρος 1, της φημισμένης και εγκυρότατης κατά τα άλλα «Αρχαίας Ιστορίας» του Πανεπιστημίου Καίημπριτζ για την Μακεδονική(ιβ) και το βιβλιαράκι του Αμερικανορουμάνου Καθηγητή Ευγενίου Μπόρζα(ιγ).

Χαρακτηριστικό επίσης παράδειγμα αποτελούν και οι διαλεκτολογικοί χάρτες που κυκλοφορούν στην ξένη (αλλά και στην ελληνική δυστυχώς) βιβλιογραφία και οι οποίοι περιορίζουν τις ελληνικές διαλέκτους σε ένα μικρό τμήμα του ελληνικού χώρου (την νότια ηπειρωτική Ελλάδα, την νησιωτική και τις μικρασιατικές ακτές), ενώ εμφανίζουν τον χώρο της Μακεδονίας, καθώς και της Ηπείρου, να κατοικείται από ομιλητές μη-ελληνικών διαλέκτων!

1 Αντίγραφο από aeg-map2

Robert Morkot, ed. 1996. The Penguin Historical Atlas of Ancient Greece.

“Penguin Books”, p. 23.

http://www.trentu.ca/faculty/rfitzsimons/AHCL2200Y/LE%2004-01.htm

2 Αντίγραφο από greek_dialects

http://titus.fkidg1.uni-frankfurt.de/didact/karten/griech/grdialm.htm

3 Αντίγραφο από CAH Vol III part1 J. B. Hainsworth

(Cambridge Ancient History Vol. III part 1)

Γιατί όμως υπήρχαν αυτές οι αμφιβολίες και αμφισβητήσεις για την θέση της μακεδονικής διαλέκτου;

Όπως εξηγεί ο καθηγητής Μ. Χατζόπουλος(ιδ):

«…Μία αιτία – ίσως η σπουδαιότερη – για την τόση αντίσταση στην αφομοίωση των νέων στοιχείων και την επιμονή σε ξεπερασμένες θεωρίες μέχρι ακόμα και τα τελευταία χρόνια, είναι ο τρόπος με τον οποίον, από τον 19ο αιώνα, η επιστημονική συζήτηση για την μακεδονική λαλιά και τον ελληνικό η μη χαρακτήρα της επικεντρωνόταν στην σποραδική εμφάνιση σε μακεδονικές λέξεις και κύρια ονόματα – που κατά τα άλλα φαίνονταν πλήρως ελληνικά – ηχηρών κλειστών συμφώνων [voiced stops] (β, δ, γ) αντί των αντιστοίχων αρχικά δασέων, άηχων κλειστών συμφώνων [originally “aspirate” unvoiced stops] (φ, θ, χ,), που αναμένονταν στις άλλες ελληνικές διαλέκτους, όπως για παράδειγμα Βάλακρος και Βερενίκα αντί Φάλακρος και Φερενίκα…».

Και συνεχίζει:

«[…] Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 του περασμένου αιώνα η επιτάχυνση της αρχαιολογικής έρευνας στην Μακεδονία και οι δραστηριότητες του Προγράμματος «Μακεδονία» του ΚΕΡΑ είχαν ως αποτέλεσμα την παρουσίαση πολυάριθμων επιστημονικών εργασιών και μεταξύ αυτών από κορυφαίους γλωσσολόγους (Claude Brixhe, Άννα Παναγιώτου, O. Masson, L. Dubois, Μιλτιάδης Β. Χατζόπουλος) που αξιοποίησαν τα νεώτερα δεδομένα και οι οποίες συγκεντρώθηκαν, επιτρέποντας έτσι να προχωρήσουμε πέρα από τον Γόρδιο δεσμό, ο οποίος, από τον 19ο αιώνα αιχμαλώτιζε όλες τις συζητήσεις γύρω από την γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων, δηλ. στο εάν ήταν ελληνική ή όχι. Δεν είναι λοιπόν υπερβολή να λεχθεί ότι από εδώ και πέρα το εμπόδιο που παρεμπόδιζε την ταυτοποίηση της γλώσσας που ομιλούσαν ο Φίλιππος και ο Μέγας Αλέξανδρος είχε πια εξαλειφθεί: Η αρχαία μακεδονική ήταν μια πραγματική και γνήσια ελληνική διάλεκτος. Στο ζήτημα αυτό όλοι οι γλωσσολόγοι και φιλόλογοι που ασχολούντο ενεργά με αυτό το πρόβλημα είχαν πλέον την ίδια άποψη. Είναι όμως εξ ίσου αληθινό ότι δεν συμφωνούν στα πάντα.

