Ανασύσταση των επτά αρχαίων θαυμάτων στον ψηφιακό κόσμο

Ψηφιακή ανακατασκευή του Ναού της Αρτέμιδος στην Έφεσο.

“Όλοι έχουν ακούσει για κάθε ένα από τα Επτά Θαύματα του Κόσμου, αλλά λίγοι τα έχουν δει όλα αυτά . Για να το πετύχει κάποιος πρέπει να πάει στο εξωτερικό, στην Περσία, να διασχίσει τον ποταμό Ευφράτη, να ταξιδέψει στην Αίγυπτο, να περάσει λίγος χρόνος μεταξύ των Ελλήνων στην Ελλάδα, να πάει στην Αλικαρνασσό στην Καρία, να πλεύσει στη Ρόδο και να δει την Έφεσο στην Ιωνία. Μόνο εάν ταξιδέψετε στον κόσμο και εξαντληθείτε από την προσπάθεια του ταξιδιού, θα ικανοποιηθεί η επιθυμία να δείτε όλα τα Θαύματα του Κόσμου. ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Amphipolis.gr Η Ιστορία της Αρχαίας Αμφίπολης και τα απίστευτα γεγονότα που συνέβησαν εκεί

Η Αμφίπολη ήταν αρχαία πόλη χτισμένη στην ανατολική Μακεδονία, στις όχθες του ποταμού Στρυμόνα, στη θέση πόλης που παλαιότερα ονομαζόταν “Εννέα Οδοί” ή πολύ κοντά σε αυτήν. 

Ο Φίλιππος στον Τύμβο Καστά

Ο Φίλιππος στον Τύμβο Καστά

Η Αμφίπολη ιδρύθηκε από Αθηναίους το 437 π.Χ. με στόχο τον έλεγχο της πλούσιας σε πρώτες ύλες περιοχή και εγκαταλείφθηκε οριστικά τον 8ο αιώνα μ.Χ. 

Σήμερα στην περιοχή είναι χτισμένος ο ομώνυμος σύγχρονος οικισμός, που βρίσκεται περίπου 60 χλμ. νοτιοανατολικά των Σερρών. 

Η αρχαιολογική έρευνα έχει αποκαλύψει ερείπια ανθρώπινης εγκατάστασης που χρονολογούνται γύρω στο 3.000 π.Χ. Εξαιτίας της στρατηγικής της θέσης η περιοχή είχε οχυρωθεί από πολύ νωρίς. 

Η Ηιών ήταν αρχαία ελληνική πόλη την οποία ίδρυσαν έποικοι από την Ερέτρια στην αριστερή όχθη του Στρυμόνα, σε απόσταση 25 σταδίων (4.628 μ. δηλ. 25×185,15) από την Αμφίπολη, όσο απέχει σήμερα από την Αμφίπολη ή Χρυσούπολη Καβάλας. 

Την Ηιόνα αναφέρει ο ιστορικός Θουκυδίδης στην Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου ως τόπο ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας για τους Αθηναίους κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου. 

Η Ηιών ή Ηιόνα ή Ίον, κατά την αρχαιότητα, κατελήφθη από τους Πέρσες το 476 π.Χ. κατά τη διάρκεια των Περσικών Πολέμων. Ο Ξέρξης κατασκεύασε κοντά της γέφυρα για να περάσει ο περσικός στρατός στη Μακεδονία. Αργότερα, ο Πέρσης στρατηγός Βόγης την υπερασπίστηκε εναντίον των Αθηναίων, που είχαν επικεφαλής τον Κίμωνα, τον γιο του Μιλτιάδη. 

Στη συνέχεια το 475 π.Χ. πολιορκήθηκε, προκειμένου να ενταχθεί στο «Κοινόν της Δήλου », υπό την ηγεσία της Αθήνας, και επικεφαλής των συμμαχικών στρατευμάτων ήταν ο στρατηγός Κίμωνας. 

Στο Πελοποννησιακό πόλεμο, ο ιστορικός Θουκυδίδης, που ήταν στρατηγός την έσωσε από τον Βρασίδα , δεν κατόρθωσε όμως να ανακτήσει την Αμφίπολη, γι αυτό καταδικάστηκε σε θάνατο, που τον απέφυγε μένοντας εξορία είκοσι χρόνια.

Το 480 π.Χ. ο Ξέρξης περνώντας από την περιοχή έθαψε ζωντανούς εννέα νεαρούς άντρες και εννέα παρθένες ως θυσία σε ποτάμιο θεό. Μελετώντας τις πηγές, για την ιστορία της Αμφίπολης δεν μπορεί παρά να σταματήσει κανείς στην πληροφορία που μας δίνει ο Ηρόδοτος, πως ο Ξέρξης κατά το πέρασμά του από την περιοχή το 480 πΧ προέβη στην κατάχωση εννέα εφήβων και εννέα κορασίδων, από το ντόπιο πληθυσμό! 

Πιο συγκεκριμένα ο Ηρόδοτος στο Έβδομο βιβλίο αναφέρει: “Κι αυτή η περιοχή, που βρίσκεται γύρω απ᾽ το Παγγαίο, λέγεται Φυλλίδα, κι εκτείνεται προς τα δυτικά ώς τον ποταμό Αγγίτη που χύνει τα νερά του στον Στρυμόνα, ενώ προς τα νότια εκτείνεται ώς τον ίδιο τον Στρυμόνα, στον οποίο οι μάγοι, για να πάρουν αίσιους οιωνούς, έσφαζαν κάτασπρα άλογα.

Αφού έκαναν λοιπόν αυτές τις μαγικές τελετές στον ποταμό και, κοντά σ᾽ αυτές, κι άλλα πολλά στην πόλη Εννέα οδοί των Ηδωνών, διάβαιναν από τη γέφυρα του Στρυμόνα, καθώς βρήκαν τις όχθες του ζεμένες με γέφυρα. Κι όταν έμαθαν πως ο τόπος αυτός ονομαζόταν Εννέα οδοί, εκεί κατάχωσαν ζωντανούς στη γη εννιά παλικάρια κι εννιά κοπέλες του εντόπιου πληθυσμού.

” Προσπαθεί δε παρακάτω να δώσει τη δική του ερμηνεία για την περίεργη αυτή πράξη του Ξέρξη: Κι είναι περσικό έθιμο να καταχώνουν στη γη ζωντανούς· έτσι, έχω την πληροφορία πως και η Άμηστρις, η γυναίκα του Ξέρξη, στα γηρατειά της έκανε χάρισμα στο θεό, που καταπώς πιστεύουν βασιλεύει στον Κάτω κόσμο, δυο επτάδες αγόρια, γιους επισήμων Περσών, καταχώνοντας τα στη γη — ήταν το ευχαριστώ της στο θεό που της χάριζε ζωή. Περίπου εκατόν πενήντα χρόνια αργότερα από το ίδιο σημείο θα ξεκινούσε ο στόλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου για την Ασία. Μόνο που ο Αλέξανδρος δεν είχε ανάγκη ούτε να «καταχώσει» νέους, ούτε να θυσιάσει μία άλλη «Ιφιγένεια». 

More
Google view

Ένα χρόνο μετά στην Αμφίπολη ο βασιλιάς της Μακεδονίας Αλέξανδρος Α΄ νίκησε τα υπολείμματα του στρατού του Ξέρξη.

Τον 5ο αιώνα π.Χ. οι Αθηναίοι επιχείρησαν να αποικίσουν την περιοχή που είχε άμεση πρόσβαση σε σημαντικές πρώτες ύλες, όπως ο χρυσός και ο άργυρος του Παγγαίου και τα πυκνά δάση της περιοχής -τα τελευταία ενδιέφεραν του Αθηναίους για την ξυλεία τους.

Η πρώτη απόπειρα της Αθήνας, το 465 π.Χ., να αποικήσει την περιοχή απέτυχε. Θράκες πελταστές συνέτριψαν στον Δραβήσκο την οπλιτική φάλαγγα 2.500-3.000 Αθηναίων αποίκων της πόλης των Εννέα Οδών, οι οποίοι προχωρούσαν στη θρακική ενδοχώρα με σκοπό την κατάληψη των προσοδοφόρων χρυσωρυχείων της. 

Λίγο δυτικότερα του σημερινού ομώνυμου χωριού, στην τοποθεσία «Φραγκάλα», έχουν εντοπιστεί λείψανα (αρχιτεκτονικά μέλη και επιγραφές) αρχαίας πόλης, η οποία ταυτίζεται με την αρχαία θρακική πόλη της Ηδωνίδας Δραβήσκο, που η ονομασία της διασώθηκε, με ελάχιστη μόνο παραφθορά, στην παλιά ονομασία του χωριού «Σδραβήκι».

Η μνεία της πόλης από τον Στράβωνα και τον Αππιανό μαρτυρεί την ύπαρξή της στη ρωμαϊκή εποχή, αφού υποβαθμίστηκε πιθανώς σε απλή κώμη εξαρτώμενη διοικητικά από την κοντινή Αμφίπολη. Το 465 π.Χ Θράκες πελταστές συνέτριψαν εκεί την οπλιτική φάλαγγα 2.500-3.000 Αθηναίων αποίκων της πόλης των Εννέα Οδών, οι οποίοι προχωρούσαν στη θρακική ενδοχώρα με σκοπό την κατάληψη των προσοδοφόρων χρυσωρυχείων της.

Το όνομά της Εννέα Οδοί, η πόλη το πήρε στην κυριολεξία από εννέα δρόμους που οδηγούσαν εκεί ή ξεκινούσαν από εκεί. Αυτοί αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά του πολιτικού χάρτη όλου του Παγγαίου. Ανάλογα με τον προορισμό του κάθε δρόμου, δόθηκε σ’ αυτόν από εμένα, η κατάλληλη ονομασία. 

Οι Εννέα Οδοί ήταν πόλη των Ηδωνών στις όχθες του ποταμού Στρυμόνα στη Μακεδονία η οποία και καταστράφηκε από τους Αθηναίους , που επέδραμαν αιφνίδια, χωρίς να υπάρξει προηγούμενη αιτία. 

Συγκεκριμένα μετά τους περσικούς πολέμους, το 430 π.Χ., η Αθηναϊκή Δημοκρατία απεφάσισε την κατάληψη της χρυσοφόρου περιοχής και την εκδίωξη των κατοίκων της προκειμένου να δημιουργήσει εκεί δική της αποικία, αποστέλλοντας τον Αθηναίο στρατηγό Άγνωνα ο οποίος και τελικά αφού την κατέλαβε, τη λεηλάτησε και την κατέστρεψε εκδιώκοντας τους κατοίκους της, όσοι επέζησαν του αφανισμού, έκτισε στη συνέχει στην ίδια θέση την Αμφίπολη.

Ο Θουκυδίδης λέει : «Τη θέση αυτή, όπου είναι τώρα η πόλη, δοκίμασε παλαιότερα να την αποικίσει και ο Αρισταγόρας ο Μιλήσιος, τότε που τον καταδίωκε ο βασιλιάς Δαρείος, αλλά εκδιώχθηκε από τους Ηδώνες· έπειτα, ύστερα από τριάντα δύο χρόνια οι Αθηναίοι έστειλαν δέκα χιλιάδες εποίκους και δικούς τους και από άλλες πόλεις εθελοντές, οι οποίοι εξολοθρεύτηκαν στον Δραβήσκο από τους Θράκες.

Η Αθήνα επανήλθε την εποχή του Περικλή, το 437 π.Χ., ιδρύοντας την Αμφίπολη. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη η πόλη ονομάστηκε έτσι επειδή ο ποταμός Στρυμόνας ρέει γύρω από την πόλη περιβάλλοντάς την, αλλά για την ετυμολογία υπάρχουν και άλλες θεωρίες. Στην συνέχεια η Αμφίπολη έγινε η κύρια βάση των Αθηναίων στην Θράκη και στόχος των Σπαρτιατών. Και ύστερα από είκοσι εννέα χρόνια, το (430 π.Χ. ), οι Αθηναίοι ήλθαν ξανά με αρχηγό για την ίδρυση αποικίας τον Άγνωνα του Νικίου, έδιωξαν τους Ηδώνες και έχτισαν την πόλη στη θέση που πρωτύτερα ονομαζόταν Εννέα Οδοί. 

Βάση για την επιχείρηση είχαν την Ηιώνα, το εμπορικό λιμάνι τους στο στόμιο του ποταμού, σε απόσταση είκοσι πέντε σταδίων από την τωρινή πόλη που ο Άγνων την ονόμασε Αμφίπολη, διότι καθώς ο Στρυμόνας την περιβρέχει και από τις δύο πλευρές σχηματίζοντας αγκώνα, έχτισε μακρύ τείχος από ένα σημείο του ποταμού σε ένα άλλο και ίδρυσε την πόλη, περίβλεπτη από τη θάλασσα και από την στεριά». Κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου οι Σπαρτιάτες κατέλαβαν την πόλη. Για την σωτηρία της πόλης στάλθηκε από τους Αθηναίους μία αποστολή υπό την ηγεσία του Θουκυδίδη (του μετέπειτα ιστορικού). 

Η αποστολή απέτυχε, γεγονός που οδήγησε τον Θουκυδίδη στην εξορία. Στην συνέχεια στάλθηκε ο Κλέων ο οποίος σκοτώθηκε κατά τη μάχη της Αμφίπολης, μίας σφοδρής σύγκρουσης στην οποία βρήκε τον θάνατο και ο Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας. Με την Ειρήνη του Νικία ή Νικίειο ειρήνη, η Σπάρτη δεσμευόταν να αποδώσει την Αμφίπολη στην Αθήνα, κάτι που δεν έγινε και αποτέλεσε σημείο νέων τριβών και ένα από τα θέματα που στάθηκαν αιτία να παραβιαστεί η ειρήνη και να ξαναρχίσει ο Πελοποννησιακός Πόλεμος.

http://greekhistoryandprehistory.blogspot.com/

IMGP0881

Φιλίννιον, το αίμα του έρωτα

Φιλίννιον, το αίμα του έρωτα

Μια από τις παλιότερες ιστορίες, που μιλούν για γυναίκες βρυκόλακες στην ελληνική αρχαιότητα, είναι αυτή που μας παραδίδει ο παραδοξογράφος Φλέγων ο Τραλλιανός (απελεύθερος δούλος του αυτοκράτορα Αδριανού, 2ος αι. μ.Χ.) στο βιβλίο του «Περί θαυμασίων» 2.1 (Paradoxographoi: scriptores rerum mirabilium Graeci, εκδ. Antonius Westermann, Brunswigae, Londini 1839, σελ. 117-121). 
Σώζεται το δεύτερο μισό της ιστορίας, το πρωτότυπο κείμενο της οποίας μπορείτε να διαβάσετε στην πρώτη παρατιθέμενη πηγή παρακάτω. Για τη Φιλίννιον μιλά και ο φιλόσοφος Πρόκλος (5ος αι. μ.Χ.) στα πλατωνικά του σχόλια:  Proclus, Platonis Rem Publican Commentarii 2, συμπληρώνοντας κάποια από τα κενά της ιστορίας. Η όλη διήγηση βασίζεται σε μια παλιότερη (χαμένη) σειρά επιστολών, εκ των οποίων κάποιες έγραψε ο Ίππαρχος και άλλες ο Αρριδαίος, ο ετεροθαλής αδελφός του Μ. Αλεξάνδρου.
Τα γεγονότα διαδραματίζονται στην Αμφίπολη (1) τον 4ο αι. π.Χ., κατά τη βασιλεία του Φιλίππου Β’ στη Μακεδονία. Η ηρωίδα είναι η Φιλίννιον, ο εραστής της ο Μαχάτης.
Ένα λύχνο γι’ απόψε. Τον μικρότερο θ’ ανάψω. Νύχτα έρωτα θα’ ναι. Μόνο ημίφως θέλει. Ίσα ίσα μια τρεμουλιαστή φλογίτσα να κατοπτρίζει στον τοίχο τα κορμιά μας. Πυρ θα’ ναι το πάθος… πάθος φωτιά που καίει την πέτρα…
Είμαι η Φιλίννιον του Δημοστράτου και της Χαριτούς, κορασίς Αμφιπολίτισσα 14 φεγγαριών και κάτι. Προσμένω τον Μαχάτη στο δώμα μου. Από την Πέλλα είναι ο καλός μου, ξένιος (2) του πατέρα μου. Αψηλός Μακεδνός (3) λεβέντης, γερόκορμος σα λεύκα, στάχυα κεχριμπαρένια τα μακριά μαλλιά του, θάλασσες βαθιές το βλέμμα του, ρόδια μεστά τα χείλη του. Ωραίος ως Μακεδών.
Βάδιζε δίπλα στον πατέρα μου χαμογελαστός, όταν τον πρωταπάντησα στο κτήμα μας στις όχθες του Στρυμόνα. Ήταν ένα καυτό καλοκαιριάτικο απομεσήμερο, ώρα ραστώνης, αλλά εγώ με τις δούλες έπλενα τα ρούχα στο ποτάμι. Ξυπόλυτη στο νερό, ανασηκωμένος ο λεπτός χιτώνας στους μηρούς για να μη βραχεί, μούσκεμα ήταν, μισοξέπλεκα τα μαλλιά από το σκύψιμο στην όχθη και τα δυνατά χτυπήματα στα ρούχα με τον κόπανο (4). Ιδρώτας, νερό, λιγοστός ίσκιος στα πέρα πλατάνια, θολή κάψα στον ορίζοντα και στη ρωγμή του Εκείνος.
Χοροπήδησε η καρδιά στο στήθος και αυτό ξεθάρρεψε, ορθώθηκε και θαρρείς πως τρύπησε το βρεγμένο ρούχο, το ΄νιωσα, ντράπηκα, έβαλα τα χέρια μου μπροστά, κάτι, κάπως να καλύψω, χαμήλωσα το βλέμμα.
– Έλα Μαχάτη να σου γνωρίσω τη θυγατέρα μου τη Φιλίννιον, το μελίσσι του σπιτιού μου! είπε ο πατέρας μου, νομίζω· δεν είμαι σίγουρη, το αναπάντεχο, η ομορφιά του, η ντροπή μου, όλα μπλέκονταν αξεδιάλυτο κουβάρι στη μεσημεριάτικη λάβρα.
– Ναϊάδα (5) η κόρη σου Δημόστρατε! Χαρά σ΄αυτόν που θα την πάρει! Υγίαινε Φιλίννιον! αποκρίθηκε ο Μαχάτης κι ένιωθα το βλέμμα του να με καίει.
Αντιχαιρέτισα. Τα μάτια μου χαμηλωμένα, κόκκινα τα μάγουλά μου απ’ τη ντροπή, λαχτάρα να απομακρυνθεί λίγο να τον θαυμάσω ξανά, κρυφά, με προσοχή, να τον ζωγραφίσω στο μυαλό μου να μην ξεχάσω τη θωριά του.
– Ο Μαχάτης θα μείνει στο σπιτικό μας λίγο καιρό όσο να τελειώσει τις δουλειές του, συνέχισε ο πατέρας μου. Θέλω μαζί με τη μάνα σου να περιποιηθείτε τον ξένιο φίλο μου όσο καλύτερα γίνεται Φιλίννιον, συνέχισε ο πατέρας μου. Ύστερα χαμογέλασε «μην κουράζεσαι τόσο πολύ κόρη μου, δε χρειάζεται, άσε τις δούλες να πλύνουν» είπε κι ύστερα απομακρύνθηκε σιγοπερπατώντας με τον Μαχάτη δίπλα του.Να ‘ναι τάχα έρωτας αυτό που νιώθω; Αυτό το ζάλισμα του νου, το αποκάρωμα (6) των αισθήσεων, η λαχτάρα να τον ξαναδώ; Και αν δεν είναι έρωτας, τότε τι είναι; Κι αυτός; Τι σκέφτεται; Νιώθει κάτι για μένα; 
«Ναι», ψιθύρισε μυστικά στο αυτί μου ο θεός. «Ταυτόχρονα σας τόξεψα, κατάστηθα. Ζήστο. Μαζί του».
Έρωτας ήταν λοιπόν. Έρωτας άγριος, παράφορος, απόλυτος, αχόρταγος, αήττητος. Κλεφτές ματιές πίσω απ’ τις δωρικές κολόνες της περίστυλης αυλής, τυχαία αγγίγματα, παραφυλάγματα για ένα στιγμιαίο ξεμονάχιασμα τις στιγμές που τάχατες έπρεπε να φέρει κάτι απ’ το δώμα του.  Κι ύστερα κλεφτά συναπαντήματα στις όχθες του Στρυμόνα, κάτω απ’ τα πλατάνια, μέσα στις φυλλωσιές, να βλέπει μόνο ο ποτάμιος θεός και οι Ναϊάδες τα άρρητα του έρωτα. Έξαψη και φόβος, φόβος και έξαψη. Αν μας δουν; αν μας πιάσουν; Πώς θα υπάρξει συγχώρεση; Έλεος πώς; Δεν θα υπάρξει. Ούτε για μένα, την απάρθενη κόρη ούτε για κείνον, τον καταχραστή της φιλοξενίας. Αλλά και πάλι. Ποιος μπορεί να τα βάλει με τον Έρωτα; Όχι εγώ, όχι ο Μαχάτης.
Έχει μήνα που ζει μαζί μας όσο να τελειώσει τις δουλειές του στην Αμφίπολη. Ξέρω πως τις τελείωσε προ πολλού και πρέπει να γυρίσει στα μέρη του. Όλο το αναβάλλει. Όλο κάτι προφασίζεται στον πατέρα μου. Και τώρα πια τις νύχτες τις περνάμε μαζί· νύχιο (7) το σμίξιμο, πνιχτός ο έρωτάς μας να μην ακούγεται, μόνος μάρτυρας το φως του μικρού λύχνου, που τρεμουλιάζει στον ρυθμό των κορμιών μας, μας ζωγραφίζει στους χρισμένους τοίχους και αντιφεγγίζει τα μαυρόασπρα βότσαλα του δαπέδου. Στις νύχτες κρυβόμαστε, τις νύχτες ζούμε…
– Θα ξανάρθω αγάπη μου. Περίμενέ με, είπε την τελευταία βραδιά. Και μόλις έρθω, θα σε ζητήσω απ’ τον πατέρα σου. Θα πάνε όλα καλά. Θα δεις. Σύντομα θα γίνεις γυναίκα μου και θα είσαι για πάντα δική μου. 
– Θα περιμένω εδώ μέχρι να΄ρθείς· ό,τι και αν γίνει, δικιά σου είμαι. Σου δόθηκα, σου ανήκω τώρα και αυτό δεν αλλάζει. Χρυσαλλίδα (8) ήμουν, νύμφη μεταξένια γίνηκα στα χέρια σου.
– Μη με ξεχάσεις Φιλίννιον!
– Ο έρωτας πάντα θυμάται αγαπημένε μου. Ό,τι ζήσει στην καρδιά, ποτέ του δεν πεθαίνει.
Αυτά είπαμε εμείς, έτσι τα μιλήσαμε, έτσι τα συμφωνήσαμε. Ξαστόχαστη η νιότη, νομίζει πως όλα είναι δυνατά, αλλά τότε δεν ήξερα…Περίμενα και υπομόνευα, υπομόνευα και περίμενα. Σήμερα, αύριο, μια μέρα ακόμα και άλλη μία και άλλη μια… Μίσεψε (9) για καιρούς ο Μαχάτης…
Εις μάτην περίμενα με το βλέμμα αγκιστρωμένο στη δύση, στο δρόμο για την Πέλλα. Υπέφερα. Θαρρώ σαν άμαξα να πλησιάζει, χλιμίντρισμα ακούστηκε; βήματα στην εξώπορτα; Κάποιος ήρθε! Πετάγομαι να δω! Ο Μαχάτης μου; Όχι. Φίλοι του πατέρα, στρατηγοί και εταίροι (10), άλλοτε να μιλήσουν, μια να συμποσιαστούν, άλλοτε να πάνε στο γυμνάσιο (11) ή για κυνήγι, η θεία Τιμάεσσα με τις κόρες της, ο Λαμπίας ο αρχιδούλος φορτωμένος πραμάτειες απ’ την πόλη. Φορές φορές, με πρόφαση πως θα επισκεφτώ το κτήμα, λοξοδρομούσα στο ύψωμα ν’ αγναντέψω πέρα απ’ το δυτικό τείχος (12) μήπως έρχεται…
Και ξάφνου η καταστροφή! «Φιλίννιον, μεγάλωσες πια. Ήρθε η ώρα να παντρευτείς. Για σένα διάλεξα τον άριστο των αρίστων, τον Κρατερό (13). Στενές οι σχέσεις του με τον βασιλιά μας το Φίλιππο και τον πρωτότοκό του τον Αλέξανδρο. Μάλιστα, σε ένα κυνήγι έσωσε τη ζωή του διαδόχου! Τιμημένος ο Κρατερός, γι’ αυτό με το γάμο τούτο η οικογένειά μας θα αποκτήσει γερές συμμαχίες και στο μέλλον…» συνέχισε να μιλάει ο πατέρας μου, αλλά δεν άκουγα τίποτα πια. Σκοτοδίνη μου ήρθε. Λιποθύμισα. Τι και αν έκλαψα πικρά για μέρες, τι και αν παρακάλεσα γονυπετής, τι και αν έπαψα να τρώω και μαράζωνα απ’ τον πόνο…μάταια. Η μάνα μου η Χαριτώ προσπαθούσε με γλυκόλογα να με μεταπείσει, ύστερα πείσμωσε και με κοιτούσε αμίλητη αυστηρά, ο πατέρας μου δεν ήθελε ν’ ακούσει λέξη. «Κορασίδας κακομαθημένης παραξενιές» έλεγε θυμωμένος στη μάνα μου. «Δεν θα της περάσει. Είπα και ελάλησα» κατέληγε, με τα μάτια του να βγάζουν φωτιά…
Ο γάμος έγινε. Χαρές πολλές και γλεντοκόπι και γω πανέμορφη νύφη θανάτου στους νεκρικούς θαλάμους του Κρατερού. Το μαρτύριό μου δεν κράτησε πολύ. Λίγες μέρες μετά το γάμο, επέστρεψα στο πατρικό μου. Κουβέντες μυστικές προηγηθήκανε για τη χαμένη παρθενιά και την ατιμασιά μου, ο Κρατερός έξαλλος στην αρχή, μαλάκωσε όμως όταν ο πατέρας μου του έστειλε με τον Λαμπία ένα σεντούκι χρυσά, συμφωνήσανε όλοι μεταξύ τους πως είμαι άρρωστη και πρέπει να με φροντίσουν στο σπίτι για λίγο καιρό, έτσι διέδωσαν σε συγγενείς και φίλους, ο πατέρας και η μάνα μου ντροπιασμένοι με έκλεισαν στο δώμα μου, ήρθε γιατρός που βεβαίωσε την αρρώστια μου- πληρώθηκε αδρά και αυτός- τα στόματα έκλεισαν, όλοι λυπούνταν την έρμη τη Φιλίννιον που δεν πρόλαβε να χαρεί το γάμο της και έπεσε του θανατά… ούτε γάτα ούτε ζημιά. 
Αλλά εγώ ξεψυχούσα απ’ το μαράζι μου. Κάθε μέρα και από λίγο. Ξάπλωσα στην κλίνη και δεν ξανασηκώθηκα. Δεν ήθελα. Έπινα τα δάκρυά μου και έτρωγα την απελπισία μου. Είχα πληγώσει τους γονείς μου, με χρέωναν με ατιμία, απόκληρη ένιωθα, ο Μαχάτης είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης, οι όρκοι αγάπης του ψεύτικοι, ελπίδα να γυρίσει καμιά. Αυτό ήταν. Η πεταλούδα έζησε τον έρωτα, έλαμψε στον ήλιο και έκαψε τα φτερά της. Μέχρι εδώ ήταν. 
Τη ζωή μου δεν την όρισα. Θα ορίσω το θάνατό μου, είπα. Φάσμα (14) του εαυτού μου έγινα η άωρη κόρη μέσα σε έξι μήνες. Ωραία και η κηδεία μου. Με πένθιμη πομπή με αποθέσανε στον οικογενειακό μας τύμβο στη νεκρόπολη της Αμφίπολης. Εγώ ντυμένη με την ωραιότερη εσθήτα, με όλα τα χρυσαφικά μου στο κορμί, καλοχτενισμένη και μοσχομυρισμένη ξάπλωσα στο κρεβάτι που τρώει τις σάρκες. Βάλανε σιμά μου καλούδια πολλά, ελεφαντοστέινες χτένες και χάλκινους καθρέφτες, χρυσά και αργυρά αγγεία, πλουμιστά ειδώλια, λουλούδια πολλά και ύστερα με σκέπασαν με αιμάτινο σάβανο. Όλοι έκλαιγαν πολύ, οι γονείς μου απαρηγόρητοι, τα μοιρολόγια και οι ολοφυρμοί της μάνας μου έσκιζαν τον αγέρα, οι συγγενείς θλιμμένοι, φίλοι και γνωστοί προσπαθούσαν να συμπαρασταθούν, διάχυτος πόνος, και ένα ωραίο κιβούρι για μένα. Σφράγισαν τη δίφυλλη μαρμάρινη θύρα του τάφου. Δυο πανέμορφες ζωγραφιστές μορφές, ο Πλούτων και η Περσεφόνη, παραστάτες μου στην αιωνιότητα. Κάπου πήρε το μάτι μου μια επιγραφή: 
«…τεσσαρακαιδεκέτιν τῷδ᾽ ἐκάλυψε τάφῳ» (15). Δεκατεσσάρων ετών, τάφος. Για ποιον να γράφτηκε άραγε; Κοιμήθηκα.