Δύο ερωτήματα ακόμα εγείρουν σοβαρές διαφωνίες:

α) Πως εξηγείται η σποραδική παρουσία σε μακεδονικές λέξεις και ονόματα των φθόγγων β, δ, γ αντί των αντίστοιχων φθόγγων φ, θ, χ των άλλων ελληνικών διαλέκτων;

β) Ποια είναι η διαλεκτική θέση της Μακεδονικής εντός της Ελληνικής;

Η πρώτη ερώτηση διερευνήθηκε αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια, αλλά με αποκλίνοντα συμπεράσματα από τους Claude Brixhe και Anna Panayotou από την μια μεριά και τους O. Masson, L. Dubois και τον υποφαινόμενο από την άλλη.

Ως προς το θέμα των διαλεκτικών σχέσεων της Μακεδονικής εντός της Ελληνικής, εκτός από τους παραπάνω αναφερθέντες επιστήμονες, οι N. G. L. Hammond και E. Voutiras είχαν επίσης σημαντική συνεισφορά. Για όσο διάστημα πάντως ασχολήθηκα, σταδιακά πείσθηκα ότι τα δύο παραπάνω ερωτήματα συνδέονται στενά μεταξύ τους ή σωστότερα, ότι η έρευνα για τις διαλεκτικές συγγένειες της Μακεδονικής διαλέκτου μπορούν να παράσχουν ικανοποιητικές ερμηνείες για αυτήν την επίμαχη ιδιαιτερότητα του συμφωνικού της συστήματος (of this controversial particularity of its consonantal system). […]

Έτσι η έρευνα για το συμφωνικό σύστημα της Μακεδονικής οδήγησε στο ερώτημα των διαλεκτολογικών συγγενειών αυτής της ομιλίας με τις οποίες ήταν στενότερα συνδεδεμένη. Ήταν φυσιολογικό, η βασική διαφωνία περί του ελληνικού ή μη-ελληνικού χαρακτήρα της Μακεδονικής, να παραμερίσει σε μια δευτερεύουσα θέση το ερώτημα της τοποθέτησής της εντός των ελληνικών διαλέκτων. Εν τούτοις δεν παραμελήθηκε πλήρως. Ήδη, ο F. G. Sturz, στηριζόμενος στον Ηρόδοτο, προσδιόρισε την Μακεδονική ως μια Δωρική διάλεκτο, ενώ ο Otto Abel υπήρξε ακριβέστερος και την τοποθέτησε μεταξύ των βορείων Δωρικών διαλέκτων. Υπέθεσε ότι ο Στράβων και ο Πλούταρχος παρείχαν τα αναγκαία επιχειρήματα για να επιμείνουμε ότι η Μακεδονική δεν διέφερε από την Ηπειρωτική διάλεκτο.

Η θεμελιώδης εργασία του Otto Hoffmann ήταν αυτή που εισήγαγε αποφασιστικά την Αιολική διάσταση στην συζήτηση, η οποία γινόταν ευρέως αποδεκτή στις μέρες μας (Daskalakis, Toynbee, Goukowsky). Η θέση για την Δωρική-βορειο-δυτική διάσταση πραγματοποίησε μια ισχυρή επαναφορά χάρη στο κύρος του J. N. Kalleris ακολουθούμενη από τον Γ. Μπαμπινιώτη, τον Olivier Masson και άλλους επιστήμονες με περισσότερο επεξεργασμένες απόψεις (A. Tsopanakis, A. I. Thavoris, M. B. Sakellariou and Cl. Brixhe). Τελικώς ο N. G. L. Hammond διατύπωσε την πλέον ξεκάθαρη άποψη, επιχειρηματολογώντας για την παράλληλη ύπαρξη δύο μακεδονικών διαλέκτων: Μιας στην Άνω Μακεδονία στενά συνδεδεμένης με τις Βορειο-δυτικές διαλέκτους και μιας άλλης στην Κάτω Μακεδονία συγγενικής με την Θεσσαλική. Ένα νέο όμως στοιχείο, η δημοσίευση ενός εκτενούς διαλεκτολογικού κειμένου από την Μακεδονία, δημιούργησε μια νέα κατάσταση. Το κείμενο αυτό προήλθε από την ανακάλυψη ενός κατάδεσμου (βλ. σημ. ια) από το πρώτο μισό του 4ου αιώνα π.Χ. ο οποίος ανακαλύφθηκε σε τάφο της Πέλλας…»(ιε).