Είμαι τρισευτυχισμένη! Παννύχια (16) η γιορτή του έρωτα με τον αγαπημένο μου. Επιτέλους γύρισε! Με αγκαλιάζει με λαχτάρα, του έλειψα πολύ, λέει, υπέφερε δίχως μου, ήρθε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, ορκίζεται ξανά και ξανά αιώνια πίστη. Φοράει με δάκρυα στα μάτια το χρυσό δακτυλίδι που του δίνω και μου αντιδωρίζει το δικό του το σιδερένιο, σύμβολα και τα δυο της αιώνιας ένωσής μας. Μου προσφέρει και ένα χρυσόκλυστο ποτήρι να πίνουμε μαζί κρασί αγάπης. Είναι δικός μου τώρα, κατάδικός μου! Δεν θα επιτρέψω σε τίποτα και σε κανέναν πια να μας ξαναχωρίσει. Το τίμημα του έρωτα το πλήρωσα με τον θάνατό μου, δεν χρωστώ άλλο. Ξεχρέωσα και για κείνον. Τώρα θα ζήσουμε μαζί! Οι θεοί το όρισαν, οι θεοί το επιτρέπουν.
– Αγαπημένε μου Μαχάτη, κάθε νυχτιά θα έρχομαι κοντά σου, κάθε νυχτιά θα σμίγουμε αιώνια ερωτευμένοι. Μόνο κράτα το κρυφό απ’ τους γονείς μου, μη με αναφέρεις ποτέ, η αγάπη μας πρέπει να μείνει μυστική, του είπα την πρώτη νύχτα που βρεθήκαμε, και κείνος το σεβάστηκε.
Την είδα τη Θράσσα που παραφύλαγε έξω απ’ το δώμα και κατόπιν τη Χαριτώ, τη μάνα μου, που μας κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια, κάτασπρη, ξέψυχη. Αδιαφόρησα. Τώρα πια δεν μπορούν να με βλάψουν άλλο. Άλλωστε, όρθρο βαθύ (17) θα φύγω, όπως κάνω κάθε βραδιά.
– Μαχάτη, σε θερμοπαρακαλώ πες μας επιτέλους την αλήθεια! ούρλιαξε για μια στιγμή η Χαριτώ απελπισμένη. Ήταν η Φιλίννιον μαζί σου στο δώμα χθες το βράδυ; Στα πόδια σου προσπέφτω ικέτις η μάνα, μίλα μας, πες μας. Μην το αρνείσαι άλλο. Σε είδαμε. Και γω και η δούλα η Θρασσώ. Πες μας την αλήθεια. Σεβάσου τη φιλοξενία του άνδρα μου του Δημόστρατου! Και πίστεψε επιτέλους αυτό που σου λέω! Η Φιλίννιον πέθανε πριν από έξι μήνες και τη θάψαμε στον οικογενειακό μας τάφο. Δεν στο είπαμε εξαρχής όταν ήρθες στο σπιτικό μας, για να μη σε στεναχωρήσουμε με έγνοιες που δεν σου πρέπουν ξένον άνθρωπο. Αλλά η Φιλίννιον είναι νεκρή· και όμως εμείς την είδαμε στην αγκαλιά σου!
Ο Μαχάτης λύγισε μπρος στον πόνο της μάνας και από σέβας προς τον Δημόστρατο. Τους είπε πως αγαπιόμαστε από καιρό, ότι πράγματι περνούσα τις νύχτες μαζί του, ότι γύρισε απ’ την Πέλλα μόνο για μένα, γιατί ήθελε να με νυμφευτεί…έμοιαζε χαμένος ο καλός μου με όλα αυτά που άκουγε. Ποιος θάνατος και ποια κηδεία; Εγώ ήμουν ζωντανή, ολοζώντανη στην αγκαλιά του. Φορές φορές δειπνούσαμε μάλιστα μαζί. Να το χρυσό δακτυλίδι που του χάρισα, το σύμβολο του γάμου μας, να και η στηθοδεσμίδα που άφησα στην κλίνη του το περασμένο βράδυ, για να μυρίζει ολημερίς το άρωμά μου.
Ολοφυρόταν η μάνα μου, βλέποντας το δακτυλίδι και τη στηθοδεσμίδα που μου φόρεσαν στον τάφο, τράβαγε τα μαλλιά της και έσκιζε τα ιμάτια, κατέρρευσε ο πατέρας απ’ αυτά που άκουσε, η Θρασσώ έκλαιγε γοερά σαν σε κηδεία και ο Μαχάτης μου τους κοιτούσε αποσβολωμένος μην ξέροντας τι να σκεφτεί, τι να πρωτοπιστέψει. Σε αυτά που άκουγε πως ήμουν τάχατες άψυχη, παγωμένη, νεκρή ή στις αισθήσεις του που λίγες ώρες πριν χαίρονταν το λάβρο, λουλουδομυριστό κορμί μου; Όχι, ψέματα του έλεγαν για να τον αποδιώξουν από γαμπρό. Αλλιώς, πρόσθεσε, ας έρθουν ξανά το βράδυ να δουν τη Φιλίννιον στο δώμα με τα ίδια τους τα μάτια. Θέλουν να με πιάσουν και αυτοί, να δουν ότι ζω, ότι υπάρχω, σκέφτηκα.
Αχ Μαχάτη μου! Δεν κράτησες το μυστικό μας. Αποκάλυψες τα άρρητα, στέγνωσαν οι ερωτικοί χυμοί, πάγωσε το αίμα, χάθηκε η μαγεία και τώρα πρέπει να επιστρέψω δια παντός στον διατεταγμένον τόπον. Αυτή είναι η βούληση των θεών. Η αμφιβολία δεν χωρεί στον έρωτα, καλέ μου. Και σεις γονείς μου, τι κλαίτε και θρηνείτε τώρα; Εσείς με στείλατε στον τάφο με την επιμονή σας να παντρευτώ τον Κρατερό. Όψιμα δάκρυα τι νόημα έχουν, όταν το κακό έχει συντελεσθεί;
Απόμεινα ακίνητη στην κλίνη του αγαπημένου μου, κέρωσα, πήρα πλουτώνεια όψη. Σούσουρο στο σπίτι για τη νεκροφάνεια, διαδόθηκε το απίστευτο στην πόλη, μαζεύτηκε κόσμος στην εξώθυρα, ρωτούσε να μάθει το πώς και το γιατί, πλήθαιναν οι φήμες και οι φωνές που ζητούσαν το άνοιγμα του τάφου για τη διακρίβωση των γεγονότων. Τι ήμουν τελικά; Νεκρή ή ζωντανή; Γυναίκα ή φάντασμα;
Στον οικογενειακό τάφο βρήκαν στη θέση απόθεσης τους παππούδες μου, όλα τους απείραχτα· η νεκρική κλίνη μου αδειανή. Ένα χρυσόκλυστο ποτήρι μόνο πάνω της και δίπλα ένα ανδρικό σιδερένιο δακτυλίδι… Ανησυχία, αγωνία παντού για το ανεξήγητο, συζητήσεις σε κάθε γωνιά της πόλης. Κατάρα φανερώθηκε; θαύμα των θεών προς τιμήν του Έρωτα; Κανείς δεν ήξερε να πει με σιγουριά. Άλλοι πρόσεξαν τα πτηνά που πετούσαν χαμηλά προς τη δύση, μερικοί τους ίταμους (18) που ξεράθηκαν μεμιάς. Στο τέλος, όλοι συμφώνησαν. Κακά σημάδια φαίνονταν στον ουρανό και επί γης. Το επιβεβαίωσε και ο μάντης Ύλλος, άριστος οιωνοσκόπος. Αυτή η ανάσταση δεν ήταν θέλημα του Ερμή Ψυχοπομπού ούτε των Ευμενίδων. Παράγγειλε να βάλουν το σώμα μου στην πυρά, δεν είχε νόημα να ξαναταφώ στον τύμβο, η τελετή να γίνει έξω απ’ την πόλη, στις εσχατιές, μετά να εξαγνιστούν όλα τα ιερά, οι βωμοί των θεών του Κάτω Κόσμου και να γίνουν οι πρεπούμενες θυσίες στον Ερμή Χθόνιο και στον Ξένιο Δία για τον καθαρμό όλων των γεγενημένων ανομημάτων. 
Αυτά και έγιναν. Σφραγίστηκε με πυρ ο θάνατός μου και όλοι ξανάσαναν ανακουφισμένοι που ξεφορτώθηκαν το άγος. Ακόμα περισσότερο που εξόντωσαν το φάσμα της Λάμιας (19), γιατί Λάμια με θεωρούσαν, από αυτές που πίνουν το αίμα των εραστών τους για να ζήσουν. Άραγε ήμουν πράγματι βρυκόλακας ή απλώς μια ερωτοχτυπημένη γυναίκα; Πάντως, ό,τι κι αν έλεγαν οι άλλοι, ο Μαχάτης μου γνώριζε την αλήθεια του. Και αυτό είχε σημασία. Την άλλη μέρα ήρθε κοντά μου· «υπ’ αθυμίας εαυτόν εξήγαγεν του ζην» έγραψαν στον τάφο του.
————————————-
(1) Αμφίπολη = Η Αμφίπολη ήταν μια αθηναϊκή αποικία κοντά στις εκβολές του Στρυμόνα, η οποία κυριεύτηκε το 357 π.Χ. από τον Φίλιππο Βʹ και αναδείχτηκε σε νευραλγική πόλη του βασιλείου του. 
(2) ξένιος = φιλοξενούμενος, επίθετο του Δία (Ξένιος Ζευς, ο προστάτης της φιλοξενίας).
(3) μακεδνός = ψηλός (το επίθετο αυτό χρησιμοποιείται ήδη από τον Όμηρο για τα φύλλα μιας  ψηλής λεύκας, Οδύσσεια η’ 106: οιά τε φύλλα μακεδνής αιγείροιο). Επίσης σημαίνει μεγάλος ή ουράνιος. Μια πρωιμότερη μορφή της ονομασίας των Μακεδνών (Μακεδόνων) είναι η λέξη  Μακέται, που προέρχεται από τη δωρική λέξη μάκος, που στην ιωνική διάλεκτο λέγεται μῆκος (στην αρχαία ελληνική σήμαινε και το ύψος). Επομένως, Μακεδόνες είναι οι κατοικούντες σε υψηλή, δηλαδή ορεινή χώρα, οι ορεσίβιοι. Προτείνεται επίσης ότι το όνομα Μακεδ(α)νός είναι σύνθετη λέξη, που προέρχεται από το μάκος + έδανος ή εδανός (εδανός= ευχάριστος: Ιλιάδα Ν 172 και έδος=ηδύς, γλυκός). Με αυτή την ετυμολογία, Μακεδνός  σημαίνει: μακέτης, δηλαδή ψηλός, μακρύς + εδανός, δηλαδή γλυκός, αρεστός, ευχάριστος, ευώδης, εύοσμος. Σημειώνεται ότι το έδανος σημαίνει είτε το έθνος είτε το γαμήλιο δώρο-α < έδνον, έδνα, εδνάωμαι-ώμαι. Επίσης, κατά τον Ησύχιο, μακεδνή – μακεδανή = μακρά, υψηλή. Ήροδ. 1, 56: το δέ (ελληνικόν έθνος) πολυπλάνητον κάρτα… εκ δέ της Ιστιαιήτιδος ως εξανέστη υπό Καδμείων οίκεε έν Πίνδω Μακεδνόν καλεόμενον. 
(4) κόπανος = χοντρό και βαρύ αντικείμενο με το οποίο κοπανάμε τα ρούχα, όταν τα πλένουμε στη νεροτριβή, στο ποτάμι ή στη θάλασσα.
(5) Ναϊάδα-ες = νύμφες των γλυκών νερών, των πηγών (κρηνών), ποταμών, λιμνών.
(6) αποκάρωμα = αποχαύνωση.
(7) νύχιο = νυκτερινό < νυξ (νύχτα).
(8) χρυσαλλίδα = είναι το δεύτερο στάδιο σχηματισμού της πεταλούδας, η οποία ξεκινάει ως κάμπια και, κλεισμένη στο κουκούλι της, περιμένει τη μεταμόρφωσή της σε πεταλούδα. Στην αρχαιότητα ονόμαζαν την πεταλούδα «σκώληκα ή καμπή», ενώ τη χρυσαλλίδα «νεκύδαλλο», δηλαδή «περίβλημα νεκρού» μέσα από το οποίο βγαίνει η πεταλούδα/ψυχή. Γνωστός ο μύθος του Έρωτα και της Ψυχής, φτερωτών μορφών, με τη δεύτερη να ακροβατεί ανάμεσα στον θάνατο και τη ζωή. Από την κάμπια του μεταξοσκώληκα προέρχεται και το μετάξι ή σηρ στα αρχαία ελληνικά.
(9) μίσεψε = ξενιτεύτηκε, ταξίδεψε.
(10) εταίροι = Μακεδόνες ιππείς της ανώτερης κοινωνικο-οικονομικής τάξης (επίλεκτοι), που πλαισίωναν τους βασιλείς ως σωματοφυλακή (βασιλικοί εταίροι).
(11) γυμνάσιο Αμφίπολης = Κατασκευασμένο κατά το βʹ μισό του 4ου αιώνα, ακολουθεί πιστά τον καθιερωμένο τύπο του γυμνασίου της Ολυμπίας, περιλαμβάνοντας την παλαίστρα (47 × 36 μ.), στην οποία η πρόσβαση εξασφαλίζεται μέσω μνημειακής κλίμακας, και τους δύο διαδρόμους για τους δρομείς (μήκους ενός σταδίου), ο ένας από τους οποίους ήταν σκεπαστός (ο ξυστός) και ο άλλος υπαίθριος (η παραδρομίς). Οι χώροι της παλαίστρας που προορίζονταν για τη σωματική άσκηση, τη φροντίδα του σώματος (λουτρά), αλλά και την εκπαίδευση, τα συμπόσια και τη λατρεία του Ηρακλή και του Ερμή που προστάτευαν τους αθλητές, ήταν κατανεμημένοι γύρω από μία περίστυλη αυλή δωρικού ρυθμού. 
(12) τείχος Αμφίπολης = Η οχύρωσή της περιλαμβάνει έναν μικρό εσωτερικό περίβολο (2,2 χλμ.) που καλύπτει μόνο το αστικό κέντρο και έναν μεγάλο περίβολο (7,5 χλμ.) που προστατεύει ολόκληρο τον οικισμό. Ο δεύτερος περίβολος παρουσιάζει στο βόρειο τμήμα του δύο αξιοσημείωτα στοιχεία που ανάγονται στην περίοδο του πρώτου κράτους (5ος αι.). Κατά μήκος του Στρυμόνα, στους πρόποδες της πλαγιάς, είχε διαμορφωθεί ένα μοναδικό σύστημα από ψηλά και στενά φρεάτια στη βάση του τείχους, που επέτρεπε στα ρέοντα ύδατα να διέρχονται από τα τείχη χωρίς να πλημμυρίζουν τα εσωτερικά περίχωρα της πόλης. Στο ίδιο τμήμα η πύλη που άνοιγε προς την κατεύθυνση του ποταμού οδηγούσε κατευθείαν σε μια ξύλινη γέφυρα, στα εξαιρετικά κατάλοιπα της οποίας διακρίνονται δύο φάσεις. Η αρχαιότερη φάση μπορεί να ταυτίζεται με τη γέφυρα που αναφέρεται από τον Θουκυδίδη (4.103 και 108) στην περιγραφή των μαχών ανάμεσα στον αθηναίο Κλέωνα και τον λακεδαιμόνιο Βρασίδα (422 π.Χ.). Το κατάστρωμα της γέφυρας στηριζόταν σε πλήθος πασσάλους, στερεωμένους στις όχθες και την ίδια την κοίτη του ποταμού. Πρόκειται για κατάλοιπα μοναδικού χαρακτήρα στην Ελλάδα.
(13) Κρατερός = ο γνωστός στρατηγός του Μ. Αλεξάνδρου.
(14) φάσμα = φάντασμα, μορφή, εμφάνισις, σημείον εξ ουρανού, τέρας. 
(15) τεσσαρακαιδεκέτιν τῷδ᾽ ἐκάλυψε τάφῳ = απόσπασμα από επίγραμμα του επιγραμματοποιού Πέρση του Μακεδόνος (έζησε τον 4ο αι. π.Χ.). Το όλο επίγραμμα στην Παλατίνη Ανθολογία, Π.Α. 7.487:
 Ὤλεο δὴ πρὸ γάμοιο, Φιλαίνιον, οὐδέ σε μάτηρΠυθιὰς ὡραίους ἤγαγεν εἰς θαλάμουςνυμφίου, ἀλλ᾽ ἐλεεινὰ καταδρύψασα παρειὰςτεσσαρακαιδεκέτιν τῷδ᾽ ἐκάλυψε τάφῳ
Βλ. http://ancdialects.greek-language.gr/sites/default/files/studies/selections_of_texts.pdf
(16) παννύχια = ολονύκτια.
(17) όρθρος βαθύς = νωρίς την αυγή, ακριβώς πριν το χάραμα.
(18) ίταμος = αειθαλές δέντρο. Στην αρχαία ελληνική μυθολογία ο ίταμος ήταν αφιερωμένος στις Ερινύες, οι οποίες τιμωρούσαν τους ανθρώπους με τη χρήση του δηλητηρίου του. Η Άρτεμις χρησιμοποιούσε βέλη ποτισμένα σε δηλητήριο ίταμου.
(19) Λάμια = Οι Λάμιες ήταν ακόλουθοι της Εκάτης, δαιμονικά όντα με τη μορφή ωραιότατων γυναικών που ξεγελούσαν μοναχικούς άνδρες και ταξιδιώτες και με πρόσχημα τον σαρκικό έρωτα, τους σκότωναν και έπιναν το αίμα τους. Παρόμοια μορφή η Έμπουσα και η Μορμώ (Μορμολύκη). Μεταγενέστεροι αρχαίοι συγγραφείς όλες αυτές τις θεωρούν φάσματα (φαντάσματα).
__________________
Πηγές-βιβλιογραφία
https://books.google.gr/books?id=cgWXuTmtphoC&pg=PA119&lpg=PA119&dq=%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CE%BD&source=bl&ots=iqa0ouhy1g&sig=NxaI5_18JdbIBHUPRqnbJYR5zhc&hl=el&sa=X&ved=2ahUKEwjm3pTDgdPfAhVN_qQKHbCPC_AQ6AEwA3oECAEQAQ#v=onepage&q=%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CE%BD&f=false
https://www.theoi.com/Phasma/PhasmaPhilinnion.html
https://tvtropes.org/pmwiki/pmwiki.php/Literature/TheGhostOfPhilinnion?from=Literature.TheBrideOfCorinth
Δ.Β. Γραμμένος (επιμ.), Στη Μακεδονία από τον 7ο αι. π.Χ. ως την ύστερη αρχαιότητα, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2011
http://ancdialects.greek-language.gr/sites/default/files/studies/_makedonia_tomos.pdf
http://history-of-macedonia.com/2014/08/29/arxaia-amfipoli-diadoxoi/
http://history-of-macedonia.com/2014/08/19/alexander-marshals-amphipolis/