Αντίγραφο από Pella leaded tablet katadesmos 4th Century

Ο κατάδεσμος της Πέλλας (Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας)

Pellatab

Διαστάσεις: 30 cm X 6 cm
Κείμενο

[Θετί]μας καὶ Διονυσοφῶντος τὸ τέλος καὶ τὸν γάμον καταγράφω καὶ τᾶν ἀλλᾶν πασᾶν γυ-

[ναικ]ῶν καὶ χηρᾶν καὶ παρθένων, μάλιστα δὲ Θετίμας, καὶ παρκαττίθεμαι Μάκρωνι καὶ
[τοῖς] δαίμοσι• καὶ ὁπόκα ἐγὼ ταῦτα διελέξαιμι καὶ ἀναγνοίην πάλειν ἀνορόξασα,
[τόκα] γᾶμαι Διονυσοφῶντα, πρότερον δὲ μή• μὴ γὰρ λάβοι ἄλλαν γυναῖκα ἀλλ’ ἢ ἐμέ,
[ἐμὲ δ]ὲ συνκαταγηρᾶσαι Διονυσοφῶντι καὶ μηδεμίαν ἄλλαν. Ἱκέτις ὑμῶ(ν) γίνο-
[μαι• Φίλ;]αν οἰκτίρετε, δαίμονες φίλ[ο]ι, δαπινὰ γάρ
ἰμε φίλων πάντων καὶ ἐρήμα• ἀλλὰ
[ταῦτ]α φυλάσσετε ἐμὶν ὅπως μὴ γίνηται τα[ῦ]τα καὶ κακὰ κακῶς Θετίμα ἀπόληται.
[—-]ΑΛ[—-]ΥΝΜ..ΕΣΠΛΗΝ ἐμός, ἐμὲ δὲ [ε]ὐ[δ]αίμονα καὶ μακαρίαν γενέσται
[—–] ΤΟ[.].[—-].[..]..Ε.Ε.ΕΩ[ ]Α.[.]Ε..ΜΕΓΕ[—]

1. [Για της Θετί]μας και του Διονυσοφώντα την τελετή και τον γάμο γράφω την κατάρα, καθώς και για (τον γάμο) όλων των άλλων γυ-

2. [ναικ]ών, χήρων και παρθένων (με αυτόν), αλλά ιδιαίτερα για την Θετίμα και αναθέτω (αυτήν την κατάρα) στον Μάκρωνα και

3. [τους] δαίμονες. Και ότι μόνον όταν ξεθάψω και ξετυλίξω και ξαναδιαβάσω (αυτές τις λέξεις)

4. [τότε] (μόνον να μπορεί) να νυμφευθεί ο Διονυσοφών και όχι πριν. Και είθε να μην παντρευτεί άλλη γυναίκα, παρά μόνον εμένα

5. και είθε να γεράσω με τον Διονυσοφώντα και κανέναν άλλο. Ικέτιδά σου είμαι:

6. δείξτε ευσπλαχνία στην [Φίλα;], αγαπημένοι δαίμονες, ταπεινά (σας ικετεύω) γιατί με εγκατέλειψαν όλοι οι αγαπημένοι μου

7. Αλλά παρακαλώ φυλάξτε (αυτό το γραπτό) για χάρη μου ώστε να μη συμβούν αυτά τα γεγονότα έτσι ώστε χαθεί η Θετίμα με τρόπο κακό

8. και σε μένα δώστε ευδαιμονία και μακαριότητα.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι πολλοί «καλοθελητές» έσπευσαν να μειώσουν την τεράστια σημασία αυτής της ανακάλυψης για τις γλωσσολογικές έρευνες, με επιχειρήματα που κυμαίνονταν από έναν απλό σκεπτικισμό μέχρι ανυπόστατες υποθέσεις. Ο Καθηγητής Μιλτ. Χατζόπουλος είναι αποστομωτικός στο θέμα αυτό:

«…Κατά την άποψή μου η παρουσία (γλωσσικών) τύπων όπως διελέξαιμι, ἰμέ, ἀνορόξασα, δαπινά, οι οποίοι είναι αναμενόμενοι στην Μακεδονική, αλλά τελείως ξένοι στις Βορειο-δυτικές διαλέκτους, αποτελεί αποφασιστική επιβεβαίωση για την ντόπια καταγωγή του συγγραφέα του κειμένου και μας επιτρέπει να απορρίψουμε την απίθανη υπόθεση ότι το κείμενο ίσως υπήρξε έργο κάποιου Ηπειρώτη κατοίκου που ζούσε στην Πέλλα…».(ιστ)
Τα επίμαχα σύμφωνα

Επανερχόμαστε στο διαβόητο ζήτημα της ύπαρξης στην Μακεδονική των ηχηρών κλειστών συμφώνων [voiced stops] (β, δ, γ) αντί των αντιστοίχων αρχικά δασέων, άηχων κλειστών συμφώνων [originally “aspirate” unvoiced stops] (φ, θ, χ), που υπάρχουν στις άλλες ελληνικές διαλέκτους.

Στο θέμα αυτό, όπως προαναφέραμε, υπάρχουν δύο απόψεις για την προέλευση του φαινομένου. Η πρώτη άποψη υποστηρίζεται κυρίως από την Καθηγήτρια Άννα Παναγιώτου:

«…Oρισμένες αρχαίες (από τον Πλούταρχο και μετά) καθώς και βυζαντινές πηγές επισημαίνουν ότι οι Mακεδόνες «χρώνται» B αντί του Φ (και κάποτε Δ αντί του Θ) σε ανθρωπωνύμια, σε λατρευτικά επίθετα, σε μήνες του μακεδονικού ημερολογίου και σε μακεδονικές «γλώσσες» – οι γραμματικοί και οι λεξικογράφοι υποστηρίζουν ότι το ανθρωπωνύμιο Φίλα ([phvla]) π.χ. αντιστοιχούσε στο μακεδονικό Bίλα [bvla] (ή ήδη από το τέλος της κλασικής εποχής [vvla] σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, κυρίως Babiniotis 1992). Aυτή η διαφορά θεωρήθηκε από τους περισσότερους γλωσσολόγους και φιλολόγους ως απολύτως βασική, διαχώριζε δε τη μακεδονική από το σύνολο των ελληνικών διαλέκτων – της μυκηναϊκής ελληνικής συμπεριλαμβανομένης -, διότι υποδήλωνε διαφορετική εξέλιξη συμφώνων στο φωνολογικό σύστημα της μακεδονικής: δηλαδή, σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, τα ινδοευρωπαϊκά ηχηρά δασέα *bh, *dh, *gh έχουν τραπεί στην ελληνική σε άηχα δασέα [ph th kh] (γραφήματα Φ, Θ, X αντίστοιχα) έχοντας χάσει την ηχηρότητά τους, ενώ στη μακεδονική έχουν τραπεί αντίστοιχα σε [b d g] (γραφήματα B, Δ, Γ αντίστοιχα), έχουν δηλαδή χάσει τη δασύτητά τους. Σύμφωνα με άλλους μελετητές, η διαφορά απηχεί εξέλιξη στο εσωτερικό της ελληνικής (αποκλειστοποίηση), θέση που μάλλον δύσκολα συμβιβάζεται με τα νεότερα δεδομένα από τα διαλεκτικά κείμενα (βλ. τελευταία Brixhe & Panayotou 1994, 211 και 216-218, Παναγιώτου 1997, 202). Ίσως είναι οικονομικότερο να υποθέσει κανείς ότι τα ονόματα που παρουσιάζουν αυτό το χαρακτηριστικό είναι γλωσσικά κατάλοιπα ενός φύλου που έζησε στην περιοχή και το οποίο αφομοιώθηκε γλωσσικά από τους Mακεδόνες, είναι σαφές ότι ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ. τα μόνα ίχνη αυτής της γλώσσας είχαν περιοριστεί σε ένα τομέα κατεξοχήν συντηρητικό, την ονοματολογία. Ήδη τον 4ο αιώνα π.X., όταν η γραφή αρχίζει να διαδίδεται στη Mακεδονία, στο γλωσσικό αίσθημα των Mακεδόνων τα ονόματα αυτά αποτελούσαν, χωρίς διάκριση προφανώς, τμήμα του μακεδονικού γλωσσικού υλικού και της παράδοσης…». (ιζ)

Το φύλο που αναφέρει η Καθηγήτρια Α. Παναγιώτου είναι οι Φρύγες, αποδεχόμενη έτσι την επίδραση ενός φρυγικού επιστρώματος (adstratum) στην διαμόρφωση της Μακεδονικής, επηρεασμένη προφανώς από τις θέσεις του συναδέλφου της, Γάλλου γλωσσολόγου Claude Brixhe, Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Νανσύ, ο οποίος έχει πραγματοποιήσει σημαντικές έρευνες και μελέτες στην (νεκρή από αιώνες) φρυγική γλώσσα.