Βασιλική Χριστοπούλου
ΜΑ, Αρχαιολόγος

Διαβάστε περισσότερα Ανασκαφή: Φιλίννιον, το αίμα του έρωταhttp://anaskafi.blogspot.com/2019/01/blog-post_69.html#ixzz5cJZL34DZ

Μεγάλη συλλογή εικόνων

Pins
Boards

Followers

Following

Για το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Η εκδοχή της «τοξικής προσβολής» (δηλητηρίασης με «αρσενικό») του Αλέξανδρου.

Και πάλι πρωταγωνιστής ο Πτολεμαίος. Ως βασικός του στρατηγός/σωματοφύλακας αλλά – πρωτίστως – υπεύθυνος για οτιδήποτε έτρωγε και έπινε ο Αλέξανδρος.

Σύμφωνα με το παρακάτω σκεπτικό, χωρίς τη δική του «συνδρομή», το δηλητήριο δεν θα μπορούσε επ’ ουδενί να βρει το δρόμο του για το ποτήρι του «καχύποπτου Στρατηλάτη». Ο οποίος είχε απόλυτη επίγνωση του πόσους εχθρούς είχε αποκτήσει με τα έργα του.

Πολεμικά και Πολιτειακά.

Έχτιζε ταχύτατα μια «πολυεθνική αυτοκρατορία» παραβιάζοντας διαρκώς την «Πρώτη Θέση» των Μακεδόνων. Εκ των οποίων είχε ήδη θανατώσει πολλούς. Κάτι που εξελίσσονταν ώρα την ώρα, κάθε μέρα, σε όλο και ταχύτερους ρυθμούς.

Αλλά όχι, το «παρασκήνιο» όλης αυτής της θανάσιμης προδοτικής ίντριγκας δεν θα το δούμε εδώ. Στο ποιοί άλλοι και κυρίως γιατί μεγάλο μέρος των Μακεδόνων Στρατηγών/Επιτελών του τον ήθελαν πάραυτα νεκρό θα αφιερώσουμε το επόμενο σημείωμα.

Όσον αφορά στην εκδοχή της «βιολογικής προσβολής» (εσκεμμένη μόλυνση του Αλέξανδρου με λοιμώδες νόσημα, πχ τύφο) αναπτύχθηκε και παλαιότερα. Τα παρακάτω αποσπάσματα είναι από το εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο «Ο Μυστηριώδης θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου», του P. Doherty, εκδ. Ενάλιος, σ.295. Την προκλητικά αποσιωπημένη αυτή ιστορικά υπόθεση ο συγγραφέας την αναλύει σε βάθος με όρους (στην κυριολεξία) μιας εκπληκτικής «εγκληματολογικής ανάλυσης»…

«…Ο Πτολεμαίος θα πρέπει, επομένως, να διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ εκείνο το μοιραίο συμπόσιο της 29ης Μαΐου 323 π.Χ. Οι πηγές μας είναι πολύ συγκεκριμένες. Ο Αλέξανδρος είχε παραστεί σ’ ένα επίσημο συμπόσιο. Ήταν έτοιμος να αποσυρθεί, όταν τον κάλεσε ο Μήδιος σ’ έναν κώμο ή γλέντι.
Ο Πλούταρχος αφηγείται:
«…Μια ημέρα, αφού είχε παραθέσει ένα πλουσιοπάροχο γλέντι προς τιμήν του Νεάρχου, πήγε, όπως συνηθιζόταν, να κάνει ένα αναζωογονητικό λουτρό, ώστε μετά να αποσυρθεί για ανάπαυση. Στο μεταξύ, ήρθε ο Μήδιος και τον προσεκάλεσε να παραστεί σ’ ένα γλέντι και ο βασιλιάς δεν μπόρεσε να του χαλάσει το χατήρι…».
Ο Διόδωρος πάλι μας λέει ότι «τον ειδοποίησε ο Μήδιος ο Θεσσαλός, ένας από τους φίλους του να παραστεί σ’ ε΄ναν κώμο». Ο Αρριανός επαναλαμβάνει ουσιαστικά το ίδιο πράγμα. Η εντύπωση που δίνεται μέσα απ’ όλα αυτά τα κείμενα και επιβεβαιώνεται από τη «Φυλλάδα» στο Αλεξάνδρου Βίος, είναι πως η δεύτερη γιορτή είχε οργανωθεί σαν έκπληξη από τους Εταίρους του, μια πρόσκληση που ο Αλέξανδρος δεν μπορούσε να απορρίψει, δεδομένης της ταραγμένης ψυχολογικής του κατάστασης και της αδυναμίας του για το κρασί.
Γνωρίζοντας ωστόσο την εμμονή του βασιλιά, την καχυποψία του, τις δεισιδαιμονίες και τους φόβους του, θα πρέπει να ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός για κάποια ύποπτη κίνηση. Το συμπόσιο αυτό θα πρέπει να το δούμε μέσα στο γενικότερο κλίμα των οιωνών και των φόβων του Αλέξανδρου, τις επαναλαμβανόμενες θυσίες του για να εξευμενίσει τους θεούς.
Θα πρέπει σίγουρα να ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτικός με ανθρώπους σαν τον υποτιθέμενο οινοχόο του, τον Ιόλαο, για τον πατέρα του οποίου (σημ. Αντίπατρος, Διοικητής Μακεδονίας/Ελλάδας) είχε τις υποψίες του, ενώ πρόσφατα είχε χειροδικήσει εναντίον του αδελφού του, Κασσάνδρου.

Ο Πτολεμαίος ήταν άλλη περίπτωση, ο πιστός διοικητής, υπηρέτης και δοκιμαστής του βασιλιά, ο οποίος αποφάσισε πισώπλατα να εξοντώσει τον Αλέξανδρο,προτού στραφεί εκείνος εναντίον του. Και το κυριότερο, ο Μήδιος ποτέ δεν θα διοργάνωνε ένα τέτοιο συμπόσιο χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του υπηρέτη και δοκιμαστή του βασιλιά, του στρατηγού Πτολεμαίου, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την ασφάλεια του Αλέξανδρου.

Η γιορτή δεν αποκλείεται μάλιστα να ήταν ιδέα του Πτολεμαίου, η εποχή ήταν η καταλληλότερη και τα πράγματα έπρεπε να προσχωρήσουν το συντομότερο βάσει σχεδίου.
Ο Πτολεμαίος έβαλε από τη μεριά του λίγες ακόμη δραματικές πινελιές, φροντίζοντας να είναι παρών εκείνο το βράδυ και ο Πρωτεύς ο μέθυσος, ανιψιός του Κλείτου (σημ. που είχε σφαγιαστεί από τον Αλέξανδρο σε ένα άλλο μεθύσι)…
Ο Πτολεμαίος, υπεύθυνος τροφοδοσίας και δοκιμαστής του βασιλιά, θα πρέπει να βρισκόταν κάπου εκεί κοντά, αν και ο ίδιος δεν αναφέρει τίποτα τέτοιο στα απομνημονεύματά του.
Μάλιστα, αν κρίνουμε απ’ όσα λένε οι Βασίλειες Εφημερίδες, δημιουργείται η εντύπωση πως, όταν ο βασιλιάς αρρώστησε και πέθανε, ο Πτολεμαίος δεν ήταν πουθενά εκεί γύρω. Έχοντας υπ’ όψιν μας το ρόλο και τη θέση του Πτολεμαίου, κάτι τέτοιο είναι λίγο απίθανο.
Για του λόγου το αληθές, ο Ιουστίνος (σημ. αρχ. Συγγραφέας της εποχής) λέει ότι προσεκλήθη ο Αλέξανδρος και κάποιος «εταίρος» ή «ακόλουθος».
Αν ο βασιλιάς είχε τέτοιες εμμονές με το θέμα της ασφάλειάς του και αν ο Πτολεμαίος ήταν ο προσωπικός του σωματοφύλακας και «προγεύστης», τότε ο μυστηριώδης αυτός ακόλουθος ή «εταίρος» δεν μπορεί να ήταν άλλος από τον Πτολεμαίο, ο οποίος θα τον είχε παροτρύνει, φυσικά, να αποδεχθεί την πρόσκληση.
Ήταν όλοι έτοιμοι και το σχέδιο θα περνούσε τώρα στην φάση της εκτέλεσης.
Ο Πρωτεύς ήταν γερό ποτήρι, τα κρασοπότηρα άδειαζαν και ξαναγέμιζαν και ο Πτολεμαίος χρησιμοποίησε τη θέση-κλειδί που είχε, τη στενή του σχέση με τον βασιλιά για να ρίξει στο ποτό του το μοιραίο φαρμάκι: το αρσενικό.

Το φαρμάκι που χρησιμοποιήθηκε ήταν το αρσενικό, το οποίο ήταν πολύ γνωστό στους αρχαίους και αρκετά διαδεδομένο στις ανατολικές επαρχίες της περσικής αυτοκρατορίας, όπως στο Παντζάμπ, μια περιοχή που είχε καταληφθεί πρόσφατα από τον στρατό του Αλεξάνδρου και μάλιστα εκεί το θεωρούσαν αποτελεσματικό αφροδισιακό.
Ο Στράβων, στο δέκατο πέμπτο βιβλίο του, μνημονεύοντας τον Ονησίκρατο, αναφέρει ότι στην Καρμανία, την ανατολική επαρχία, όπου επέστρεψε ο Αλέξανδρος μετά την εκστρατεία στην Ινδία, υπήρχαν δύο λόφοι, οι ένας από αλάτι κι ο άλλος από αρσενικό.
Τα συμπτώματα δηλητηρίασης από αρσενικό είναι δυνατοί πόνοι, οργανικό σοκ, έντονες ενοχλήσεις, υπερβολικό αίσθημα δίψας και δερματικοί ερεθισμοί.
Οι δυνατοί πόνοι αρχίζουν συνήθως μέσα σε μια ώρα, πράγμα που διαλύει τον οργανισμό.
Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει ότι ο Αλέξανδρος εκδηλώνει αυτά τα συγκεκριμένα συμπτώματα στο συμπόσιο του Μηδίου:
«…γεμίζοντας ένα μεγάλο κρασοπότηρο, το κατέβασε μονορούφι. Την ίδια στιγμή ούρλιαξε λες και τον έπιασε ένας σουβλερός πόνος [κατά την εκτίμησή μου, αποτέλεσμα του αρσενικού που μόλις είχε πάρει] και συνοδεία των φίλων του οδηγήθηκε από το χέρι στα διαμερίσματά του…»
Ο Πλούταρχος αναφέρει τα ίδια συμπτώματα, μόνο που δεν τα αποδέχεται. Ο Αρριανός, πιο επιφυλακτικός, αναφέρει αυτήν την αντίδραση σαν να τη μεταφέρει από κάποια άγνωστη πηγή, προφανώς την ίδια με αυτήν του Διοδώρου, «μόλις άδειασε το ποτήρι του, ένιωσε έναν σουβλερό πόνο και αναγκάσθηκε να αποχωρήσει από τη γιορτή».
Οξεία δηλητηρίαση από αρσενικό οδηγεί σε θάνατο μέσα σε λίγες ώρες. Μία από τις πρακτικές που συνιστώνται για την αντιμετώπιση δηλητηρίασης από αρσενικό είναι η πρόκληση εμέτου ή η πλύση στομάχου.
Η κατανάλωση άφθονου νερού βοηθά επίσης τα νεφρά να αποβάλουν το δηλητήριο, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις το αρσενικό επιφέρει σίγουρο θάνατο.
Κάνοντας εμετό (οι έντονες ενοχλήσεις) μετά το κρασί που ήπιε, ο Αλέξανδρος θα πρέπει να αισθάνθηκε προς στιγμήν κάπως καλύτερα κι αυτό ίσως να έκανε τα αρχικά έντονα συμπτώματα πιο ήπια, όπως λένε και οι γιατροί.

Ο Μπλάιθ, στην πολύ αναλυτική μελέτη του περί δηλητηρίων, παραθέτει τα συμπτώματα δηλητηρίασης από αρσενικό, «…η γλώσσα πρήζεται, υπάρχει έντονο αίσθημα δίψας […] ενώ κατά κανόνα παρατηρούνται και πόνοι […] σε όλη την κοιλιακή χώρα…».
Ο Μπλάιθ συνεχίζει πιο κάτω, λέγοντας ότι μια μονή δόση αρσενικού ίσως να μην επιφέρει αμέσως θάνατο, αλλά σαν πρώτο στάδιο εκδηλώνεται μια παρατεταμένη και θανατηφόρα ασθένεια.
«…Μια δόση τριοξειδίου του αρσενικού μπορεί να οδηγήσει σε παρατεταμένη και θανατηφόρα ασθένεια, με γνωστότερο παράδειγμα στα ιατρικά πρακτικά εκείνο της απόπειρας αυτοκτονίας του Δούκα Ντε Πρασλέν, ο οποίος αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, λαμβάνοντας μια δόση τριοξειδίου του αρσενικού την Τετάρτη 18 Αυγούστου 1847. Η ακριβής ώρα αυτής της ενέργειας δεν μπορεί να εξακριβωθεί, αλλά τα πρώτα συμπτώματα άρχισαν να εκδηλώνονται στις 10 μμ. Προηγήθηκαν τα γνωστά σημάδια εμέτου, ενώ την επόμενη ημέρα παρουσίασε διάρροια, λιποθυμία και εξαιρετικά αδύναμο σφυγμό.
Την Παρασκευή παρατηρήθηκε παροδική ύφεση αυτών των συμπτωμάτων, ενώ παράλληλα τα άκρα του ήταν πολύ παγωμένα, η καρδιά του λειτουργούσε διακεκομμένα και άτονα και υπήρχε μια γενική κατάρρευση. Το Σάββατο παρουσίασε ελαφρύ πυρετό, χωρίς πόνους ή ευαισθησία στην κοιλιακή χώρα, εμέτους ή διάρροια. Εκείνη την ημέρα δεν υπήρξε διούρηση. Την Κυριακή ο ασθενής παραπονέθηκε για έντονο πρήξημο στον λαιμό και η κατάποση γινόταν με δυσκολία. Το αίσθημα δίψας ήταν έντονο, η γλώσσα κατακόκκινη, όπως και ο βλεννογόνος στο στόμα και στον φάρυγγα και ο ασθενής είχε ένα αίσθημα καούρας από το στόμα ως τον πρωκτό.

Πονούσε και ήταν πρησμένος στην κοιλιακή χώρα, το δέρμα του έκαιγε υπερβολικά, ο σφυγμός του ήταν γρήγορος και ασταθής – άλλοτε δυνατός κι άλλοτε αδύναμος – το έντερο έπρεπε να ανακουφίζεται με ενέσεις, η ποσότητα των ούρων ήταν πολύ μικρή. Το βράδυ δεν μπορούσε να κοιμηθεί καθόλου.
Ο δούκας άφησε την τελευταία του πνοή στις 4.35 πμ την Τρίτη 24 του μηνός, έκτη ημέρα από τότε που αρρώστησε. Είχε διαύγεια πνεύματος μέχρι τα τελευταία του. Καθώς πλησίαζε το τέλος, η αναπνοή του γινόταν όλο και πιο στενάχωρη, το σώμα του είχε παγώσει ολόκληρο και είχε ταχυπαλμία…».
Τα περισσότερα από αυτά τα συμπτώματα είναι παρόμοια με αυτά του Αλέξανδρου, άλλωστε ούτε και ο δούκας πέθανε αμέσως – η ασθένειά του κράτησε συνολικά έξι ημέρες, ενώ στην περίπτωση του Αλεξάνδρου κράτησε λίγο περισσότερο. Βέβαια, η καλή φυσική κατάσταση του Μεγάλου Κατακτητή, οι εμετοί και το κρασί μπορεί να τον κράτησαν στη ζωή περισσότερο, αλλά το κακό είχε γίνει.
Το αρσενικό το βρίσκει κανείς σε πολλές μορφές, λιγότερο ή περισσότερο ισχυρές. Δια του εμέτου το στομάχι καθαρίζει κι αυτό εξηγεί γιατί διαβάζουμε στις Βασιλείους Εφημερίδες ότι ο Αλέξανδρος συνήλθε – όπως είχε γίνει και με τον Ηφαιστίωνα.
Οι Βασίλειες Εφημερίδες, όμως, αναφέρουν παρακάτω ότι ο βασιλιάς κατανάλωσε κι άλλο φαγητό – όπως είχε κάνει και ο Ηφαιστίων – και μετά χειροτέρευσε. Ο Πτολεμαίος, ως υπεύθυνος τροφοδοσίας και δοκιμαστής του βασιλιά, θα πρέπει να ήταν υπεύθυνος για το φαγητό του. Η ανίχνευση αρσενικού στα συμπτώματα που προηγήθηκαν από τον πρόωρο θάνατο του Αλέξανδρου επιβεβαιώνεται από ακόμη πιο αδιάσειστα στοιχεία.

Μέχρι και τον 11ο αιώνα, το αρσενικό ήταν το πιο ισχυρό όπλο που είχαν στα χέρια τους οι επίδοξοι δολοφόνοι.
Αντίθετα με τον ελλέβορο, ο οποίος έχει πολύ πικρή γεύση και κτυπάει γρήγορα στην καρδιά, το αρσενικό μπορεί να μην ανακαλυφθεί αμέσως, ενώ τα συμπτώματα που προκαλεί δεν διαφέρουν απ’ αυτά της ελονοσίας ή της χολέρας.
Η δίψα του Αλεξάνδρου, η επιθυμία του να βρίσκεται συνεχώς μέσα στο λουτρό αποτελούν επι πλέον ενδείξεις. Μόνο που το αρσενικό έχει ένα μεγάλο κακό κι αυτό εξηγεί τις πολλές εκταφές που γίνονταν στα τέλη του δεκάτου ενάτου και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, καθώς αναστέλλει σημαντικά την αποσύνθεση του σώματος του νεκρού.
Δύο πηγές, ο Πλούταρχος και ο Κόϊντος Κούρτιος, αναφέρουν συγκεκριμένα ότι έτσι συνέβη και με το σώμα του Αλεξάνδρου κι αυτό παρά τον έντονο καύσωνα του βαβυλώνιου θέρους. Όπως εξηγεί ο Μπλάϊθ:
«…Συχνά παρατηρείται μια αξιοπερίεργη διατήρηση του σώματος του νεκρού. Όταν συμβεί κάτι τέτοιο, είναι πολύ ύποπτο, ιδίως αν το σώμα ήταν εκτεθειμένο σε τέτοιες συνθήκες, όπου φυσιολογικά θα έπρεπε να είχε αποσυντεθεί γρήγορα. Στην περίφημη υπόθεση του Ευρωπαίου φαρμακοποιού Σπάϊχερτ (1876), το σώμα της συζύγου του Σπάϊχερτ ξεθάφτηκε ένδεκα μήνες μετά το θάνατό της. Κι ενώ το φέρετρο έπλεε σε μια λίμνη νερού, το γυναικείο σώμα ήταν σαν της μούμιας. Κι αυτό γιατί τα όργανα του σώματος περιείχαν αρσενικό, ενώ το χώμα του περιβόλου της εκκλησίας δεν πειρείχε κάτι τέτοιο. Ο κ. Π. Κοξ, δικηγόρος υπεράσπισης, δεν μπορούσε να εξηγήσει αλλιώς πως μπορεί να είχε διατηρηθεί έτσι το σώμα, κάτω από τέτοιες συνθήκες, παρά μόνον αν είχε γίνει χρήση αρσενικού. Και αυτό το στοιχείο, μαζί με άλλα, ήταν σημαντικό, για να καταδικαστεί ο Σπάϊχερτ…»
Ο Πτολεμαίος όχι μόνον κατάφερε να δηλητηριάσει τον Μεγάλο Κατακτητή αλλά και να έχει τον έλεγχο την επόμενη ημέρα – ως φύλακας της βασιλικής κάμαρας και επίσημος δοκιμαστής και υπηρέτης του.
Στο τελευταίο στάδιο της ασθένειάς του ο Αλέξανδρος είχε εκλάμψεις και έκανε διάφορες κινήσεις για το θέμα της διαδοχής, όπως να χρίσει τον Περδίκκα διάδοχό του και να του παραδώσει το επίσημο δαχτυλίδι του.
Κι όμως, όλες οι πηγές ανεξαιρέτως τονίζουν ότι στο τελευταίο στάδιο της ασθένειας του βασιλιά ήταν αυστηρός ο έλεγχος στη βασιλική κάμαρα και απαγορευόταν η είσοδος στους περισσότερους.
Όσο για τους γιατρούς, ειδοποιήθηκαν, αλλά τα είχαν χαμένα με τα συμπτώματα του αρρώστου. Δεν είναι ν’ απορεί κανείς καθόλου: μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, όπως στην πολύκροτη υπόθεση αρσενικού Μέϊμπρικ στα 1880, συχνά παραπλανούσαν τους γιατρούς, για να μην ανακαλύψουν το πραγματικό αίτιο της ασθένειας του θύματος που είχε δηλητηριασθεί με αρσενικό.