Ο Καθηγητής Μιλτ. Χατζόπουλος δεν δέχεται πάντως αυτήν την υπόθεση και υποστηρίζει ότι η ύπαρξη των ηχηρών κλειστών συμφώνων β, γ, δ της Μακεδονικής οφείλονται στην επίδραση των γειτονικών διαλέκτων των Περραιβών και Θεσσαλών. Όπως υποστηρίζει με ισχυρή επιχειρηματολογία και πειστικότητα:

«…Εάν λάβουμε υπ’ όψη την γεωγραφική κατανομή των τύπων με ηχηρά κλειστά σύμφωνα στην Θεσσαλία, παρατηρούμε ότι αυτοί είναι συγκεντρωμένοι στο βόρειο τμήμα της περιοχής, κυρίως στην Πελασγιώτιδα και Περραιβία, με την μεγαλύτερη συγκέντρωση στην δεύτερη. Αλλά και στην Μακεδονία αυτοί οι τύποι είναι άνισα κατανεμημένοι. Βρέθηκαν σε σημαντικούς αριθμούς και ποικιλία – προσφέροντας μαρτυρία για την αυθεντική ζωτικότητα του φαινομένου – σε τρεις πόλεις ή περιοχές: Στην Βεργίνα, την Βέροια και την Πιερία. Όμως όλες αυτές εντοπίζονται στο απώτερο νοτιο-ανατολικό τμήμα της Μακεδονίας, σε άμεση επαφή με την Περραιβία. Νομίζω ότι αυτή ακριβώς η γεωγραφική κατανομή μας παρέχει την λύση του προβλήματος. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με μια φωνητική ιδιομορφία της ελληνικής διαλέκτου, που μιλιόταν και στις δύο πλευρές του Ολύμπου και η οποία αναμφίβολα οφειλόταν σε κάποιο υπόστρωμα ή επίστρωμα, πιθανόν, αλλά όχι υποχρεωτικά, φρυγικό.

Εάν παρέμειναν οποιεσδήποτε αμφιβολίες σε σχέση με την ελληνική προέλευση του φαινομένου, θα τις διαλύσουν δύο ονόματα προσώπων: Κεβαλῖνος και Βέτταλος.

Είναι γενικά παραδεκτό ότι το πρώτο προέρχεται από την ινδο-ευρωπαϊκή ρίζα *ghebh(e)l-. Εάν σύμφωνα με την «φρυγική» υπόθεση, η απώλεια της ηχηρότητας των «δασέων» δεν έλαβε χώρα πριν από την ανομοίωση των εκπνεομένων, ο τύπος τον οποίον θα έπρεπε να διαμορφώσει η ελληνική διάλεκτος της Μακεδονίας έπρεπε να είναι Γεβαλῖνος και όχι Κεβαλῖνος, ο οποίος είναι αποτέλεσμα πρώτα της απώλειας της ηχηρότητας των «δασέων» και μετά της ανομοίωσής τους. Οι Claude Brixhe και Anna Panayotou, αντιλαμβανόμενοι πλήρως το πρόβλημα, υπεκφεύγουν δεχόμενοι (ότι το φαινόμενο οφείλεται σε) «παρωχημένο διαλεκτισμό» (“faux dialectisme”).

Από την άλλη, το όνομα Βέτταλος, είναι προφανώς ο μακεδονικός τύπος του εθνικού Θετταλός, χρησιμοποιούμενο ως όνομα προσώπων, με πιθανή μεταφορά του τόνου. Γνωρίζουμε επίσης ότι η αντίθεση μεταξύ του Αττικού Θετταλός και του Βοιωτικού Φετταλός, απαιτεί την ύπαρξη ενός αρχικού *gwhe-.

Δεδομένου δε ότι αφ’ ενός μεν στην Φρυγική, σε αντίθεση με την Ελληνική, τα ινδο-ευρωπαϊκά χειλο-υπερωϊκά(*)(labiovelars, δηλ. τα σύμφωνα *kw, *gw, *gwh. Σημ. ΔΕΕ) έχασαν το υπερωικό τους προσάρτημα χωρίς να διατηρήσουν οποιοδήποτε ίχνος από αυτό, ο τύπος τον οποίο θα έπρεπε να κληρονομήσει η ελληνική διάλεκτος της Μακεδονίας, σύμφωνα με την «φρυγική» υπόθεση, θα έπρεπε να εμφανίσει ένα αρχικό *Γε-, (δηλ. Γετταλός. Σημ. ΔΕΕ), που ολοφάνερα δεν είναι η περίπτωση.

Από την άλλη, ο τύπος Βέτταλος, ο τύπος τον οποίον οι Μακεδόνες πρόφεραν με ένα ηχηρό αρχικό σύμφωνο, μπορεί να ερμηνευθεί με έναν τύπο των ηπειρωτικών Αιολικών διαλέκτων, στις οποίες, όπως γνωρίζουμε, τα «δασέα» χειλο-υπερωϊκά ακολουθούμενα από ένα /i/ ή ένα /e/ εξελίχθηκαν σε απλά ηχηρά χειλικά. Ο αιολικός τύπος Φετταλός, που βρίσκεται πίσω από το Βετταλός, μας παρέχει ένα terminus post quem (Λατιν. «όριο μετά από το οποίο», δηλ. το αρχαιότερο χρονικό σημείο που μπορεί να συμβεί ένα γεγονός. Σημ. ΔΕΕ) για το φαινόμενο της μετατροπής σε ηχηρό σύμφωνο (the voicing phenomenon). Και τούτο διότι αν λάβουμε υπ’ όψη την ορθογραφία των Μυκηναϊκών πινακίδων, η οποία διατηρεί ακόμη μια διακριτή σειρά συμβόλων για τα χειλο-υπερωϊκά, είναι αναγκαίο (=υποχρεωτικό) να χρονολογήσουμε το παραπάνω φαινόμενο σε μια Μετα-Μυκηναϊκή εποχή, αρκετά μετά από την εξάλειψη των χειλο-υπερωϊκών, που σημαίνει προς το τέλος της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. το νωρίτερο και προφανώς εντός του ελληνικού κόσμου. Είναι προφανές ότι στην περίπτωση του τύπου Βέτταλος, μια ad hoc (Λατιν. επί τούτου, δηλ. κατασκευασμένη. Σημ. ΔΕΕ) υπόθεση περί «παρωχημένου διαλεκτισμού» (“faux dialectisme”) είναι απαράδεκτη, λόγω της καθυστερημένης χρονικά εποχής όπου κάποιος υποθετικός Μακεδόνας πατριώτης θα έμπαινε στον πειρασμό να καταφύγει σε έναν τέτοιο γλωσσικό τύπο για το εθνικό όνομα των Θεσσαλών όταν από καιρό είχε αντικατασταθεί από τον τύπο της Αττικής «κοινής» Θετταλός. Η επανεπεξεργασία του σε έναν τύπο Βετταλός, που ακούγεται δήθεν πιο «μακεδονικός» (more “Macedonian-sounding”), μας ξαναγυρίζει σε ένα επιστημονικό επίπεδο γνώσεων που είχαν επιτύχει το 19ο αιώνα…». (ιη)

____________________________________________________

(*) Το φθογγολογικό σύστημα της αρχικής Πρωτο-Ινδο-Ευρωπαϊκής (ΠΙΕ) γλώσσας περιελάμβανε ένα πολύπλοκο σύστημα συμφώνων που διακρίνονταν σε Χειλικά (labials), Οδοντικά (dentals), Υπερωϊκά (velars), Χειλο-υπερωϊκά (labio-velars) κ.λπ. Η σπουδαιότερη κατηγορία συμφώνων της ΠΙΕ ήσαν τα λεγόμενα κλειστά (stops), που με την σειρά τους διακρίνονται σε άηχα (unvoiced/voiceless stops), ηχηρά (voiced stops) και ηχηρά δασέα (voiced aspirates/aspirated stops). Έχουμε λοιπόν την εξής κατάταξη:

ΠΙΕ                              ΑΗΧΑ      ΗΧΗΡΑ      ΗΧΗΡΑ ΔΑΣΕΑ

Χειλικά                      p                 b                    bh

Οδοντικά                  t                  d                   dh

Υπερωϊκά                 k                 g                   gh

Χειλο-υπερωϊκά   kw              gw                gwh

Όπως εξηγεί ο Καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης, στην Πρωτο-Ελληνική (ΠΕ) γλώσσα, τα μεν Χειλικά έδωσαν αντίστοιχα τους φθόγγους π, β, φ, τα Οδοντικά τους φθόγγους τ, δ, θ, τα Υπερωϊκά τους φθόγγους κ,γ,χ. Παρατηρούμε ότι τα ηχηρά δασέα της ΠΙΕ στην ΠΕ μετατράπηκαν σε άηχα δασέα. Οι χειλο-υπερωϊκοί φθόγγοι βαθμιαία εξαφανίσθηκαν και εξελίχθηκαν στους αντίστοιχους χειλικούς, οδοντικούς ή υπερωϊκούς, ανάλογα με το φωνήεν που ακολουθούσε. Για παράδειγμα ο ηχηρός δασύς φθόγγος gwh μετατράπηκε σε φ εάν ακολουθούσε α ή ο, σε θ αν ακολουθούσε ε ή ι και σε χ εάν ακολουθούσε ου. (ιθ)