Εξ’ άλλου, τα χέρια των γιατρών του Αλεξάνδρου ήταν «δεμένα» μετά το άσχημο τέλος του άτυχου συναδέλφου τους, του γιατρού Γλαύκα, ο οποίος σταυρώθηκε μετά τον ξαφνικό και αναπάντεχο θάνατο του Ηφαιστίωνα, έναν χρόνο πριν.
Οι γιατροί δεν ήταν διατεθειμένοι να παρέμβουν, από φόβο μήπως επιδεινωνόταν έτσι η κατάσταση του Αλεξάνδρου κι έριχναν σ’ αυτούς την ευθύνη.
Ο Πτολεμαίος κινούσε τα νήματα και μόνον προς το τέλος ενημερώθηκαν για τις εξελίξεις στρατιώτες και βαθμοφόροι και τους άφησαν να μπουν στο δωμάτιο του ετοιμοθάνατου βασιλιά, αλλά τότε ήταν πια πολύ αργά.
Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι ο Ιουστίνος αναφέρει τις υποψίες που είχαν απλοί στρατιώτες και βαθμοφόροι περί «συνωμοσίας», ενώ όλες οι πηγές περιγράφουν μια κατάσταση γενικής αναταραχής στον στρατό….
…Ο Πτολεμαίος, όπως ο Ιάγος, εξακολουθούσε να είναι ο πιστός στρατηγός, ο πειθήνιος υφιστάμενος που «μπορεί να είναι μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη και ωστόσο να είναι κάθαρμα»….
…Η σιωπή του Πτολεμαίου στη διάρκεια αυτής της τόσο σημαντικής περιόδου για τη ζωή του, πόσο μάλλον για τη ζωή του αρχηγού του, είναι αποκαλυπτικότατη.
Εξ’ άλλου τον Πτολεμαίο τον απασχολούσε περισσότερο τι θα γινόταν μετά.
Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο Αλέξανδρος, καθώς αργόσβηνε, υποψιαζόταν ότι είχε πέσει θύμα συνωμοσίας, αν και τα πολυσυζητημένα τελευταία λόγια του ότι άφηνε την αυτοκρατορία του «στον κράτιστο» ή «στον πιο άξιο», όπως και το σχόλιό του ότι «το επιτελείο του θα ετοίμαζε προς τιμήν του τις πιο λαμπρές επικήδειες τελετές», θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως ένα είδος σαρδόνιας αναφοράς στο γεγονός ότι ο Αλέξανδρος είχε προβλέψει ότι το ζήτημα της διαδοχής του θα κατέληγε σε αιματοχυσία…».
………………….

Μερικές επισημάνσεις και σκέψεις….
Εγώ θα πρόσθετα πως ο Αλέξανδρος δεν ήταν ηλίθιος. Κάθε άλλο. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να την πατήσει, να γελαστεί από την προδοσία των ίδιων των «αμυντόρων» του, των επιτελών του.
Είναι αδύνατον όμως να μην κατάλαβε πως «δηλητηριάστηκε».
Επίσης, όπως αναφέρει πιο πάνω και ο ίδιος ο συγγραφέας, το «αρσενικό» ήταν γνωστό δηλητήριο στον αρχαίο κόσμο…ιδίως στην Περσική/ασιατική/Ινδική Ανατολή.
Άρα, ήταν (λογικά πρέπει να ήταν) απολύτως και με λεπτομέρεια γνωστά ΚΑΙ τα συμπτώματα.

Και όπου υπάρχει «γνωστό δηλητήριο και συμπτώματα» υπάρχουν και «αντίδοτα».
Να μην ξεχνάμε πως στην εισβολή στην Ινδία, τραυματίστηκε με δηλητηριασμένο βέλος ο ίδιος ο Πτολεμαίος και «με αντίδοτα» που τον προμήθευσαν οι «ειδήμονες της περιοχής» τον θεράπευσε ο ίδιος ο Αλέξανδρος (που είχε αρκετά ικανοποιητική ιατρική εκπαίδευση από τα νεανικά του χρόνια και δουλεμένη στη συνέχεια με επιμέλεια. Ιδίως στα δηλητήρια. Άρα, είχε και προσωπική (διαγνωστική) άποψη περί του «τι συνέβη» και σε αυτόν αλλά και στον Ηφαιστίωνα ένα χρόνο πριν με ΤΑ ΙΔΙΑ ΑΚΡΙΒΩΣ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ)…
Συνεπώς, ήταν μια «γενικευμένη συνωμοσία» της Αυλής του Αλεξάνδρου.
Και μάλιστα πολύ πολύ «χοντροκομμένα συγκεκαλυμμένη», τόσο που προκαλεί την νοημοσύνη.
Μια συγκάλυψη που κράτησε (και κρατάει) αιώνες.
Κι αφού είχε διαύγεια για δέκα μέρες και δεν «έφυγε» αιφνίδια, είναι επιεικώς παράδοξο το πως δεν όρισε ποιός θα είναι ο διάδοχός του (από τα παιδιά του) και ποιός – αντίστοιχα – θα ήταν ο Προστάτης του Θρόνου ως την ενηλικίωσή τους.

Ένας μόνον τρόπος υπάρχει να εξηγηθεί αυτό.
Ο Αλέξανδρος λοιπόν κατάλαβε ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ πως δηλητηριάστηκε.
Κατάλαβε συνεπώς ότι και η οικογένειά του κινδύνευε. Πως δεν υπήρχε τρόπος να την προστατέψει. Ούτε αυτήν, ούτε και το Θρόνο.
Κατάλαβε πως δεν υπήρχε τρόπος ούτε καν μήνυμα να στείλει για να προειδοποιήσει την Ολυμπιάδα να λάβει έκτακτα και αυστηρά μέτρα ασφαλείας.
Δεν μπορούσε να εμπιστευθεί κανέναν.
Εάν καταλάβαιναν πως «κατάλαβε» το πιο πιθανό ήταν να βρεθεί με ένα ξίφος στην καρδιά.
Η υψηλή στρατηγική του διάνοια λοιπόν – ακόμη κι εν μέσω αφόρητων πόνων – συνέλαβε τον ΜΟΝΟ τρόπο που είχε εκείνη τη στιγμή να «υπεραμυνθεί» έστω και μετά θάνατον.
Έπρεπε να διατηρήσει την «αυτοκρατορική του εν δυνάμει Ισχύ» μέχρι τέλους και να την «μετουσιώσει όλη σε μια τελευταία εντολή» που κανείς δεν θα μπορούσε ή δεν θα τολμούσε να «παραβιάσει».
Να παίξει δηλαδή το «παιγνίδι» τους παριστάνοντας πως «δεν είχε καταλάβει τίποτα».

Με την «ασυνήθιστη ιστορικά» εντολή το Δαχτυλίδι να πάει «τω κρατίστω».
Τουτέστιν, ο μόνος τρόπος να αναδειχθεί ο «κράτιστος» (ο ισχυρότερος) θα ήταν ο πόλεμος μεταξύ τους.
Δηλαδή, η αλληλοεξόντωση.

Άρα, θα είχαν συμφέρον να πάρουν την οικογένειά του με το μέρος τους για ν’ αυξήσουν τους «πόντους του» ο καθένας.

Θα είχαν λοιπόν κίνητρο και συμφέρον να τους κρατήσουν ζωντανούς.

Μέσα απ’ αυτή την κατάσταση σύγχυσης, ίσως κατόρθωνε – έστω και μετά θάνατον – να δώσει στην Ολυμπιάδα τον απαραίτητο χρόνο να «χτίσει και να εδραιώσει την ισχύ της».
Διασφαλίζοντας έτσι την Διαδοχή του Αλεξάνδρου από την γενιά του.
Κάτι που δεν λειτούργησε βεβαίως. Ή μάλλον, λειτούργησε «εν μέρει», τους κράτησε στη ζωή για ένα χρονικό διάστημα αλλά που δεν κατόρθωσαν να το εκμεταλλευθούν για να «επικρατήσουν» των ισχυρών αντιπάλων τους.
Οι λυσσαλέοι πόλεμοι των Επιγόνων στάθηκαν η λαιμητόμος της Γενιάς του Αλέξανδρου….

xorisorianews.gr

test

 

This is heading element

I am text block. Click edit button to change this text. Lorem ipsum dolor sit amet, consectetur adipiscing elit. Ut elit tellus, luctus nec ullamcorper mattis, pulvinar dapibus leo.



Κράτα το

Το μυστικό της CIA για τον Μέγα Αλέξανδρο – Αποκάλυψη μετά από 2.000 χρόνια

ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Amphipolis.gr | Ο περίεργος θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Ο περίεργος θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Ένα από τα μεγαλύτερα ιστορικά αινίγματα, χειρότερο κι απ’ την ίδια την σφίγγα της Αιγύπτου, είναι το ποιός σκότωσε τον Μέγα Αλέξανδρο.

Κάποιοι αβασάνιστα θέλουν να χρεώσουν τον θάνατο του Αλεξάνδρου στους συντρόφους του. Σ’αυτούς δηλαδή που με την παραμικρή παράλειψη καθήκοντος την ώρα της μάχης, στις οποίες σημειωτέον ο Αλέξανδρος διεκδικούσε πάντα πρωταγωνιστικό ρόλο, θα μπορούσαν αναρίθμητες φορές να επιφέρουν τον θάνατο του ακατάβλητου στρατηλάτη απ’ την Μακεδονία.

ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Κάσσανδρος: Ο σφετεριστής της εξουσίας που εξαφάνισε την γραμμή αίματος του Μ.Αλεξάνδρου

Ποιος ήταν τελικά ο Κάσσανδρος ο σφετεριστής εξουσιαστής που εξαφάνισε όλους τους απογόνους του Μ.Αλεξάνδρου αλλά και δολοφόνησε και την ίδια την μητέρα του Ολυμπιάδα;

Αυτός και ο πατέρας του Αντίπατρος πρόδωσαν την εμπιστοσύνη του Αλέξανδρου και άρπαξαν ότι με πολύ κόπο ο Φίλιππος ο Β’ είχε δημιουργήσει. Το πανίσχυρο κράτος της Μακεδονίας. Και όμως ο άνθρωπος αυτός ήταν ο ιδρυτής της Θεσσαλονίκης.

Εξαιτίας του δεν έμεινε διάδοχος του Αλέξανδρου για να κρατήσει την Αυτοκρατορία ενωμένη, και επήλθε η οδυνηρή αν και λαμπρή παρακμή των Ελληνιστικών χρόνων μέχρι την κατάκτηση από τους Ρωμαίους όλων των ελληνιστικών βασιλείων και του κυρίως ελλαδικού χώρου. Όταν ο Ελληνισμός θα ξαναέλαμπε θα ήταν με μια άλλη μορφή: Σαν Βυζαντινός Χριστιανικός Ελληνισμός

Ο Κάσσανδρος ( 358 ή 350 – 297 π.Χ. ) ήταν ένας από τους Επιγόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μια από τις πρωταγωνιστικές φυσιογνωμίες στους πολέμους των Διαδόχων, που βασίλεψε στο χώρο της Μακεδονίας. Ήταν ο μεγαλύτερος σε ηλικία γιος του Αντιπάτρου και ένα από τα πιο αξιοσημείωτα γεγονότα που σχετίζονται με τη βασιλεία του είναι η ίδρυση της Θεσσαλονίκης. Επίσης ήταν ιδρυτής της βραχύβιας δυναστείας των Αντιπατριδών.

Μικρός είχε παρακολουθήσει τα μαθήματα του Αριστοτέλη μαζί με τον Αλέξανδρο και τον Ηφαιστίωνα. Ο Κάσσανδρος δεν ακολούθησε τον στρατό του Αλεξάνδρου, αλλά έμεινε στην Μακεδονία στο πλευρό του Αντιπάτρου. Αργότερα, στην αυλή του στρατηλάτη στη Βαβυλώνα, ο Κάσσανδρος ήταν αυτός που υπερασπίστηκε τον πατέρα του απέναντι στις κατηγορίες των εχθρών τους και κυρίως της Ολυμπιάδας, της μητέρας του Αλεξάνδρου.

Αργότερα, μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου, ο πατέρας του ανακήρυξε διάδοχό του στη βασιλεία της Μακεδονίας τον Πολυπέρχοντα. Ο Κάσσανδρος έλαβε, παρά το νεαρό της ηλικίας του, τη δεύτερη θέση στην ιεραρχία και το βαθμό του χιλιάρχου, που ήταν αξιόλογη θέση από την εποχή των Περσών, και που είχε υιοθετήσει και ο Μ. Αλέξανδρος στη διακυβέρνηση του κράτους του.

Ο Κάσσανδρος ωστόσο δυσαρεστήθηκε, καθώς ο Πολυπέρχων, αν και πολύπειρος, δεν ήταν συγγενής τους εξ αίματος. Τότε, σύμφωνα με τον Διόδωρο Σικελιώτη, συμμάχησε πρώτα με ντόπιους συμμάχους και κατόπιν με τον βασιλιά της Αιγύπτου, Πτολεμαίο το Σωτήρα και τον Αντίγονο το Μονόφθαλμο, και κήρυξε τον πόλεμο εναντίον των ανταγωνιστών του.

Οι περισσότερες ελληνικές πόλεις τάχθηκαν με το μέρος του και η Αθήνα παραδόθηκε επίσης. Μέχρι το 318 π.Χ., που ηττήθηκε ο στόλος του Πολυπέρχονα στο Βόσπορο, είχε συγκεντρώσει στα χέρια του την κυριαρχία της Μακεδονίας και του υπόλοιπου ελλαδικού χώρου. Έκανε επίσης συμμαχία με την Ευρυδίκη, τη φιλόδοξη σύζυγο του βασιλιά Φιλίππου Γ’ του Αρριδαίου της Μακεδονίας, και έγινε αντιβασιλιάς.

Ωστόσο, τόσο εκείνη όσο και ο σύζυγός της (που ήταν ετεροθαλής αδερφός του Αλεξάνδρου), φονεύτηκαν από την Ολυμπιάδα, μαζί με τον αδερφό του Κασσάνδρου, Νικάνορα. Ο Κάσσανδρος αμέσως προέλασε εναντίον της Ολυμπιάδας και, αφού την ανάγκασε να παραδοθεί στην Πύδνα, λιμάνι στους πρόποδες του Ολύμπου, διέταξε το θάνατό της το 316 π.Χ. Μετά τους εξοντωτικούς πολέμους των επιγόνων, ο Κάσσανδρος, υπ’ αριθμόν ένα εχθρός της Ολυμπιάδας, έγινε κυρίαρχος στρατηγός στη Μακεδονία και ο Φίλιππος Αρριδαίος με την Ευρυδίκη συμμάχησαν μαζί του και τον ανακήρυξαν επιμελητή του Μακεδονικού θρόνου. Η Ολυμπιάδα, βλέποντας να κινδυνεύουν τα συμφέροντα του εγγονού της, Αλεξάνδρου Δ’, εγκαταλείπει την Ήπειρο και εκστρατεύει στη Μακεδονία.

Σε σύγκρουση με τα στρατεύματα της Ευρυδίκης και του Αρριδαίου, οι τελευταίοι αιχμαλωτίζονται από τη γηραιά βασίλισσα και θανατώνονται άγρια. Ο Κάσσανδρος, απασχολημένος την εποχή εκείνη στην Αθήνα, κατευθύνεται εναντίον της Ολυμπιάδας, η οποία καταφεύγει στην οχυρωμένη παραθαλάσσια πόλη του Θερμαϊκού κόλπου Πύδνα, έχοντας μαζί της το μικρό Αλέξανδρο Δ´, τη Ρωξάνη, τη Θεσσαλονίκη και πολλούς πιστούς της.

Μετά από επτάμηνη στενή πολιορκία και αφού η κατάσταση των πολιορκημένων έγινε αφόρητη (οι εγκλωβισμένοι αναγκάσθηκαν να σφάξουν και να φάνε έναν ελέφαντα δώρο του Μ.Αλεξάνδρου), η Ολυμπιάδα συνθηκολόγησε για να σώσει τον εγγονό της. Ο Κάσσανδρος, αθετώντας την υπόσχεσή του, έβαλε τους ανθρώπους του να τη σφάξουν – κατ’ άλλους κάλεσε όλους τους εξαγριωμένους συγγενείς των δολοφονηθέντων από την Ολυμπιάδα, να τη λιθοβολήσουν, “αφήνοντας άταφο το πτώμα της να σαπίσει”. Σήμερα πιθανολογείται ότι ο τάφος της βρίσκεται στόν τύμβο “Τούμπα” στό μακρύγιαλο της Πύδνας, αλλά δεν έχει ακόμα ανασκαφεί

Η Ρωξάνη ήταν η πανέμορφη κόρη του Οξυάρτη, το φρούριο του οποίου κατέλαβε ο Αλέξανδρος. Η περιοχή αυτή έγινε στην συνέχεια το ελληνιστικό βασίλειο της Βακτριανή, σε μία περιοχή που κάλυπτε το σημερινό Βόρειο Αφγανιστάν και ήκμασε για τους επόμενους δύο αιώνες.

Ο γάμος, σύμφωνα με κάποιες πηγές, ήταν αποτέλεσμα σφοδρού έρωτα του Αλέξανδρου για την πανέμορφη Ρωξάνη, ενώ άλλες πηγές λένε ότι ο γάμος έγινε από πολιτική σκοπιμότητα. Κατά πάσα πιθανότητα ήταν ένας συνδυασμός και των δύο – καθώς εξάλλου το ένα δεν αποκλείει το άλλο.

Ο γιος του Αλέξανδρου γεννήθηκε στη Βαβυλώνα το 323 , όταν εκείνος ήταν πλέον νεκρός. Έτσι ο γιος του, που ονομάστηκε Αλέξανδρος ο Δ” ,ανακηρύχθηκε βασιλιάς μαζί με τον θείο του, Αρριδαίο. Η Ρωξάνη με το γιο της γύρισαν στη Μακεδονία και κατέφυγαν στην Ήπειρο που ζούσε εκεί η Ολυμπιάδα, η μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Βλέπετε δεν αισθανόταν ασφαλής στην Μακεδονία, καθώς εκεί πλέον την εξουσία ασκούσαν οι αντίπαλοι του Αλεξάνδρου και σφετεριστές του θρόνου του. Η Ρωξάνη και ο γιός της Αλέξανδρος έπεσαν τελικά θύματα της θηριώδους εξουσιομανίας του Κασσάνδρου.

Περίπου το 313, διάφορες πόλεις αποκήρυξαν τη συμμαχία που είχαν με τον Κάσσανδρο και μεγάλα μέρη της Πελοποννήσου έπεσαν στα χέρια του Αντίγονου, ενώ οι πόλεμοι των Διαδόχων ήταν ακόμη σε εξέλιξη. Ο Κάσσανδρος αναγκάστηκε να μπει σε διαπραγματεύσεις, αλλά αυτό δεν οδήγησε πουθενά.

Στα επόμενα δύο χρόνια, ο Πτολεμαίος κι ο Κάσσανδρος πήραν και πάλι την πρωτοβουλία και ο Αντίγονος υπέστη ήττες. Το φθινόπωρο του 311, υπογράφτηκε συμφωνία ειρήνης, η οποία προέβλεπε παύση των εχθροπραξιών και αναγνώριση του γιου του Μ. Αλεξάνδρου, Αλεξάνδρου Δ’, ως βασιλιά μετά την ενηλικίωσή του.

Όλοι οι θρόνοι και οι δυναστείες των κρατών όλων των εποχών, υπέφεραν από ίντριγκες αλλά και δολοφονίες μεταξύ των σφετεριστών των θρόνων. Αυτό που φοβόταν λοιπόν η Ρωξάνη έγινε. Όταν πέθανε η Ολυμπιάδα, έχασε το στήριγμά της και ο γιος του Αντίπατρου, Κάσσανδρος, που είχε σφετεριστεί την εξουσία στη Μακεδονία, φυλάκισε στην Αμφίπολη τη Ρωξάνη και το γιό της Αλέξανδρο, όπου με διαταγή του το 311 π.Χ. δολοφονήθηκαν.

Όμως τα σώματά τους εικάζεται ότι δεν τάφηκαν με τις δέουσες τιμές καθότι ήταν εχθροί του Κασσάνδρου. Σίγουρα πάντως αποκλείεται να έτυχαν βασιλικών τιμών και ταφής,
όπως υποδηλώνουν οι λέοντες-σφίγγες που βρέθηκαν στην Αμφίπολη, ότι πρόκειται σε κάθε περίπτωση για βασιλικό τάφο.

Ο Κάσσανδρος επίσης έπεισε τον Πολυπέρχονα πως συμφέρον του ήταν να δηλητηριάσει το νόθο γιο του Αλεξάνδρου, Ηρακλή, και τη μητέρα του, μια ερωμένη του Αλεξάνδρου από την Περσία, τη Βαρσίνη, το 309 π.Χ.. Είχε ήδη συνδεθεί με τη βασιλική οικογένεια παίρνοντας για σύζυγο τη Θεσσαλονίκη, ετεροθαλή αδερφή του Μ. Αλεξάνδρου.
Έχοντας συνάψει συμμαχία με το Σέλευκο, τον Πτολεμαίο και τον Λυσίμαχο, εναντίον του Αντιγόνου, έγινε μετά την ήττα του τελευταίου και του γιου του Δημητρίου το 301 π.Χ. στη Μάχη της Ιψού, αδιαμφισβήτητος ηγεμόνας της Μακεδονίας.

Στον ελλαδικό χώρο ακολούθησε την πολιτική του πατέρα του, βάσει της οποίας φερόταν στις πόλεις κράτη ως υποτελείς κι όχι ως συμμάχους, το αντίθετο από αυτό που έκανε ο Αντίγονος Α΄ και ο Δημήτριος Πολιορκητής. Ο Κάσσανδρος ήταν ένας άνδρας με αγάπη για τη φιλολογία, αλλά επίσης βίαιος και φιλόδοξος.

Έχτισε εκ νέου τη Θήβα μετά την ισοπέδωσή της από τον Αλέξανδρο και έχτισε στη θέση της Θέρμας την Θεσσαλονίκη, προς τιμή της συζύγου του. Έχτισε και μια νέα πόλη, την Κασσάνδρεια, στα ερείπια της Ποτίδαιας που είχε καταστρέψει ο Φίλιππος.

Πέθανε από υδρωπικία, το 297 π.Χ. Ο Παυσανίας γράφει πως ο μεγαλύτερος γιος του, ο Φίλιππος, λίγο μετά την ενθρόνισή του, έπαθε εκφυλιστική ασθένεια και πέθανε. Ο επόμενος γιος, ο Αντίπατρος Β’, δολοφόνησε τη μητέρα του, Θεσσαλονίκη, θεωρώντας πως έδειχνε ιδιαίτερη εύνοια για το μικρότερο γιο της, τον Αλέξανδρο Ε’. Ο Αλέξανδρος εκδικήθηκε εκθρονίζοντας τον Αντίπατρο Β’, αν και ο δεύτερος ξαναπήρε για λίγο τη βασιλεία, μερικά χρόνια αργότερα. Ο Αλέξανδρος έχασε επίσης τη ζωή του από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, το γιο του Αντίγονου.

Εξαιτίας του Κάσσανδρου η Αυτοκρατορία που ίδρυσε ο Αλέξανδρος δεν είχε ένα κοινό σημείο αναφοράς, το γιο του Αλέξανδρο τον Δ’.Ναι μεν οι Διάδοχοι πιθανώς να μην αναγνώριζαν την εξουσία του, αλλά ο άμεσος δεσμός αίματος με τον άνθρωπο στον οποίο χρωστούσαν την ίδια τους την ύπαρξη θα τους ανάγκαζε να μην πολεμούν ο ένας εναντίον του άλλου, και να αναγνωρίζουν τουλάχιστον μια υποτέλεια στον γιο του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Η λάμψη που ακτινοβολούσε ο Αλέξανδρος κρατούσε ακόμα και μετά τον θάνατό του. Άλλωστε ποτέ δεν θα μάθουμε εαν ο γιος είχε κάποιες ή και πολλές από τις αρετές του πατέρα του. Εξοντώθηκε σε ηλικία 12-13 χρόνων.

http://master-lista.blogspot.gr/

Ελληνική γλώσσα – Μύθοι που καταρέουν

 Η επιστήμη που μελετά τη γλώσσα του ανθρώπου,λέγεται Γλωσσολογία. Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα δεν αποτελούσε αυτοτελή επιστήμη, αλλά τα γλωσσικά ζητήματα αναφέρονταν μόνο στη φιλολογία.
Η γλωσσολογία μπορεί να χωριστεί σε τρεις μεγάλους κλάδους:
α) Τη γενική γλωσσολογία, η οποία εξετάζει τα φαινόμενα της ζωντανής προφορικής γλώσσας, τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους κάθε φαινόμενο λειτουργεί μέσα στη γλώσσα και τη συνάρτηση που έχουν τα γλωσσικά φαινόμενα με τις ψυχικές λειτουργίες,
β) την ιστορική γραμματική και γλωσσική ιστορία, που εξετάζουν τις αλλοιώσεις τις οποίες υφίστανται τα στοιχεία της γλώσσας με το πέρασμα του χρόνου,
γ) τη συγκριτική γλωσσολογία, η οποία εξετάζει το σύνολο των γλωσσών που υπάρχουν στη Γη, με τη μέθοδο της ταξινόμησης, κατάταξης σε ομάδες και αναγνώρισης των ομοιοτήτων και διαφορών που παρουσιάζουν.

Για τη μελέτη των γλωσσών και των μεταβολών τους κατά τη διάρκεια του χρόνου η γλωσσολογία χρησιμοποιεί διάφορα εργαλεία της φιλολογίας, όπως τη φωνητική, τη γραμματική, τη σημασιολογία κτλ.
Η σημασία της γλωσσολογικής επιστήμης είναι τεράστια. Εκτός από τη σαφή γνώση που προσφέρει, σχετικά με το τι είναι γλώσσα και πώς μεταβάλλεται με το πέρασμα των αιώνων, η γλωσσολογία πέτυχε την ανακάλυψη και την ανάγνωση γλωσσικών μνημείων που χρονολογούνται 5.000 χρόνια π.Χ. Έφερε έτσι στην αντίληψη των ανθρώπων ολόκληρους πολιτισμούς που είχαν ακμάσει σε προϊστορικά χρόνια.
Ιστορία της γλωσσολογίας Ή πρώτη γλωσσολογική έρευνα, που είχε τη μορφή της ετυμολογίας, παρατηρήθηκε ήδη από τον Όμηρο, ο οποίος στα έπη του προσπαθούσε να εξηγήσει με ετυμολογία τα ονόματα διάφορων ηρώων και θεών. Μετά τον Όμηρο και άλλοι συγγραφείς της αρχαιότητας έκαναν την ίδια προσπάθεια στο θέμα αυτό. Ωστόσο, η έρευνά τους δεν είχε επιτυχία, γιατί δεν ήξεραν ακόμα τους φωνητικούς κανόνες, χάρη στους οποίους θα πιστοποιούσαν αν η ετυμολογία ήταν σωστή ή όχι. Οι εξηγήσεις τους όμως ενείχαν τα πρώτα δείγματα της γλωσσολογικής εξέτασης των λέξεων.

Στην κλασική εποχή ο διάλογος του Πλάτωνα «Κρατύλος» εξετάζει ένα βασικό πρόβλημα της γλωσσικής επιστήμης, αν δηλαδή οι διάφορες λέξεις πλάστηκαν «φύσει ή νόμω». Βέβαια οι αρχαίοι Έλληνες δεν έφτασαν ποτέ την τελειότητα και τη βαθύτητα των Ινδών γλωσσολόγων, έγιναν όμως ιδρυτές των κυριότερων γλωσσολογικών όρων, που χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα. Οι Ρωμαίοι άρχισαν να ασχολούνται με τη γλώσσα τους μόλις τον 1ο π.Χ. αιώνα (Ουάρων, Φλάκκος, Κοϊντιλιανός, Πρισκιανός) και σε πλαίσιο τέλειας απομίμησης των ελληνικών παραδειγμάτων.

Επιστήμη της οποίας αντικείμενο είναι η ανάγνωση και η μελέτη της γραφής των χειρογράφων παλαιότερων εποχών, λέγεται Παλαιογραφία.
Η ύλη πάνω στην οποία βρίσκονται τα κείμενα που εξετάζονται από την παλαιογραφία, είναι κυρίως η περγαμηνή και το χαρτί. Ό,τι είναι γραμμένο σε πάπυρο εξετάζεται από μια ειδική επιστήμη, την παπυρολογία, ενώ οι επιγραφές πάνω σε σκληρή ύλη εξετάζονται από την επιγραφική. Η περγαμηνή είναι από δέρμα ζώου που δέχεται ειδική κατεργασία και χρησιμοποιούνταν από την αρχαιότητα ως το 13ο αιώνα. Το χαρτί εκτόπισε σταδιακά την περγαμηνή από τότε που καθιερώθηκε ως γραφική ύλη κατά το 13ο αι. και επικρατεί μέχρι σήμερα.
Ενώ κάθε γραπτή γλώσσα έχει και τη δική της παλαιογραφία, η ελληνική και η λατινική παλαιογραφία παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και έχουν μελετηθεί περισσότερο από κάθε άλλη γλώσσα.
Ελληνική παλαιογραφία. Εγκαινιάστηκε με το έργο του Βενεδικτίνου μοναχού Μπερνάρ ντε Μονφοκόν, «Palaeographia Graeca», που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1708. Ακολούθησαν έργα πολλών, κυρίως Γάλλων και Γερμανών, με τα οποία καθιερώθηκαν οι μέθοδοι μελέτης και τα προβλήματά της. Στην Ελλάδα η παλαιογραφία εκπροσωπήθηκε από ειδικούς, όπως οι Σ. Λάμπρος, Σ. Κουγέας, Α. Σιγάλας, Λ. Πολίτης κ.ά.Η ελληνική γραφή παρακολουθείται παλαιογραφικά από τον 4ο αι. π.Χ. Χρονολογικά πλαίσια, από τα οποία ορίζεται, είναι:
α) η εποχή των Πτολεμαίων
β) η ρωμαϊκή εποχή ως το Μ. Κωνσταντίνο
γ) η περίοδος από το Μ. Κωνσταντίνο ως το έτος 800 (καθιέρωση της μικρογράμματης γραφής)
δ) η περίοδος 800-1204
ε) η περίοδος από την εποχή των Παλαιολόγων ως την εφεύρεση της τυπογραφίας
στ) η περίοδος από την εφεύρεση της τυπογραφίας και εξής
Όσον αφορά τα είδη γραφής, διακρίνεται σε :
α) Καλλιγραφική ή των βιβλίων· μ’ αυτήν γράφονταν κυρίως τα βιβλία και είναι ιδιαίτερα επιμελημένη
β) Δημοτική, της καθημερινής χρήσης, με την οποία γράφονταν ιδιωτικά έγγραφα και επιστολές,
γ) Γραφή της επίσημης γραμματείας, δηλαδή των βασιλικών ή ανώτατων διοικητικών αρχών.
Σταθμός στην ιστορία της ελληνικής γραφής είναι ο 9ος αι. μ.Χ., γιατί τότε καθιερώνεται η μικρογράμματη γραφή. Όλα σχεδόν τα σωζόμενα βιβλία λογοτεχνικού περιεχομένου από τον 4ο αι. π. Χ. ως τις αρχές του 9ου αι. μ.Χ. γράφονται στη μεγαλογράμματη γραφή, η οποία προέρχεται από τη γραφή των αρχαίων επιγραφών. Η μικρογράμματη γραφή φαίνεται να προήλθε από τήν ανάγκη τής εκκλησίας νά πάψουν οί χριστιανοί νά χρησιμοποιούν τά Αρχαιοελλήνικά μεγαλοπρεπή γράμματα πού συναντούν στούς Ναούς τών Ελλήνων Θεών. Ή αλλαγή αυτή τών γραμμάτων φαίνεται ότι συστηματοποιήθηκε στα χρόνια αυτά και στη συνέχεια υιοθετήθηκε ως γραφή των βιβλίων. Από ενδείξεις φαίνεται πως το έργο αυτό έγινε στη μονή Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη, που ήταν ισχυρότατο πνευματικό κέντρο της πρωτεύουσας του Βυζαντίου κατά τον 9ο αιώνα. Η υιοθεσία βέβαια της μικρογράμματης γραφής δε σημαίνει κατάργηση της μεγαλογράμματης, η οποία επιζεί είτε στα αρχικά γράμματα είτε μέσα στο κείμενο και επηρεάζει ανάλογα τη μικρογράμματη. Πρέπει να σημειωθεί πως η σημερινή ελληνική γραφή προέρχεται ακριβώς από τη μικρογράμματη του 9ου αι., σε συνδυασμό με τα κεφαλαία της αρχαιότερης μεγαλογράμματης.
Άλλος σταθμός στην ελληνική παλαιογραφία είναι η ανακάλυψη και καθιέρωση της τυπογραφίας. Όταν ο Άλδος Μανούτιος τύπωσε τα πρώτα ελληνικά βιβλία στη Βενετία κατά το τέλος του 15ου αι., παρέλαβε τα σχήματα των γραμμάτων από τα χειρόγραφα της εποχής του, γι’ αυτό και η γραφή των βιβλίων αυτών είναι σχεδόν όμοια με των χειρογράφων. Ωστόσο, με το χέρι εξακολούθησαν να γράφονται πολλά έργα, ως και το 19ο αιώνα.

Κορυφαίοι Ξένοι Έλληνες Επιστήμονες έγραψαν γιά τήν Καταγωγή τού Αλφαβήτου

1. Α. Ζαρντέ στό «La Formation du peuple Grec», Παρίσιοι 1923 σελ 215 υποστηρίζει τήν Ελληνικότητα τού Αλφαβήτου.
2. ό Γάλλος φιλόσοφος Ρενέ Ντυσσώ στό «Journal Asiatique» ,1,357,1905 υπεστήριξε πώς οί Φοίνικες έλαβον τό αλφάβητο από τούς Έλληνες : «Οί Βιωτοί ανέτρεψαν τό Α ώστε νά σχηματίζεται κεφαλή βοδιού(Βουγενής = Διόνυσος).
3. Ό Evans στό «scripta minoa Oxford» 1909 υποστηρίζει σαφέστατα ότι οί Κρήτες μετέφεραν τά γράμματα στήν Φοινίκη.
4. Πλούταρχος «Συμποσιακά» εξηγεί τό θέμα τού Αλφα, λέγοντας πώς είναι πρώτοι οί Βοιωτοί τό παρέστησαν καί όχι οί Φοίνικες.
5. Διόδωρος Σικελιώτης στό «Βιβλίον Ε΄74» λέγει : «Ταίς δέ Μούσαις δοθήναι παρά τού πατρός τήν τών γραμμάτων εύρεσιν καί τήν τών Επών σύνθεσιν τήν προσαγορευμένη ποιητικήν» – «τούς Φοίνικες ούκ εξαρχής ευρείν τά γράμματα, αλλά τούς τύπους τών γραμμάτων μεταθείναι μόνον, καί τή τε γραφή ταύτη τούς πλείστους τών ανθρώπων χρήσασθε καί διά τούτο τυχείν τής προειρημένης προσηγορίας».
6. Πολύβιος στά «Ιστορικά ΙΑ,4» λέγει : «Οίδού νόμος, ούκ έθος, ουλόγος ουχ έτερον ουδέν ήν κοινόν έκ φύσεως πρός αλλήλους (Φοινίκων καί Ελλήνων)».
7. Έρμαν Ντίλς Γερμανός Φιλόλογος στό «Προσωκρατικοί καί στό άρθρο Ορφεύς» αναφέρει:«οί Έλληνες όχι μόνο εγνώριζαν γραφή, αλλά έγραφαν τίς παρατηρήσεις καί τά διανοήματά των επί λεπτών σανίδων».
8. Αργοναυτικά «στίχος 44 καί 104» βλέπουμε ότι : «Ό Ορφέας εξελόχευσε τόν ιερό λόγο είς Αίγυπτο καί Λιβύη.
9. Πέρσον καθηγητής Ουψάλας 1951, κατέληξε στό συμπέρασμα ότι ή γραφή είναι Κρητικής Καταγωγής (Γραμμική Α΄).
10. Σούλτεν καθηγητής στό περί Νουμαντίας διαπίστωσε ότι ή γραφή ήταν έν χρήσει στήν Κρήτη από τό 2000πχ.
11. Βεντρις καί Τσάντγουικ (γλωσσολόγοι) αποκάλυψαν τήν Ελληνικότητα τής Γραμμικής Β΄
12. Ό Χουρμουσιάδης αρχαιολόγος τό 1994 έφερε στό φώς ξύλινη πινακίδα με χαραγμένα γράμματα τού 5260 πΧ (Καθημερινή 15\2\94).
13. Ό Καβαδίας (Ακαδημαϊκός) στο έργο του «Προϊστορική Αρχαϊολογία» αναφέρει πώς τό αλφάβητον είναι Ελληνικό.
14. Τό ίδιο λέγει καί ο Αρβανιτόπουλος στό έργο του «Επιγραφική».
15. Ό ΣΠ. Μαρινάτος Καθηγητής Πανεπιστημίου στό έργο του «Αρχαϊος Κρητικός πολιτισμός» λέγει επίσης πώς τό αλφάβητον είναι Ελληνικό.
16. Ό Παπαγιανόπουλος Καθηγητής Επιγραφολογίας 1939 έργο «Ό Μέγας Αλέξανδρος καί ό Παγκόσμιος Ελληνισμός» Ελληνικές εκδ, Δαρέμα σελ 146 υπεστήριξε πώς τό αλφάβητον κακώς πιστεύεται πώς είναι Φοινικικό.
17. Ό Θεόδωρος Μπίρτ Γερμανός καθηγητής Ιστορίας στό έργο του «ό Μέγας Αλέξανδρος» βεβαιώνει γιά τήν Ελληνικότητα τού Αλφαβήτου.
18. Ό «Τσίλμερτ Μάρεϊ» Άγγλος Ιστορικός καί φιλόλογος αναφέρει πώς οί Έλληνες γνώριζαν πρώτοι γραφή.
19. Ο Γερμανός Schneider στό «Der Kretische Ursprung des Phonizichen Alphabets» αναφέρει πώς Κρητικό είναι τό Αλφάβητον.
20. Θεόφιλος Βauger ό σημαντικότερος γλωσσολόγος τής Ευρώπης θεωρεί τούς Έλληνες ώς δημιουργούς τού αλφαβήτου λέγοντας τά εξής : «Άτοπον γάρ τόν θεμέλιον τής Ελληνικής διαλέκτου, βάρβαρων εύρημα λέγειν»-«Γραμματικού Χοιροβοσκού, Προλεγόμενα, p340»
21. Ό Βίκο υποστηρίζει πώς είναι φληναφήματα τά περί τού αρχεγόνου Εβραϊκού αλφαβήτου καί ότι φυσικά τά γράμματα εδόθησαν από τούς Έλληνες στούς Εβραίους καί όχι αντίστροφα (Ουμπέρτο Έκο: «ή αναζήτηση τής Τέλειας Γλώσσας»).
22. Τό Γαλλικό περιοδικό L’ EXPRESS INTERNATIONAL τ,2611, 19/8/2001 λέγει: «Ή ΕΛΛΑΣ τής οφείλουμε τά πάντα, Αλφάβητον, Δίκαιον, Δημοκρατία, Θέατρον, Αθλητισμόν, Φιλοσοφία, Μαθηματικά, Ιατρική, Ηθική, Αστρονομία, Τέχνη…»
23. Όλιβερ Ταπλιν καθ. Οξφόρδης , Οί Έλληνες εδραίωσαν τόν αλφαβητισμόν στήν καρδιά τού δυτικού πολιτισμού, γιαυτό καί ή λέξης έιναι Ελληνική από τά πρώτα δύο Ελληνικά γράμματα.
24. Χένρυ Μίλλερ (εκδ.Πλείας) λέγει : «ή Κνωσός κληροδότησε στόν κόσμο τήν πιό μεγαλοπρεπή κληρονομιά πού γνώρισε ό άνθρωπος τό αλφάβητον. Ή Κνωσσός υπήρξε κοσμική μέ τό αληθές νόημα τής λέξεως. Ό πολιτισμός πού αντιπροσωπεύει διαλύθηκε 1500 χρόνια πρίν έλθη στή γή ό Σωτήρας, αφού κληροδότησε σέ ολόκληρο τόν Δυτικό κόσμο τό Αλφάβητο».
25. New Webster Dictionary of English Language edition Grolier, New York , τό αλφάβητον είναι Ελληνικό
26. Διονύσιος Ζακυθηνός, τό αλφάβητον είναι Ελληνικό
27. Χάρης Λαμπίδης, τό αλφάβητον είναι Ελληνικόν
28. Πώλ Φώρ στό «ή καθημερινή ζωή στήν Κρήτη τήν Μινωϊκή εποχή» Εκδ Ωκεανίς Αθήναι 1976 λέγει : « Τό Αλφάβητον είναι Κρητικής προελεύσεως».
29. Reinach στό «Les Celtes dans les valees du-po-et-du-Danube» λέγει πώς Μυκηναϊκό είναι τό Αλφάβητον.
30. Burrews «The discoveries in Crete» Ό Έλλην ήτο ό Φοίνικας.
31. HUMEZ «Alpa to Omega» ψεύται οί Φοινικισταί
32. LODS « Πρό χριστιανική εποχή, Ελληνικές εκδ, Δίβρις σελ 109» Έλληνες δίδαξαν τό Αλφάνητον στούς Φοίνικες
33. Dussaud « Les Civilisations prehelleniques dans le basin de la mere gee» Οί Έλληνες έδωσαν τό αλφάβητον στούς Φοίνικες.
34. Ουϊλ Ντυράν «Ιστορία τού πολιτισμού» Ελλ.Εκδ Αθήναι 1965 τόμος Α. Τό αλφάβητον λέγει ό Ντυράν είναι Ελληνικόν.
35. Κάρολος Μπαίρλιτς «Μυστήρια από ξεχασμένους κόσμους» Ελλ,Εκδ, Ράπτης, σελ 253. Ελληνικόν τό Αλφάβητον.
36. Ανδρέας Παπαγιαννόπουλος αρχαιολόγος-επιγραφολόγος, τό αλφάβητον λέγει είναι Ελληνικόν.
37. Mario Pei Καθηγητής γλωσσολογίας στό Columbia University USA «Funk and Wagnalis New Encyclopedia» 1972 τόμος 13 σελ 451. Τό αλφάβητον ήτο Ελληνικό.
38. De Saussure «Course in general linguistuics» page 39, Ελληνικόν είναι τό Αλφάβητον.
39. Αρβανιτόπουλος (1874-1938) εκδόσεις Εστία Αθήναι 1937 τόμος 1. Ελληνικόν τό Αλφάβητον.
40. Γεώργιος Σμίθ καί Μαυρίκιος Σμίτ 1872 καί 1876 επίσης συμφωνούν μέ τήν Ελληνική προέλευση τού Αλφαβήτου.
41. Εφημερίς Βραδυνή 27\3\87 γραφή από τό 8000 πχ
42. Εφημερίς Ακρόπολις 17\1\87 ό ΕΟΤ καταστρέφει αρχαιολογικά ευρήματα, εγχάρακτων παραστάσεων.
43. Εφημερίς Μεσημβρινή 25\11\86 περί Ελληνικού Αλφαβήτου.
44. Κωνσταντίνος Τσάτσος Καθηγητής Πανεπιστημίου, Φιλόσοφος, Νομικός, Ποιητής. Τό Αλφάβητον είναι Ελληνικόν.
45. Καθηγητής Στασινόπουλος, τό Αλφάβητον είναι Ελληνικόν.
46. ΙΛΙΑΣ 168 « Βασιλεύς Προίτος απέστειλε είς τόν πενθερόν του επιστολήν (σήματα Κάδμου).
47. Ευριπίδης (Αποσπ.578) Παλαμήδης,Επίχαρμος καί Σιμωνίδης εποίησαν τό Αλφάβητον.
48. Γκεοργήεφ Βούλγαρος Ακαδημαϊκός συμφωνεί μέ τήν Ελληνική καταγωγή τού Αλφαβήτου.
49. Ζακλίν ντε Ρομιγί: Η επιφανέστερη ελληνίστρια, αγωνίζεται για τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών κειμένων και για την ευτυχία που μπορούν να προσφέρουν στην Ευρώπη, όπως η ίδια βεβαιώνει. Μετέχουσα στην εκστρατεία «ένα δένδρο για την Ελλάδα», με στόχο την αναδάσωση των καμένων του Αυγούστου, δηλώνει στον «Ελεύθερο Τύπο» των Αθηνών: «Πρόκειται ακριβώς για αλληλεγγύη! Για όσα ο πολιτισμός χρωστάει στην Ελλάδα. Ο ελληνικός πολιτισμός είναι σημείο αναχώρησης όλων των πολιτισμών του κόσμου»…
50. Ενριέτα Βαλτέρ, Γαλλίδα Γλωσσολόγος « Είς τήν γλώσσα όλοι είμαστε Έλληνες».
51. ό Ηρόδοτος «σύν τώ χρόνω μεταβάλλοντας τήν γλώσσα, μετέβαλλον καί τόν ρυθμό τών γραμμάτων».
52. Ό ιστορικός Δούρις απέδιδε τα γράμματα στόν Φοίνικα, παιδαγωγό τού Αχιλλέως.
53. Ό M.Minoide στήν πραγματεία του «Καλλιόπη» γράφει: «ό Πίνδαρος έχει τήν γνώμη πώς τά γράμματα εφευρέθησαν από έναν Αθηναίο ονόματι Στοίχος.
54. S.G. Rembroke στό έργο τού (The legacy of Greece, oxford university press 1994) λέγει : «Στούς φοίνικες εδίδετο ρόλος ενδιαμέσων πού ξέφευγε από οποιαδήποτε πληροφορία τής Ιστορίας. Ένας ρόλος δηλαδή μεταφορέα τής σοφίας καί τού πολιτισμού τού «περιουσίου λαού πρός τούς απολίτιστους καί δή στούς Έλληνες».
55. Ό Δαμιανός Στρουμπούλης στήν μελέτη τού ( Γέννηση καί ερμηνεία τής Ελληνικής Γραφής, Αθήναι 1987) γράφει χαρακτηριστικά : «από παιδιά διδασκόμαστε ότι οί Έλληνες δανείστηκαν τήν γραφή από τούς Φοίνικες. Πώς όμως οί Έλληνες ένας λαός τόσο εκφραστικός, πρωτότυπος, εικονολάτρης, πολυμήχανος, είναι δυνατός νά αποτύπωσε τόν προφορικό του λόγο μέ δανεικά σχήματα, ξένα πρός τόν δικό του ψυχικό κόσμο, τίς δικές του εκδηλώσεις καί φυσικά εντελώς μηχανικά».
56. Σουίδας στό λήμμα -Σαμίων δήμος- θεωρεί πώς τά γράμματα επινοήθησαν στήν Σάμο καί οί Αθηναίοι τά μετέφεραν στήν ανατολή.
57. «τινές δέ φασί τούς χαρακτήρας τών στοιχείων τούς παρ’ημίν από Ερμού έν φοίνικος φύλλω γεγραμμένους καταπεμφθήναι τοίς ανθρώποις».
58. Ό Αριστείδης ό Ρήτωρ, ό έξ’Ανδριουπόλεως τής Μικράς Ασίας καταγόμενος τόν 2αί.μχ γράφει: «πάσαι γάρ πόλεις καί πάντα τών ανθρώπων τά γένη πρός ημάς καί πρός τήν ημετέραν δίαιταν καί φωνήν απέκλινε…Ηρακλέους στήλαι…Λιβύης…Βοσπόρω…Συρίας.. Κιλικίας, αλλά πάσαν τήν γήν…καί δί’ημών ομοφώνος γέγονε πάσα ή οικουμένη».
59. Ό Γουίλ Ντυράν(1885-1981) φιλόσοφος, ιστορικός καί καθηγητής τού Πανεπιστημίου Κολούμπια, γράφει: «τό αλφάβητον μάς ήλθε στήν δύση διά τής Κύμης». Τί άλλο πρέπει νά βρούμε γιά νά πείσουμε, όχι τούς Αμερικανούς ή Πακιστανούς ότι τό Αλφάβητον είναι δικό των, αλλά τούς Έλληνες πού τό ομιλούν, ότι τό Αλφάβητον είναι δικό των. Τό 480 ό Θεμιστοκλής ενίκησε τούς Φοίνικες στήν Σαλαμίνα, ό Κίμων τούς ενίκησε τό 466 στόν Ευρυμέδοντα καί ό Αναξικράτης τούς ενίκησε τό 449 στήν Κύπρο .