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η Μακεδονική ανήκε στις Δυτικές/Βορειοδυτικές/Ηπειρωτικές αρχαιοελληνικές διαλέκτους ως ξεχωριστή διάλεκτος με τις δικές της ιδιομορφίες και ιδιωματισμούς και ήταν η καθομιλουμένη της πλειοψηφίας των κατοίκων του Μακεδονικού Βασιλείου. Σε ορισμένες όμως περιοχές της Κάτω Μακεδονίας και ιδιαίτερα αυτές που γειτόνευαν με την Θεσσαλία, οι κάτοικοι ομιλούσαν μια αρχαϊκή αιολική διάλεκτο, κατάλοιπο των αρχικών εγκαταστάσεων των Πρωτο-Αιολέων, αλλά και νεωτέρων επιρροών από αιολόφωνα γειτονικά φύλα, όπως οι Περραιβοί, οι Αινιάνες, αλλά και οι Θεσσαλοί, με την μεικτή αιολοδωρική τους διάλεκτο. Μέχρι τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. περίπου, έπαυσε να χρησιμοποιείται ως καθομιλουμένη και επιβίωσε μόνον σε ονόματα τόπων, μηνών και προσώπων. Η ύπαρξη αυτών των δύο διαλεκτικών μορφών είχε ως αποτέλεσμα την διαμόρφωση διαφορετικών αντιλήψεων στους αρχαίους συγγραφείς και την διατύπωση αντιφατικών απόψεων παρουσιάζοντας τους Μακεδόνες άλλοτε ως Δωριείς (π.χ. Ηρόδοτος) και άλλοτε ως αιολόφωνους (π.χ. Ησίοδος, Ελλάνικος).

Μια εύστοχη και εξαιρετικά πειστική ιστορική ερμηνεία αυτού του φαινομένου έχει διατυπωθεί από τον καθηγητή Μιλτ. Χατζόπουλο:

«…Ως προς τους τρεις Τημενίδες αδελφούς, τους μυθικούς ιδρυτές του Μακεδονικού Βασιλείου σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ήδη από την αρχαιότητα υπήρχε η υποψία ότι δεν είχαν έλθει από το Πελοποννησιακό Άργος, αλλά από το Άργος Ορεστικόν της Άνω Μακεδονίας, και γι’ αυτό η ονομασία Αργεάδαι δινόταν όχι μόνον στην βασιλεύουσα Δυναστεία, αλλά σε ολόκληρη την πατριά που ακολούθησε τα τρία αδέλφια στην περιπέτεια της κατάκτησης της Κάτω Μακεδονίας. Γνωρίζοντας ότι οι Ορέστες ανήκαν στην Μολοσσική ομάδα, γίνεται εύκολα αντιληπτό το πώς, η σημαντική και με μεγάλο κύρος ελίτ του νέου Βασιλείου, επέβαλε την δικιά της (Βορειο-δυτική, σημ. ΔΕΕ) διάλεκτο, ενώ η αρχαία Αιολική διάλεκτος – η ύπαρξη της οποίας είχε δώσει αφορμή σε ορισμένους αρχαίους, αλλά και νεώτερους συγγραφείς να θεωρούν τους Μακεδόνες αιολόφωνους – υποβιβάσθηκε στο καθεστώς ενός ιδιωματικού υποστρώματος (the old Aeolic dialect relegated to the status of a substratum patois), κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της οποίας […] επιβίωσαν μόνον με την μορφή ελάχιστων υπολειμμάτων, γενικώς περιθωριοποιημένων, με την εξαίρεση ορισμένων ονομάτων τόπων, προσωπικών ονομάτων και ονομάτων μηνών, που είχαν καθιερωθεί από την παράδοση…».(κ)

ΔΕΕ 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(α) Βλ. Σχετικά: M. Garašanin: C.A.H. Vol. III part 1, σελ. 142 – Cambridge, 1982. J. P. Mallory: In Search of the INDO-EUROPEANS, σελ. 69 – London, 1991. Μ. Σακελλαρίου: Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τόμ. Α΄ σσ. 364-365 – Αθήνα, 1972. Α. – Φ. Χρηστίδης (επιμ.): «Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: Από τις απαρχές έως την ύστερη αρχαιότητα» – Θεσσαλονίκη, 2001, καθώς και το πλέον πρόσφατο και κατατοπιστικότατο David W. Anthony: The Horse, the Wheel, and Language: How Bronze-Age Riders from the Eurasian Steppes Shaped the Modern World σσ. 368-369– Princeton N. J. 2007
(β) Βλ. για την επίδραση των διαφορετικών γλωσσικών υποστρωμάτων (substratum) και επιστρωμάτων (adstratum) στην διαμόρφωση και εξέλιξη διαφόρων γλωσσών στο κλασσικό έργο του James M. Anderson: Structural Aspects of Language Change σσ. 89-95 – London, 1973
(γ) Βλ. Μ. Σακελλαρίου: Ι.Ε.Ε. ό.π. σελ. σσ. 365-366
(δ) F. G. Sturz, De dialecto macedonica liber, Leipzig, 1808
(ε) G. O. Müller, Über die Wohnsitz, die Abstammung und die ältere Geschichte des makedonischen Volks, Berlin, 1825
(στ) Miltiades Hatzopoulos: The speech of the ancient Macedonians, in the light of recent epigraphic discoveries – VI International Symposium on Ancient Macedonia, Thessaloniki, 1999
(ζ) Βλ. Άννα Παναγιώτου: Η θέση της Μακεδονικής – Από το “Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα” – επιμ. Α.-Φ. Χριστίδης, σελ. 319-325. Θεσσαλονίκη, 2001 – Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη].
(η) Βλ. Λεπτομέρειες για τα παραπάνω στο Miltiades Hatzopoulos: The speech of the ancient Macedonians ό.π.
(θ) Βλ. Α. Παναγιώτου: Η θέση της Μακεδονικής ό.π.
(ι) Ολόκληρο το κείμενο υπάρχει δημοσιευμένο στο Διαδίκτυο στην διεύθυνση: http://abnet.agrino.org/htmls/D/D009.html)
(ια) Μια συνηθισμένη μέθοδος στην αρχαία Ελλάδα για την επίτευξι κάποιου σκοπού (από χαμηλής μορφωτικής και πνευματικής στάθμης άτομα) με μαγικές πράξεις και φράσεις ήσαν οι
κατάδεσμοι (=μαγικοί δεσμοί). Οι κατάρες ή ερωτικές επικλήσεις γράφονταν κυρίως σε ελάσματα μολύβδου (φθηνό και ανθεκτικό υλικό, αν και έχουν βρεθεί και ελάσματα από πολύτιμα μέταλλα), τα οποία τύλιγαν σε κύλινδρο και τα τρυπούσαν πέρα ως πέρα με ένα καρφί (κάρφωμα). Στη συνέχεια έριχναν τους καταδέσμους μέσα σε τάφους ή πηγάδια ώστε να έλθουν σε άμεση επαφή με τα πνεύματα του Κάτω Κόσμου.
(ιβ) Βλ. R. A. Crossland: “The Language of the Macedonians” σελίδες 843-847, στο Τhe Cambridge Ancient History – Vol. III, part 1 (2nd Edition 1982, Reprinted 1990).
(ιγ) E. N. Borza: Before Alexander – Constructions of Early Macedonia (1999)
(ιδ) Βλ. Miltiades Hatzopoulos: The speech of the ancient Macedonians ό.π.
(ιε) Βλ. M. Hatzopoulos: The speech… ό.π.
(ιστ) Βλ. M. Hatzopoulos: The speech… ό.π.
(ιζ) Βλ. Άννα Παναγιώτου: Η θέση της Μακεδονικής – “Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα” ό.π.
(ιη) Βλ. M. Hatzopoulos: The speech… ό.π.
(ιθ) Βλ. Γ. Μπαμπινιώτη: «Σύντομη Εισαγωγή στην Ινδοευρωπαϊκή Γλωσσολογία και στην Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας», σσ. 65-66 – Αθήνα 1977
(κ) Βλ. M. Hatzopoulos: The speech… ό.π.

Πρωτοδημοσιεύθηκε στον τρίτο τόμο/τεύχος του περιοδικού «Νέος Ερμής ο Λόγιος» (Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 2011)

Αφήστε μια απάντηση