Ο Έλλην είναι ό πρώτος πού ανέπτυξε σύστημα γραφής διά νά επικοινωνεί καί νά εκφράζει τίς σκέψεις του, τίς εικόνες του, τίς ιδέες του κτλ. Ή προβολή υποθετικών, ατεκμηρίωτων, αντιεπιστημονικών θεωριών συνοδεύεται καί ολοκληρώνεται από τήν μονόπλευρη καί απολυταρχικά διατυπωμένη άποψιν περί καταγωγής τού Ελληνικού αλφαβήτου από τά Φοινικικά γράμματα, τό Φοινικικόν αλφάβητον, πού στήν ουσία ήταν συλλαβάριον καί ουδέποτε αλφάβητον. Τό μόνο επιχείρημα τών Φοινικιστών είναι τά λόγια τού Ηροδότου: «οί δέ Φοίνικες εισήγαγον διδασκαλία είς τούς Έλληνας καί δή καί γράμματα ούκ εόντα πρίν Έλλησι, ώς εμοί δοκέει». Μέ τήν τελευταία φράση ό ίδιος ό Ηρόδοτος διατυπώνει μία επιφύλαξι. Τό ρήμα δοκώ σημαίνει νομίζω, υποθέτω. Επίσης ό Ηρόδοτος γράφει εισήγαγον γράμματα καί όχι είσήγαγον τά γράμματα. Εκφράζεται αορίστως καί λέγει γιά τούς Φοίνικες : «σύν τώ χρόνω μεταβάλλοντας τήν γλώσσα, μετέβαλλον καί τόν ρυθμό τών γραμμάτων». Μαθαίνοντας Ελληνικά δηλαδή οί Φοίνικες, μετέβαλλον τήν γλώσσα. Ό Σικελιώτης στό Ε74 ορίζει: «Ταίς δέ Μούσαις δοθήναι παρά τού πατρός τήν εύρεσιν τών γραμμάτων»- καί όχι εύρεσιν γραμμάτων γενικά καί αόριστα. Καί διευκρινίζει ότι ακόμα καί τά λεγόμενα Φοινικικά γράμματα δέν ήταν εφεύρεσις τών Φοινίκων, αλλά διασκευή τών Ελληνικών γραμμάτων: «Φασί τούς Φοίνικας ούκ έξ αρχής ευρείν, αλλά τούς τύπους τών γραμμάτων μεταθείναι μόνον». Ιδρυτής τής Φοινίκης υπήρξε ό Αγήνωρ πατήρ τού Φοίνικος ,τού Κάδνου καί τής Ευρώπης. Ή λέξη Φοίνιξ είναι Ελληνικότατη καί σημαίνει πορφυρός, ερυθρός, μέ ρίζα έκ τού φόνου-φοίνιος-φονικός.
Οί Πελεσέθ (οί Κρήτες πού ονομάσθησαν κατόπιν Φιλισταίοι) όταν εγκαταστάθησαν είς τά παράλια τής νύν Παλαιστίνης, έφεραν μαζί των καί τήν γραφή, τήν οποία εγνώρισαν καί εμιμήθησαν οί μάζες νομάδων, οί οποίοι αφού εγκαταστάθησαν εκεί, εσφετερίσθησαν τό όνομα διά ιστορική καταξίωση. Όπως άλλωστε επέτυχαν οί Σκοπιανοί μέ τό όνομα Μακεδονία. Άλλωστε τό όνομα Φοίνικας είναι γνωστό είς τούς Έλληνες. Ό Δάρης ιερέας τού Ηφαίστου έν Τρωάδι, έγραψε επί φύλλων φοίνικος Ιλιάδα αρχαιοτέρα τής τού Ομήρου, τήν οποία ό Αιλιανός λέγει ότι είδε. Ό ιστορικός Δούρις απέδιδε τά γράμματα στόν Φοίνικα, παιδαγωγό τού Αχιλλέως. Οί Φοίνικες πού μάς λέγουν ότι βρήκαν τά γράμματα, στήν πραγματικότητα αυτό πού είχαν ήταν συλλαβάριο. Δέν είχαν φωνήεντα, δέν εχάραξαν ξύλινες πλάκες ή πήλινες πινακίδες, ούτε βότσαλα, ούτε μάρμαρα. Παραμένει αδιευκρίνηστο τί ακριβώς έγραψαν οί Φοίνικες. Ένα όμως είναι βέβαιο μέχρι σήμερα: δέν έγραψαν τίποτε. Ό M.Minoide στήν πραγματεία του «Καλλιόπη» γράφει: «ό Πίνδαρος έχει τήν γνώμη πώς τά γράμματα εφευρέθησαν από έναν Αθηναίο ονόματι Στοίχος. Ό Ιώσηπος προσπάθησε νάγνώμη πώς τά γράμματα εφευρέθησαν από έναν Αθηναίο ονόματι Στοίχος. Ό Ιώσηπος προσπάθησε νά αποδείξη πώς οί Φοίνικες καί οί Ιουδαίοι ήσαν ίδιας καταγωγής (μήπως επειδή ήταν καί αυτός Ιουδαίος), αλλά δέν έπεισε, διότι μεγαλοποίησε υπερβολικά τά εβραϊκά συμβάντα μέ σκοπό νά παρουσιάση αυτόν τόν λαό ώς τόν αρχαιότερο πολιτισμένο. Ή Ουγκαρίτ, αρχαία πόλη, τα ερείπια της οποίας βρίσκονται κοντά στην πόλη της Λατάκιας (βόρεια Συρία) και ανακαλύφθηκαν το 1928. Η ακμή της πόλης τοποθετείται στο διάστημα από το 15ο μέχρι το 12ο αι. π.Χ. Σήμερα η περιοχή λέγεται Ρας Σάμρα. Η γνώση της ιστορίας της πόλης βασίζεται στα αρχαιολογικά ευρήματα των ανασκαφών που πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή, από το Γάλλο αρχαιολόγο του πανεπιστημίου του Στρασβούργου Κλοντ Σέφερ. Σε πινακίδες από άργιλο καταγράφονται σημαντικά γεγονότα της ιστορίας της πόλης. Φαίνεται πως η Ουγκαρίτ ήταν φόρου υποτελής στην Αίγυπτο αρχικά, και κατόπιν στους Χεταίους, ενώ οι εμπορικές συναλλαγές της με τους Έλληνες της Κύπρου και της Κρήτης ήταν σημαντικές, όπως αποδεικνύεται από την πλούσια αγγειοπλαστική που βρέθηκε στις ανασκαφές. Οί Γραμμένες σε σφηνοειδή γραφή πινακίδες πού εβρέθησαν χρησιμοποιούν τέσσερις γλώσσες, απόδειξη ότι η πόλη ήταν κοσμοπολίτικο κέντρο, στο οποίο συνέρρεαν Ακκάδιοι, Χεταίοι, Έλληνες από Κρήτη, Μυκήνες. Θεσσαλία και Κύπρο.Εκτός από τις τέσσερις γλώσσες στην Ουγκαρίτ χρησιμοποιούνταν εφτά διαφορετικά είδη γραφής. Αυτό λοιπόν τό παραμύθι τόν φοινίκον μάς δίδουν νά φάμε σήμερα. Ένα εμπορικό κέντρο όπου μαζεύονταν όλοι οί πολιτισμένοι λαοί, πάει νά γίνει τό δημιούργημα όλου τού πολιτισμένου λαού. Δέν εφυήρε ή Ελβετία τό χρήμα επειδή σήμερα όλο τό χρήμα πηγαίνει εκεί, αλλά ούτε ή φοινίκη εφυήρε κανένα αλφάβητον επειδή εκεί επήγαινον Έλληνες, Αιγύπτιοι καί Ασιάτες. Οί Φοίνικες εκεί χρησιμοποίησαν μία σφηνοειδούς τύπου γραφή μέ 30 σημεία, πού ήτο κοινά σέ κάποιες γλώσσες ώστε νά επικοινωνούν μέ όλους σχεδόν τούς επισκέπτες. Οί Εκεί κάτοικοι επίστευαν στόν Βαάλ καί Νταγκόν, αλλά επειδή κάποια γεγονότα στήν περιοχή μοιάζουν νά επιβεβαιώνουν τά συμφέροντα ώς πρός τήν παλαιά διαθήκη (Περί Απατεώνα Ηλία κ.α.), ή θεωρία τών Φοινίκων βόλεψε τούς Εβραίους πού τήν προώθησαν καί δέν αφήνουν κανέναν σοβαρό επιστήμονα νά τήν αγγίξει.Η δεύτερη ουγκαριτική γραφή είχε 22 συμφωνογράμματα με τα οποία αποδίδονταν μόνο τα 22 σύμφωνα της γλώσσας κι έτσι η δεύτερη γραφή μπορεί να θεωρηθεί συμφωνητάριο. Αλλά πού είναι τό Αλφάβητον ;

Ή μικρόζωη αυτή θεωρία περί Φοινίκων, καθιερώθηκε στήν Ευρώπη σέ μία εποχή πού όπως γράφει ό Άγγλος κλασσικός S.G. Rembroke στό έργο τού (The legacy of Greece, oxford university press 1994) λέγει : «Στούς φοίνικες εδίδετο ρόλος ενδιαμέσων πού ξέφευγε από οποιαδήποτε πληροφορία τής Ιστορίας. Ένας ρόλος δηλαδή μεταφορέα τής σοφίας καί τού πολιτισμού τού «περιουσίου λαού πρός τούς απολίτιστους καί δή στούς Έλληνες». Περί τά τέλη τού Μεσαίωνα, οπότε θρησκευτικός φανατισμός καί ό σκοταδισμός είχαν φθάσει σέ τέτοιο σημείο, ώστε νά θέλουν τήν κόρη τού Αγαμέμνονος Ιφιγένεια ώς κόρη τού Ιέφθα, τόν Δευκαλίωνα ώς Νώε, τόν Ορφέα ώς Μωησή ή σέ διαστροφές τούς Τειρεσία, τόν Φαέθωνα ώς Σατανά κτλ. Από το 1599 όμως με την επίσκεψη Άγγλων ιεραποστόλων στις Ινδίες, όπου σημειώθηκε μια μετακίνηση του γλωσσικού ενδιαφέροντος, από την εθνική γραμματική προς τη συγκριτική εξέταση των γλωσσών. Η ανάγκη που παρουσιάστηκε στους ιεραποστόλους να αποδείξουν ότι ή Ευρωπαϊκή γλώσσα (δηλαδή ή Ελληνική) πρέπει ντέ καί καλά νά προήλθε από κάποια Ασιατική, ώστε νά μάς οδηγήσουν στήν παλαιά διαθήκη καί νά ευχαριστούμε τούς καλούς εβραίους πού μάς έδωσαν γλώσσα νά μιλάμε καί έναν καλό εβραίο θεούλη νά πιστεύουμε.Οι ανακοινώσεις για τις ομοιότητες τών γλωσσών δημιούργησαν ένα κλίμα ενδιαφέροντος σε πολλούς Ευρωπαίους σοφούς, που, με τα ταξίδια, τις μελέτες τους, καί τά λεφτά πού έρχονταν από πλούσιους εβραίους, διαπίστωσαν ότι υπάρχουν πολλές αντιστοιχίες ανάμεσα σε λέξεις ευρωπαϊκών γλωσσών και της ινδικής. Πού κατόπιν θά γίνει Φοινικική Το 1798 εκδόθηκε στην Πάδοβα το σύγγραμμα του Ιταλού ιεραποστόλου Paulinus a Sauto Bartolomeo «Για την αρχαιότητα και τη συγγένεια των γλωσσών ζενδικής (δηλαδή αρχαίας περσικής), σανσκριτικής (δηλαδή αρχαίας ινδικής) και γερμανικής», το οποίο προκάλεσε τεράστια εντύπωση. Τό ότι ένας καλόγερος θά κρίνει τόν Όμηρο αυτό δέν προκαλεί καμία εντύπωση. Από τότε η συγκριτική έρευνα συνεχίστηκε από πολλούς. Ιδρυτής της γλωσσολογίας θεωρείται ο Φραντς Μποπ, ο οποίος το 1816 εφυήρε την κοινή καταγωγή των κυριότερων ευρωπαϊκών γλωσσών και της ινδικής, αρμενικής, περσικής κτλ. Ποιά είναι όμως ή κοινή καταγωγή ;
Ή Πόλις τής Βηρυτού ή Βηρυττού, πήρε τό όνομά της από τήν Βερόη κόρη τού Αδώνιδος καί τής Αφροδίτης. Ή Δαμασκός ή σημερινή πρωτεύουσα τής Συρίας πήρε τό ονμά της από τόν Δαμασκό υιό τού Ερμού καί τής Αλιμήδης, από τήν Αρκαδία (Στ.Βυζάντιος). Πανάρχαια Ελληνική αποικία υπήρξε ή Σιδών. Στούς δέ Τρωικούς χρόνους ό ίδιος ό Μενέλαος τήν είχε επισκεφτει καί ό Βασιλέας αυτής Φαίδιμος τού εδώρησε πολύτιμον κρατήρα. Αυτό τό ομολογεί ό ίδιος ό Μενέλαος στόν Τηλέμαχο στόν οποίον εχάρισε τόν κρατήρα αυτόν (δ,615-619). Ό Τεύκρος αδελφός τού Αίαντος ήλθε είς τήν Σιδώνα καί αφού έλαβε βοήθεια από τόν Βασιλέα Βήλο, εκυρίευσε τήν Κύπρο καί έκτισε τήν Σαλαμίνα. Επίσης ό Βασιλέας τής Σιδώνας Φάλις συμβουλεύει τόν Σαρπηδόνα νά μήν συμμαχήση μέ τούς Τρώες αλλά μέ τούς Αχαιούς. Ό Ευσέβιος ό Καισαρείας αποδίδει τήν ίδρυση τής πόλεως στόν Ίλο, αρχηγό τών Ελοίμ (τών Θεών), τόν αντίστοιχο Κρόνο τών Ελλήνων. Ή Γάζα έχει τό όνομά της απο τόν Άζονα υιό Ηρακλέους. Μεταξύ 1150-1050 οί Κρήτες εγκαθίστανται στήν Παλαιστίνη. Ό Μπρατσιώτης φρονεί ότι ό Θεός Δαγών ήταν κράμα Χαναναίων καί Κρητικής Θεότητος. Παρά τήν Βηθλεέμ ευρέθη ή Μητρόπολις τών Φιλισταίων. Τά έν τοίς τάφοις Φιλισταίων ευρεθέντα χαλκά, αργυρά καί πήλινα αντικείμενα, καταδεικνύουν τήν Μυκηναϊκή τέχνη. Ή ύπαρξη Κρητών στήν Παλαιστίνη μνημονεύεται καί από τήν Παλαιά διαθήκη : Σοφονίας Β΄4-6 – Ιωήλ κεφ Γ, 6 – Ησαϊας κεφ θ΄, 12 – Ιεζεκιήλ κεφ ΚΕ΄, 16. Ακόμα χειρότερα γιά τούς εβραίους, στήν Γένεσι κεφ ΚΓ΄3-4 δηλώνεται πώς ό Αβραάμ πού έχει έρθει επικεφαλής τών εβραίων, δηλοί ότι είναι ξένος στήν Παλαιστίνη1100πχ. Ό Καθηγητής Κούμαρης στό έργο «Λαοί τής Ανατολής» αναφέρει πώς οί Χετταίοι ήσαν παλαιός Ασιατικός λαός, προελεύσεως Αιγαιατικής. Οί Χετταίοι δέν ανήκουν σέ σημιτικούς λαούς. Ενθυμίζουν Ευρωπαϊκή μορφολογίαν καί κυριως Μεσογειακή. Ό Ιωάννης Πασάς τούς εμφανίζει στήν Μ Ασία κατά τό 2000 π.Χ προερχόμενοι από τήν Θράκη. Ώς πρός τού Φοίνικες, τό όνομα Φοίνιξ κατήγετο από τήν γενεά τού Ινάχου, πανάρχαιου Βασιλέα τού Άργους. Τελικά όχι μόνο δέν βρήκαν κάποιο Αλφάβητο οί Φοίνικες, αλλά ακόμα καί ή πόλιν των ιδρύθηκε από Έλληνες.
Συγγραφείς θεωρούν τήν ονομασία φοινίκεια γράμματα, έκ τού κόκκινου χρώματος μέ τό οποίο έγραφαν τότε. Άλλοι πάλι θεωρούν ότι ή ονομασία προέρχεται από τά φύλλα φοίνικος όπου έγραφαν. Μετά πάντως τόν κατακλυσμό τού Δευκαλίωνος, ουδείς εφύλαξε τά γράμματα είς τήν μνήμην, πλήν τών Πελασγών, τών άφ’Ελλάδος είς βαρβάρους πλανηθέντων. Άλλοι γραμματικοί τά γράμματα τά ονομάζουν ευκρινώς Πελασγικά. Άλλοι λένε πώς είναι Κρητικά τά γράμματα, άλλοι πώς είναι έκ τού παιδαγωγού τού Αχιλλέως, Φοίνικα, αλλά υπάρχουν καί άλλοι πού λέγουν πώς τά γράμματα τά έφερε ό Ερμής, χαραγμένα σέ φύλλα φοίνικος «τινές δέ φασί τούς χαρακτήρας τών στοιχείων τούς παρ’ημίν από Ερμού έν φοίνικος φύλλω γεγραμμένους καταπεμφθήναι τοίς ανθρώποις». Άλλοι πάλι συγγραφείς λέγουν πώς ό Σίσυφος βρήκε τά γράμματα. Ό Ευριπίδης καί ό Στησίχορος επιμένουν στόν Παλαμήδη, ενώ ό Σουίδας στό λήμμα -Σαμίων δήμος- θεωρεί πώς τά γράμματα επινοήθησαν στήν Σάμο καί οί Αθηναίοι τά μετέφεραν στήν ανατολή. Ή επιγραφή τής Πάφου σέ μία κρήνη, ή επιγραφή σέ αγγείο τών Δελφών «Αμφιτρύων μ’ανέθηκε λαβών από τηλεβοάων», ή μαρτυρία τού Ομήρου όταν αναφέρεται στόν Βελλερεφόντη «γράψας έν πίνακι πτυκτώ θυμοφθόρα πολλά», τά έργα τού Ορφέως, ή μαρτυρία τού Διονυσίου, μαθητή τού Αριστάρχου καί πολλά άλλα συνηγορούν στό ότι οί Έλληνες έγραφαν πολύ πρίν τόν Τρωικό πόλεμο, καί πολύ πρίν φυσικά εμφανισθούν στόν κόσμο οί Φοίνικες. Στήν αρχή οί Έλληνες είχαν 16γράμματα: Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ι,Κ,Λ,Μ,Ν,Ο,Π,Ρ,Σ,Τ,Υ. Ό Σιμωνίδης πρόσθεσε τά Η,Ω,Ξ,Ψ καί ό Παλαμήδης πρίν από αυτόν είχε επινοήσει τά Θ,Φ,Χ,Ζ. Άν αυτό τελικά ήταν αλήθεια, ό Όμηρος τά εγνώριζε. Μερικοί αποδίδουν τήν εύρεση τών Θ,Φ,Χ,Ζ στόν Επίχαρμο τών Συρακουσών, πού υπήρξε σύγχρονος τού Κάδμου. «Φοινίκεια τά γράμματα ελέγοντο, ώς φήσιν..Ετεωνεύς καί Μένανδρος, ό ιστορικός, επειδή έν πετάλοις φοινικικοίς εγράφοντο, ή όπερ κρείττον εστίν ειπείν, ότι φοινίσσεται υπ’αυτών ό νούς, ήτοι λαμπρύνεται» (Bekker Anecd). Ή Ελληνική γλώσσα άλλωστε παρουσιάζει κανονική εξέλιξη :
1. Πρώιμο στάδιο Εικογραφικό
2. Ιερογλυφικό
3. Συλλαβογραφικό
4. Φθογγογραφικό.

Η σφηνοειδής γραφή στο Μπεχιστούν της δυτικής Ινδίας δέν οδήγησαν ποτέ στό μεγαλείο τών Ελληνικών γραφών καί τούς Ομήρου.
Τό Κυπριακό καί ή Γραμμική γραφή Β έχουν ήδη αποκρυπτογραφηθή καί εκφράζουν ολοκάθαρα τήν Ελληνική αδιάσπαστη γλώσσα. Ή Γραμμική Β αποτελεί εξέλιξη τής Γραμμικής Α(Τσικριτσής Γραμμική Β εκδ.Βικελαίας, ακόμα καί τό National Geographic συμφωνεί μέ τήν εξέλιξι αυτή εκδ.Ελλ.τ.6,1999) καί αποκρυπτογραφήθηκε από τούς Βέντρις καί Τσάντγουϊκ τό 1952. Τίς σχετικές πινακίδες βρήκε ό Evans τό 1900 στήν Κρήτη, αλλά καί αλλού όπως Κυκλάδες Επτάννησα, Στερεά Ελλάδα καί Πελοπόννησο.

Τό σημαντικώτερο Ελληνικό ιερογλυφικό είναι ό δίσκος τής Φαιστού, ό οποίος δέν είναι χαραγμένος αλλά παρουσιάζει αποτυπώματα από μικρές σφραγίδες καί θεωρείται τό πρώτο βήμα στήν τυπογραφία.

Πλάκες χαραγμένες έχουν βρεθή είς τό Αρκαλοχώρι τής Κρήτης. Ό Evans έξ’αρχής υποστηρίζει : «πώς ή Γραμμική Β καί τά συλλαβογράμματα εκφράζουν τήν Ελληνική γλώσσα. Λέγει πώς οί Φοίνικες παρέλαβαν τήν γραφή από τούς Κρήτες, οί οποίοι κατά τόν 13ον πχ αιώνα αποίκησαν τίς ακτές τής Παλαιστίνης ώς Φιλισταίοι». Περίπου τήν ίδια εποχή ό Ρενέ Ντυσσώ διατύπωσε τήν άποψι: «οί Φοίνικες είχον παραλάβει πρωιμώτατα τό αλφάβητον, παρά τών Ελλήνων, οίτινες είχον διαμορφώσει τούτο έκ τής Κρητομυκηναϊκής γραφής». Στήν ουσία οί Φοίνικες παρέλαβαν συλλαβάριο καί γιαυτόν τόν λόγο ποτέ δέν ανέπτυξαν αλφάβητο. Όπως τό πήραν έτσι καί παρέμεινε. Δηλαδή μέ τήν λέξη ΔΔΜΣ οί Φοίνικες καταλάβαιναν Διδυμαίος, Δαβίδ κ.ο.κ. Αντιθέτως ή Ελληνική φυσιολογική εξέλιξις κατέληξε στό σημερινό σύστημα γραφής, τό πρώτο καί μοναδικό δηλαδή αλφαβητάριο στήν παγκόσμια Ιστορία. Σπουδαίο στοιχείο πού έφερε ό Βέντρις ήταν τά δωρικά στοιχεία πού είχε Γραμμική Β, τοποθετώντας χρονικά τούς Δωριείς μετά τούς Μυκηναίους, δίδοντας άλλο ένα «χαστούκι» στίς ινδοευρωπαϊκές θεωρίες καί στίς καθόδους τών Δωριέων, ή τών Απάτσι, ή τών Ζουλού καί άλλων «Ελλήνων»πού μπορεί νά ήρθαν περί τό 1200 π.Χ.
Ανέκαθεν λοιπόν οί Δωριείς ήσαν στήν Πελοπόννησο καί γιαυτό κανένας ιστορικός δέν γράφει γιαυτούς. Ή μόνη κάθοδος πού γράφουν οί αρχαίοι συγγραφείς, είναι ή κάθοδος τών Ηρακλειδών καί εξιστορούν μέ αυτό, τήν επάνοδο τών εκδιωχθέντων έκ τής Πελοποννήσου απογόνων τού Ηρακλέους, είς τήν προγονικήν καί δωρικήν έκπαλαι Πελοπόννησον (Αριστοτέλης, Στράβων, Έφορος, Διόδωρος). Κάθοδος σημαίνει επιστροφή στήν πατρίδα, όπως επάνοδος. Κάθοδος τών Μυρίων σημαίνει επάνοδος, επιστροφή, επαναπατρισμός, υπό τόν Ξενοφώντα. Γιαυτό ακριβώς καί λέμε άνοδος καί πτώσις τής θερμοκρασίας καί όχι άνοδος καί κάθοδος τής θερμοκρασίας. Τό τελευταίο πάτημα τών Φοινικιστών ήταν άν τό αλφάβητο είναι Ελληνικό, τά ονόματα τών γραμμάτων θά έπρεπε νά ήσαν κλιτά. Όμως τά ονόματα τών στοιχείων «άκλιτα εισίν, οίον τό άλφα τού άλφα τώ άλφα, τό βήτα τού βήτα τώ βήτα κ.ο.κ. διότι εισίν αρχαί, αί δέ αρχαί καί ρίζαι τών πραγμάτων απλαί θέλουσι είναι καί αποίκιλοι, οίον ή λευκότητις απλή εστίν καί αποίκιλος…ίνα μή ευθεώς είς δυσχέρειαν αυτά περιβάλλωμεν καί συγχέωμεν αυτά είς ποικιλίαν περιβάλλοντες»(Comm.είς Διον.Θράκα Σχόλια Vaticana).

Οί Έλληνες έγραφαν τεκμηριωμένα από τήν 6ην χιλιετία. Στό Δισπηλιό τής Καστοριάς ό καθηγητής τού Αριστοτελείου πανεπιστημίου Κ.Γ Χουρμουζιάδης, βρήκε πινακίδα τού 5260 π.Χ, ή οποία χρονολογήθηκε μέ τίς πιό σύγχρονες μεθόδους καί βρίσκεται στό αρχαιολογικό μουσείο Αθηνών. Αυτή ή πινακίδα εχαρακτηρίσθη ή πρώτη επιγραφή σέ όλο τόν κόσμο. Τρία χρόνια αργότερα ό έφορος τών προιστορικών καί κλασσικών αρχαιοτήτων «Α.Σαμψων» στό σπήλαιο τού Κύκλωπα στά Γιούρα τών βορείων Σποράδων ανακάλυψε θραύσματα αγγείων μέ γράμματα ίδια μέ τού σημερινού αλφαβήτου. Τά αγγεία αυτά χρονολογήθηκαν στό 4500 π.Χ. Ό ίδιος αρχαιολόγος τό 1995 στήν Μήλο ανεκάλυψε πρωτοκυκλαδικά αγγεία τού μέσου τής 3ης χιλιετίας, πού είχαν χαραγμένα τά γράμματα Μ,Χ,Ν,Κ,Ξ,Π,Ο,Ε. Πρώτος ό Evans διατύπωσε τήν άποψι πώς ή γραφή καί τό αλφάβητο είναι καταγωγής Ελληνικής. Ό «Πόλ Φόρ» στό αμερικανικό περιοδικό «Αρχαιολογία» παραθέτει πινακίδες πού εβρέθησαν στό Κυκλώπειο τείχος τής Ιθάκης, Γραμμικής Α τού 2700πχ. Γιά παράδειγμα : Οί παλαιότερες Κινεζικές επιγραφές είναι τού 1450πχ, ενώ τά παλαιότερα Εβραϊκά γραπτά είναι τού 700πχ. Τά αρχαιότερα κείμενα τών Άγγλων ανάγονται στόν 8ον μχ αιώνα, τών Γερμανών τόν 4ον μχ αιώνα(τού επισκόπου Ουλφίλα), τών Γάλλων ανήκουν στόν 9ον μχ αιώνα (Les Serments de Strasbourg), τών Ιταλών τού 1150μχ (καντιλένα), τών Ισπανών τά παλαιότερα κείμενα ανάγονται στόν 10ον μχ αιώνα καί τών Πορτογάλων ανάγονται στόν 12ον αιώνα.
Η Γόρτυνα υπήρξε πόλη πολύ παλαιά πόλις τής Κρήτης. Το όνομά της το έχει πάρει από τον ήρωα Γόρτυνα, γιο του Ραδάμανθυ (παλαιότερα λεγόταν Ελλωτίς και Λάρισσα). Δεν υπάρχουν στοιχεία για το αν υπήρχε κατά τη Μινωϊκή εποχή. Πολλοί είναι πάντως εκείνοι που τη θεωρούν σαν έδρα των πολύ παλαιών κατοίκων της Κρήτης (Hdeck). Το βέβαιο είναι ότι υπήρχε και φαίνεται ότι άκμαζε κιόλας κατά τους ηρωϊκούς χρόνους. Ο Όμηρος (Ιλ. Β, 646 και Οδ. Γ, 204) την ονομάζει “τειχιόεσσαν” και την αναφέρει μεταξύ των πόλεων της Κρήτης που είχαν φτάσει σε ιδιαίτερη άνθηση. Την αναφέρει επίσης ο Πλάτων στους “Νόμους” του (IV, 708) σαν εύπορη και ευνομούμενη πόλη. Αλλά και αρκετοί άλλοι. Η ακμή της κράτησε, με ορισμένες διακυμάνσεις φυσικά, ως το 863 μ.α.χ.χ. που καταλήθφηκε και καταστράφηκε από του Σαρακηνούς.
Την εποχή της Ρωμαιοκρατίας η Γόρτυνα υπήρξε έδρα του Ρωμαίου διοικητή.
Ο χώρος όπου βρισκόταν η παλαιά πόλη της Γόρτυνας βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα στα σημερινά χωριά Άγιοι Δέκα και Μητρόπολη, δεξιά και αριστερά στον ποταμό Μητροπολιανό (τον παλαιό Ληθαίο) που προχωρεί και χύνεται στο Λιβυκό πέλαγος 90 στάδια, 16 δηλ. περίπου χιλιόμετρα νοτιότερα. 3. Στο χώρο αυτό μεταξύ των άλλων ευρημάτων βρέθηκε και η δωδεκάστηλη εκείνη “Μεγάλη επιγραφή” που αναφέραμε στην αρχή και που είναι περισσότερο γνωστή ως “Κώδιξ της Γόρτυνος”.
Η ανακάλυψη του βασικού τμήματός της οφείλεται στον ιταλό αρχαιολόγο Federico Halbherr που τη βρήκε με την καθοδήγηση (εξ αποστάσεως) ενός άλλου μεγάλου ιταλού αρχαιοδίφη, του Domenico Comparetti και τη σημαντική επί τόπου βοήθεια του γερμανού Ern. Fabricius. Η επιγραφή δεν βρέθηκε όλη μαζί. Ένα μικρό της κομμάτι που περιλάμβανε τους 15 πρώτους στίχους της 11ης στήλης το βρήκαν, στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, δύο Γάλλοι περιηγητές, ο Γ. Περρό και ο L. Thenon εντοιχισμένο σ’ ένα νερόμυλο του χωριού Άγιοι Δέκα. Το τμήμα αυτό της επιγραφής αποτέλεσε για τον επιστημονικό κόσμο της εποχής την πρώτη νύξη για την ύπαρξη της επιγραφής.
Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Γάλλος επίσης B. Haussoulier, βρήκε εντοιχισμένο σ’ ένα σπίτι του ίδιου και πάλι χωριού, νέο τμήμα της επιγραφής: εκείνο που περιλαμβάνει τους 15 πρώτους στίχους (αλλά μόνο τα αριστερά μισά μέρη τους της 7ης στήλης και μερικά γράμματα των στίχων 10 – 15 της 10ης στήλης). Η ουσιαστική όμως ανακαλύψη της επιγραφής οφείλεται στον F. Halbherr που αναφέραμε πιο πάνω. Αυτός ανέσκαψε συστηματικά την περιοχή και βρήκε, το 1884, τις τέσσερις πρώτες στήλες του Κώδικα της Γόρτυνος. Κατόπιν με τις οδηγίες του -γιατί ο ίδιος δεν μπόρεσε να συνεχίσει ως το τέλος τις ανασκαφές- ο Ern. Fabricius ανακάλυψε και τα υπόλοιπα τμήματα της σημαντικότητης αυτής επιγραφής που όταν ανακαλύφθηκε θεωρήθηκε σαν η μεγαλύτερη αρχαιολογική ανακάλυψη του περασμένου αιώνα. Η ερμηνεία της, έλεγαν τότε, πως θα απασχολούσε ψυχολόγους και νομικούς για μια ολόκληρη γενιά (Caillemer). Και αν όμως η σημασία της δεν είναι όμως τόση όση την φαντάστηκαν την εποχή της ανακάλυψης της, πάντως είναι πολύ μεγάλη: είναι η επιγραφή της Γόρτυνος μία από τις εκτενέστερες μέχρι σήμερα ανευρεθείσες ελληνικές επιγραφές, με κείμενο συνεχές και διατηρημένο σε άριστη κατάσταση. Αποτελείται από δώδεκα στήλες, κάθε μια από τις οποίες περιλαμβάνει 55 στίχους (πλην της δωδεκάτης που έχει μόνο 35). Αρχικά η επιγραφή στο σύνολό της θα περιλάμβανε γύρω στους 630 – 640 στίχους. Από τα κενά, που παρόλη την πληρότητά της παρουσίαζε όταν βρέθηκε, το ένα κατορθώθηκε να συμπληρωθεί χάρη στο τμήμα εκείνο που ο Thenon βρήκε και παρέδωσε το 1862 στο Λούβρο και τα άλλα χάρη στο τμήμα που ανακάλυψε, όπως πιο πάνω είπαμε, ο Haussoulier το 1879. Έτσι σήμερα φαίνεται ότι μόνο περίπου 30 στίχοι μας λείπουν: 15 από τη στήλη 10η και 15 από την 12η. Μη πλήρεις είναι επίσης και οι δέκα πρώτοι στίχοι της 9ης στήλης. Η επιγραφή είχε αρχικά τοποθετηθεί στο εσωτερικό του κυκλοτερούς τοίχου του δικαστηρίου της πόλης (Paoli). Αργότερα, επί Ρωμαϊκής εποχής, όταν οι νόμοι που περιέχονταν στην επιγραφή είχαν περιέλθει σε αχρηστία, οι λίθοι, πάνω στους οποίους ήταν χαραγμένο με κόκκινα γράμματα το κείμενο του Κώδικα, χρησιμοποιήθηκαν, με την ίδια όμως διάταξη που αρχικά είχαν, σαν οικοδομικό υλικό, για κάποιο άλλο οικοδόμημα, στα ερείπια του οποίου και τη βρίσκουμε σήμερα.
Οι στήλες της επιγραφής έχουν ύψος 1,75 του μέτρου και πλάτος 0,69 (μερικές 0,67). Τα γράμματά τους είναι σκαλισμένα ωραία, ευδιάκριτα, ισόμετρα Γι’ αυτό και η ανάγνωσή της θα ήταν εύκολη αν δεν υπήρχαν οι ιδιωματισμοί της Δωρικής διαλέκτου στην οποία είναι γραμμένες και οι καταστροφές που οπωσδήποτε παρουσιάζει σε ορισμένα μέρη.Το αλφάβητο που χρησιμοποιείται σε αυτή περιλαμβάνει 19 μόνο γράμματα. Λείπουν δηλ. Τα γράμματα Η, Ξ, Φ, Χ, Ψ και Ω που τα αντικαθιστούν τα Ε, ΚΣ, Π, ΠΣ και Ο. Περιλαμβάνει επίσης και το δίγαμμα: F.
Η ερμηνεία της προκάλεσε πολλές συζητήσεις, προτάθηκαν δε σχετικώς αρκετές αναγνώσεις. Επρόκειτο περί παλαιάς επιγραφής. Σ’ αυτό συνετέλεσε και το ότι οι λέξεις είχαν χαραχθεί βουστροφηδόν, δηλ. από δεξιά προς τα αριστερά και ύστερα από τα αριστερά προς τα δεξιά κ.ο.κ. (σημειωτέον ότι και οι κολόνες επίσης της επιγραφής διαβάζονται αρχίζοντας από τη δεξιά κολόνα και προχωρώντας προς τα αριστερά) καθώς και η αρχαϊκή μορφή (σχήμα) πολλών γραμμάτων. Έτσι στην αρχή ανήγαγαν την επιγραφή πρό 3000 ετών τουλάχιστον. O Comparetti όμως καί Caillemer έπεσαν νά τήν βγάλουν σχεδόν στόν αιώνα τού Περικλέους, γιά νά μήν χαλάσει ή μόδα πού θέλει τούς Έλληνες νά ξύπνησαν ένα πρωί κάπου στόν 5ον αιώνα πχ καί νά τά ανακάλυψαν όλα, χωρίς παρελθόν καί αιώνες δουλειάς. Οι δυσκολίες που παρουσιάζει η χρονολόγηση του Κώδικα της Γόρτυνος οφείλονται στο ότι συμπλέκονται σε αυτή στοιχεία και σχήματα από τη μια μεριά αρχαϊκά και από την άλλη δικαιϊκοί θεσμοί εξαιρετικά εξελιγμένοι (Caillemer). Επιχείρημα υπέρ εκείνων που δέχονται την αρχαιότητα του Κώδικα της Γόρτυνος θα μπορούσε να αποτελέσει και το γεγονός ότι δεν γίνεται πουθενά λόγος στην επιγραφή περί εγγράφων. Βέβαια όταν χαράχτηκε ο Κώδικας της Γόρτυνος, η γραφή είχε βρεθεί (αφού ο Κώδικας είναι γραμμένος).
Γιά νά φθάσουν οί Έλληνες στήν δημιουργία αλφαβήτου, χρειάστηκαν νά ξεκινήσουν από πρωτόγονες γραφές, μέχρι νά καταλήξουν στήν τελειότητα πού γνωρίζουμε σήμερα. Οί Μινωίτες αρχικώς χρησιμοποιούσαν ένα είδος γραφής ιερογλυφικής. Κατόπιν χρησιμοποίησαν τήν Γραμμική (Α) καί μέ τήν επικράτηση τών Αχαιών καθιερώθηκε ή Γραμμική (Β). Ή αποκρυπτογράφηση τής Γραμμικής Β έγινε από τόν Άγγλο ασυρματιστή Ventris, επιβεβαιώνοντας ότι στήν εποχή αυτή, μιλούσαν στήν Κνωσσό τήν ίδια γλώσσα μέ αυτή πού μιλούσαν οί Αχαιοί. Τά ιερογλυφικά άρχισαν νά δημιουργούνται στήν Κρήτη από τούς Έλληνες, διότι μόνον Ελληνόφωνοι εδημιούργησαν πολιτισμό στό νησί. Τά Ελληνικά ιερογλυφικά είναι αυτόνομη εφεύρεση καί έχουν εικονογραφικό καί φωνητικό χαρακτήρα. Κάθε Ελληνικό ιερογλυφικό παριστάνει ένα αντικείμενο μέ φωνητική αξία. Ή διαφορά τών Ελληνικών διαλέκτων δημιούργησε καί τήν διαφορά τών Γραμμικών Α καί Β, οί οποίες εμφανίζονται πρός τό παρόν νά αντιπροσωπεύουν τίς κυριότερες διαλέκτους στόν προιστορικό Ελληνικό χώρο. Δέν είναι παράξενο πού στήν Θεσσαλία έχουμε ιερογλυφικά ή απλά γραμμικά μέ άλλη φωνητική αξία, ή οποία αναφέρεται στήν ονομασία τού ιδίου αντικειμένου στό τοπικό γλωσσικό ιδίωμα. Τήν γραμμική τήν δημιούργησαν γιά νά έχουν τήν γραμμική παράσταση αντικειμένου καί όχι τήν εικόνα, διότι ή δεύτερη ήθελε γιά νά γραφή καλλιτεχνικό χέρι καί επομένος είναι χρονοβόρα. Ή στασιμότητα στήν έρευνα τών γραμμικών γραφών οφείλεται στό ότι κανένας εκούσια ή ακούσια δέν αντιλήφθη ότι οί φωνητικές αξίες ακολουθούν τά γλωσσικά ιδιώματα καί ότι κάθε μετάφραση λέξεων πρέπει νά ακολουθή πάλι τό τοπικό ιδίωμα, τό οποίο ομιλείται ακόμα καί σήμερα στό κάθε γεωγραφικό διαμέρισμα τού Ελληνικού κόσμου μέ τίς έννοιες πού είχε κάθε λέξη στήν Μινωϊκή καί Μυκηναϊκή εποχή. Μέ αφορμή τήν ανάγνωση καί μετάφραση τής ιερογλυφικής γραφής στόν θησαυρό τών Αηδονίων, τίς φωτογραφίες τών οποίων δημοσίευσε ή Κυριακάτικη 28/01/96 αντιληφθήκαμε τόν τρόπο μέ τόν οποίο γράφονται τά Ελληνικά ιερογλυφικά καί οί γραμμικές. Στήν παράσταση τής σφενδόλης στό ιερογλυφικό, είχαμε τήν λέξη sare ή λέξη προέρχεται από τήν σαρίρ.
Κατά τόν Ησύχιο λέξη Λακώνων καί σημαίνει κλάδος φοίνικος. Πράγματι στήν επιγραφή έχουμε γυναίκα νά κρατά κλαδί φοίνικα. Έχουμε λοιπόν χρήση τής πρώτης συλλαβής τής λέξεως μέ τήν οποία ονόμαζαν τόν φοίνικα καί μέ τήν εικόνα του νά περιστάνεται σ’αυτήν τήν περίπτωση μέ τό συλλαβόγραμμα sa. Γνωρίζοντας ότι όλες οί γραφές αποτυπώνουν τήν αρχαία Ελληνική στίς κατά τόπους διαλέκτους, αρχίζουμε νά εξετάζουμε τά ιερογλυφικά καί κατεπέκταση τά συλλαβογράμματα τής Α καί Β. Ή προσπάθεια αποτυπώσεως όσων ό Έλληνας έβλεπε μέ τό μάτι, μάς κάνει νά συμπεραίνουμε πώς τά ιερογλυφικά ήταν χιλιάδες. Σέ σχέση πάλι μέ τίς διαλέκτους τά συλλαβογράμματα αυξάνονται, καθότι μέ τήν ίδια εικόνα αποδίδονται πολλές φωνητικές αξίες.
Ένα συλλαβόγραμμα παριστάνεται μέ αρκετές εικόνες λόγω πληθώρας ονομάτων καί αντικειμένων πού αρχίζουν μέ τό ίδιο συλλαβόγραμμα. Έχοντας τήν πλουσιοτέρα σέ λέξεις γλώσσα, μπορούμε νά υπολογίσουμε πόσα θά ήταν τά ιερογλυφικά καί τά συλλαβογράμματα.

Παραδείγματα :

• ΜΟ (γραμ.Β) κεφάλι μόσχου = ΜΟ – σχος
• ΚΟ (γραμ.Β ) καρπός κολιάνδρου = ΚΟ – λίανδρος
• ΚΙ (γραμ. Β) σχέδιο κανάτας = Κύ – λΙξ
• ΝΙ ( γραμ. Β ) σχέδιο σύκου = ΝΙ – κύλεα (είδος σύκου στήν Κρήτη)
• Ι ( ιερογλ.) σχέδιον καρφιού = Η – λάρΙον
• ΚΥ (γραμ. Α,Β) σχέδιον πουλιού πετάμενου = ΚΥ – κνίας είναι είδος αετού
• Υ (γραμ. Α,Β ) σχέδιο πηδαλίου πλοίου = Υ – αξ (πηδάλιο)
• ΝΑΥ (ιερογλ.) σχέδιο πλοίου = ΝΑΥ – ς
• ΤΙ ( ιερογλ. καί γραμ. Α,Β) σχέδιο τρίποδα = ΤΙ – βην (τρίποδας)

Γραμμική γραφή.Κάθε γραφή της οποίας τα σημεία είναι γραμμικά σχήματα.
Το αρχαιότερο είδος γραφής, που βρίσκουμε σε ελληνική περιοχή, είναι το κρητικό. Στην Κρήτη ανακαλύφτηκαν τρία συστήματα γραφής, η ιερογλυφική, η γραμμική Α και η γραμμική Β. Τα συστήματα αυτά γραφής χρησιμοποιήθηκαν στην Κρήτη καί σέ όλη τήν Ελλάδα, καί οδήγησαν στό αλφάβητο.
Ο Άγγλος αρχαιολόγος Άρθουρ Έβανς (1851-1941) έστρεψε την προσοχή του στη Μεγαλόνησο και το 1900 άρχισε ανασκαφές στο λόφο «Κεφάλα» της Κνωσού. Από τις ανασκαφές αυτές ήρθε στο φως ένας μεγάλος αριθμός πήλινων πινακίδων με σύμβολα γραμμικής γραφής. Στη γραμμική μινωική αυτή γραφή ο Έβανς διέκρινε δύο φάσεις: τη γραμμική Α, που προηγείται χρονικά, και τη γραμμική Β. Η πρώτη φάση της γραμμικής μινωικής γραφής τοποθετείται χρονικά μεταξύ του 1750 και του 1450 π.Χ., περίπου, ενώ η δεύτερη φάση παρουσιάζεται στην Κρήτη γύρω στα 1400 π.Χ. Αξίζει να σημειωθεί ότι πινακίδες με τη γραμμική γραφή Α βρέθηκαν σ’ ολόκληρη την Κρήτη, ενώ πινακίδες με τη γραμμική γραφή Β προέρχονται μόνο από την Κνωσό.
Η μεγάλη συλλογή κειμένων σε γραμμική γραφή Α αποτελείται από 150 περίπου πήλινες πινακίδες, που βρέθηκαν στη νότια Κρήτη, στη σημερινή Αγία Τριάδα. Οι πινακίδες αυτές, πολλές από τις οποίες είναι κομματιασμένες, φαίνεται ότι είναι κυρίως κατάλογοι γεωργικών προϊόντων. Άλλες πινακίδες σε γραμμική γραφή Α βρέθηκαν στη Φαιστό, στην Κνωσό, στο Παλαιόκαστρο, στις Αρχάνες και σ’ άλλες τοποθεσίες της Κρήτης.
Τα σύμβολα της γραμμικής γραφής Α μπορεί να διαιρεθούν σε τέσσερις κατηγορίες:
α) Αριθμητικά και μετρικά.
β) Φωνητικά.
γ) Σύνθετα.
δ) Ιδεογράμματα.
Η διαφορά και η διάκριση των φωνητικών συμβόλων και των ιδεογραμμάτων δεν είναι πάντοτε σαφής.
Για τη γραμμική γραφή Β ο Έβανς είχε εκφέρει τη γνώμη ότι ήταν σε χρήση μόνο στην Κνωσό και ότι εξαφανίστηκε μετά την καταστροφή του ανακτόρου της κατά τις αρχές του 14ου αιώνα π.Χ. Ο Έβανς έκανε την υπόθεση ότι η γραμμική γραφή Β είναι ένα είδος «βασιλικής ορθογραφίας», που αναπτύχθηκε από τους γραφείς του ανακτόρου και χρησιμοποιήθηκε μόνο στην Κνωσό. Η θεωρία όμως αυτή αμφισβητείται, καθώς βρέθηκαν πινακίδες σε γραμμική γραφή Β και στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Η σχέση του συστήματος της γραμμικής Α και της γραμμικής Β δεν είναι δυνατό να καθοριστεί με ακρίβεια, όπως δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί επακριβώς και ο χρόνος που άρχισαν και σταμάτησαν τα δύο συστήματα γραφής στην Κρήτη. Πιθανόν και τα δύο αυτά συστήματα γραφής να χρησιμοποιούνταν παράλληλα για κάποιο χρονικό διάστημα. Στην ηπειρωτική Ελλάδα, και συγκεκριμένα στη Θήβα, Μυκήνες, Ορχομενό, Τίρυνθα, Ελευσίνα και άλλες περιοχές, βρέθηκαν σύμβολα πάνω σε πιθάρια, όμοια με τα σύμβολα της γραμμικής γραφής Β. Πήλινες όμως πινακίδες σε γραμμική γραφή Β βρέθηκαν στο μυκηναϊκό ανάκτορο κοντά στην Πύλο κατά τις συστηματικές ανασκαφές που έγιναν από τον Carl Blegen το 1939. Τις πινακίδες αυτές της Πύλου εξέτασε και δημοσίευσε το 1955 ο Emmet Bennet. Όπως είναι ευνόητο, η ανακάλυψη των ενεπίγραφων πινακίδων, τόσο στην Κρήτη, όσο και στην ηπειρωτική Ελλάδα, προκάλεσε τεράστιο ενδιαφέρον. Πολλοί επιστήμονες προσπάθησαν να αποκρυπτογραφήσουν τα κείμενα των πινακίδων αυτών, χωρίς ικανοποιητικά και θετικά αποτελέσματα. Αυτός όμως στον οποίο ανήκει η δόξα της αποκρυπτογράφησης των πινακίδων σε γραμμική γραφή Β είναι ο Άγγλος αρχιτέκτονας Μ. Βέντρις. Στο Βέντρις είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση οι εργασίες του Έβανς και εργάστηκε επίμονα και με μεγάλο ζήλο, για να αποκρυπτογραφήσει τη γραμμική Β. Η μεγάλη του προσπάθεια αμείφτηκε. Το 1952 δημοσίευσε τα συμπεράσματά του, με τα οποία αποδείχνει ότι η γραμμική γραφή Β είναι ελληνική γραφή. Η γραφή αυτή ονομάζεται πλέον «μυκηναϊκή». Οι πινακίδες όμως που διαβάστηκαν δε μας δίνουν ένα ιστορικό κείμενο, αλλά είναι όλες κατάλογοι των αντικειμένων και των περιουσιακών στοιχείων που είχαν οι άρχοντες και οι μεγαλέμποροι της εποχής εκείνης. Συνεπώς οι πινακίδες δε μας δίνουν πραγματικές ιστορικές πληροφορίες.
Τα σημεία της γραμμικής γραφής Β, που παρουσιάζει μεγάλη συγγένεια με την κυπριακή, μπορεί τώρα να διαιρεθούν σε δύο βασικά είδη:
α) ιδεογράμματα
β) συλλαβογράμματα.

Η γραμμική γραφή Β είναι βασικά συλλαβική γραφή. Διάφοροι επιστήμονες έχουν εκφράσει ορισμένες αμφιβολίες για τις φωνητικές αξίες, που απέδιδε ο Βέντρις στα γραφικά σύμβολα και για τους κανόνες ανάγνωσης των κειμένων που πρότεινε. Γενικά όμως σήμερα δεχόμαστε την αποκρυπτογράφηση του Βέντρις.
Είναι γνωστό ότι η γλώσσα δεν είναι μόνο αξία αυτή καθαυτή αλλά και φορέας αξιών. Η αποκρυπτογράφηση της γραμμικής γραφής Β από το Βέντρις έριξε φως στην ιστορία του αρχαιότατου ελληνικού πολιτισμού, που υπήρχε στην ηπειρωτική Ελλάδα και στην Κρήτη πολλούς αιώνες πριν από την ομηρική εποχή. Παρά το ότι οι πινακίδες σε γραμμική γραφή δεν περιέχουν πραγματικές ιστορικές πληροφορίες, βεβαιώνουν ότι η γλώσσα αυτή είναι η ελληνική και διαφωτίζουν πολλά σημεία του ιδιωτικού και κοινωνικού βίου των Ελλήνων κατά τη δεύτερη χιλιετία π.Χ.
Τό σημερινό αλφάβητο είναι τό επικρατήσας Ιωνικόν-Αττικόν. Κάθε Ελληνική πόλις-κράτος διέθετε ιδικόν της αλφάβητον. Οί πολύ μικρές παραλαγές τού κάθε αλφαβήτου τό έκαναν νά διαφέρει κάπως από τά υπόλοιπα. Τό Ιωνικόν είχε αρχικώς 27 γράμματα, τό Κορινθιακόν διέθετε 24 γράμματα, τό Κρητικόν 21, τής Μιλήτου 24, τό Χαλκιδικόν 25. Αυτό ακριβώς έλαβαν οί Λατίνοι καί πού τώρα τό χρησιμοποιεί όλος ό κόσμος. Από Ελληνικό αλφάβητο κατάγονται επίσης τό Ετρουσκικόν, τό Κυριλλικόν, τό αρχαίο Φρυγικόν, τής Λυκίας, τό Λυδικόν, τό Αρμενικόν, τό Κοπτικόν, τό Γοτθικόν, τό Ρουμανικόν(παρόμοιο τού Λατινικού).

Τό κάθε γράμμα τού Ελληνικού αλφαβήτου περιέχει μία σταθερή κωδική σημασία τήν οποία εισάγει κυριολεκτικώς ή μεταφορικώς ώς επιμέρους έννοια κάθε λέξεως στήν οποία ανήκει. Σοβαρή γλωσσολογική καί ετυμολογική προσέγγιση έχουν κάνει οι Δωρικός καί Χατζηγιάννης. Περιληπτικώς μαθαίνουμε ότι :

Τό γράμμα Α(άλφα) ώς αρχή, ανάπτυξη καί δημιουργία (αλδαίνειν, κάνω κάτι νά αυξηθή. Ή έννοια τής αύξησης αναδεικνύεται στά παράγωγα τής ρίζας αλ.). Τό σχήμα τού γράμματος εικονίζει κλίμακα ανόδου, έναρξη, αρχή ανάπτυξης (τό δωρικό άν γίνεται τό αγγλικό on). Τό στοιχείον παρά τό άλφω, τό ευρίσκω.ευρέθη πρώτον γάρ τών άλλων στοιχείων : αλφάνω = ευρίσκω, κτώμαι καί αλφή = κτήσις. Τά στοιχεία τούς σύμπαντος: αήρ, αέλιος, αιθήρ, άρουρα, αία, άλς, αρχή καί άνθρωπος. Από τήν λέξη τού Ομήρου άλφεσίβοιαι, οί Σημίται επήραν τό αλφή, άλεφ = βούς τό οποίο μάλιστα είχε φωνητική αξία σίγμα.

Τό γράμμα Β(βήτα) ανάγεται στό ρήμα βώ, βοώ, βοή ό ήχος τού δυνατού ανέμου (Βάγχος υπό τήν έννοια τής μανίας μέ φωνές καί κινήσεις). Τό βήτα μπορεί νά εξηγηθή ώς τό επιβαίνον- τό αναβαίνον- τό βαίνον επί (μετά) από τό πρώτο γράμμα. Τό σχήμα δέ τού γράμματός παριστά διαδοχικούς βουνούς μέ προεξοχές καί βυθίσεις. Θυμίζει ιστόν μέ αναπεπταμένα ιστία(φουσκωμένα πανιά).

Τό γράμμα Γ (γάμμα) έχει σχέση μέ τήν γή (ό ήχος τών εργαλείων χτυπώντας τήν γή). Από τήν ετυμολογική υπεροικογένεια γα-γεννώ-Γαία- γάμος- γενεά, ή σαρκική καί νοητική γέννηση, ανάπτυξη ή ανατροφή ή καλλιέργεια ή κατεργασία τής γής ή φυσικών αντικειμένων. Ή γωνία είναι ακριβώς δύο συνατώμεναι ευθείαι, γόνυ-(α)γκών καί (ερ)γαλείον τό οποίο συρόμενον επί τής γής προκαλεί τόν ήχον Γ..γ..

Τό γράμμα Δ(δέλτα) μέ σχήμα τίς εκβολές τών ποταμών καί τής μετόπης τών ναών. Έχει σχέση μέ τήν έννοια τού τεχνήματος, τής μορφοποιήσεως, τής απεικονίσεως τού θαυμαστού, τού πνευματικού, τού νοητού, τής κατανίκησης τών δυσκολιών (διδασκαλία-δημιουργώ-δάω = μαθαίνω).
Τό γράμμα Δ(Δέλτα) έρχεται από τήν γραμμική Β απ’ευθείας, όπως καί άλλα. Ό παραγόμενος ήχος πιθανον νά προέρχεται καί από τόν δούπον, τόν ήχον δηλαδή έκ τού δελτοειδούς πελέκεως. Ό Πλάτων στόν Κρατύλον ομιλεί διά τήν δύναμιν «τής τού δέλτα συμπιέσεως).

Τό γράμμα Ε(έψιλον) παρουσιάζεται στίς προθέσεις έν, έκ, έξ, ές καί επομενός δηλώνει τό μέσον, τό πέριξ τινός ή τήν επέκταση, απόσταση από κάποιο σημείο εκκινήσεως ή αναφοράς (ειμί = είμαι, υπάρχω σέ ορισμένη θέση καί τί είμι = έρχομαι πηγαίνω). Τό ανοικτό τού σχήματος τού Ε ζωγραφίζει τίς έννοιες πού εκπροσωπεί.

Τό γράμμα Ζ(ζήτα) δηλώνει τήν έννοια τού βράζω, κοχλάζω, θερμαίνω ζάω/ζέω. Ή έννοια τού αναβρασμού καί τής άτακτης περιστροφικής κινήσεως στήν ζάλην καί στό ζωρός ό φλογερός, δυνατός. Τέλος στό Ομηρικό ζώω, φανερώνει ενέργεια δράση καί ορμή. Τό γράμμα Ζ αναλύεται σέ Σ καί Δ, όθεν σ-υριγμός καί δ-ούπος. Διά τού σχήματός του συμβολίζει τήν γεφύρωσι δύο άκρων, ζεύγνυμι.

Τό γράμμα Η (ήτα) προκύπτει από συναίρεση ή αντέκταση. Τό (η) στίς διαλέκτους τής αρχαιοελληνικής αντιστοιχεί στό δωρικό (α), τό μηκυναϊκό (εjε), τό αττικό (ει). Ή αντιστοίχιση τού δωρικού καί ιωνικού (α,η) δίδει τό εμφατικό καί ερωτηματικό (ή). Τό ήτα έκ τού Η καί ΤΑ, μακροφωνία τού άλφα. Τό σχήμα του είναι μεταλλαγή τού σχήματος Α καί αρχικώς καθώριζε τήν δασείαν πνοήν.

Τό γράμμα Θ (θήτα) εκπροσωπεί τήν θέσιν, τόν ρόλο, τήν τοποθέτηση εντός μίας περιοχής. Εκπροσωπεί καί τήν αίθουσα, τήν εστία, τήν οικία, τήν θαλπωρή (θρόνος, θρανίο, θώραξ, θέω = τρέχω στήν έννοια τής θέσεως είναι καί ή προσέγγιση.

Τό γράμμα Ι (γιώτα) δείχνει τήν κατεύθυνση τού ορθού, τής ευθείας, τής κατευθύνσεως, τής πορείας πρός τό σημείο ή τόν στόχο (ιάλλω = πέμπω, ρίχνω καί ίεμαι = σπεύδω καί ιθύς = ευθύς). Ιώτα τό στοιχείον, παρά τόν ιόν τών ιοβόλων ζώων. Ώς πώς γάρ ό ιός είς ορθόν βαδίζει ώ καί πέπρωται, ούτω καί ή τούτου γραφή ορθή ούσα, ιώτα καλείν ηνίξατο ή από τών ιών τών βελών.

Τό γράμμα Κ (κάππα) δηλώνει τό περιεχόμενο,τό περιλαμβανόμενο (κάπτειν = αρπάζω, κάρα = περίβλημα, κιβώτιον ). Ή ετυμολογική υπερκατηγορία κα- καί οί ετυμολογικές τής οικογένειας, ώς τό ρήμα κάπτω, καλύπτουν τό περιεχόμενο τού γράμματος κ , γιά τήν ονομασία τού οποίου προτείνεται τό καπ-fa ή κάππη (αφομοίωση χειλικών π,f). Τό σχήμα τού γράμματος εικονίζει παλάμη τεταμένη πού κλείνει τρεπόμενη σέ λαβή. Τό Κ γεμάτο κάμψεις καί γωνίες, αποτυπώνει τήν έννοια τού κόπτω καί κάμψεως, πιθανόν ηχοποίητον.

Τό γράμμα Λ (λάμδα) εκπροσωπεί σημασιολογικώς τήν ετυμολογική υπερκατηγορία λάβ- πού καλύπτει τήν λείανση ή απόξεση ώς απόληξη υλικού καί τό αποτέλεσμα ή προιόν τής λειάνσεως, τήν στίλβωση ή λάμψη οπότε καθίστανται συγγενείς οί λέξεις : λά = λίθος, λάχος = μερίδιο, λάζομαι = αρπάζω κτλ. Τό σχήμα τού γράμματος είναι τό σχήμα λειαντικού αιχμηρού εργαλείου. Καί στό Λ ό Πλάτων λέγει: η γλώττα ολισθαίνει έν τώ λάμδα, ωνόμασε τά τέ λεία καί αυτό τό ολισθάνειν καί τό λιπαρόν καί τό κολλώδες..Ως πρός τό σχήμα του ενθυμίζει λαβίδα, λαμβάνω, λεία, λαύω.
Κατά Ηρόδοτο Θ 117 απεικονίζει τόν φωτισμόν πρός πάσαν κατεύθυνσιν

Τό γράμμα Μ (μί/μύ) περιλαμβάνει τήν υπερκατηγορία (μά- εκ-μαίευση )πού έχει τίς σημασίες γεννέσεως, μητρότητος, τήν χρήση τεχνασμάτων ή μηχανευμάτων (στήν μάχη). Ή μαιευτική μέθοδος χρησιμοποιείται στή απόσπαση αλήθειας καί εκμαθήσεως. Ή ονομασία τού Μ(μύ/μί) αναφέρεται στήν εκφώνησή του μέ μυγμό (μέ ήχο μύ) μέ τήν συμπίεση τών χειλεών. Τό σχήμα τού γράμματος είναι ώς τών μαστών τής γυναίκας καί προφέρεται διά κλειστών χειλέων. Έχει παρομοιασθή καί μέ δύο κλειστά χείλη: τό Μυ τό στοιχείον, ότι μυγμός τινα έχει ή τούτου εκφώνησις, μυγμός δέ έστιν ό τού μύ ήχος διά τού μυκτήρος εξερχόμενος.

Τό γράμμα Ν(νύ/νί) παίρνει τήν ονομασία από τόν νυγμό πού έχει ή εκφώνηση, αλλά καί ή παράστασή του ώς κωνικό μυτερό άκρο, αιχμή πού κεντά, τρυπά. Τό (ν) είναι ό χαρακτηριστικός φθόγγος τών λέξεων γνάθος-κάναδος-σιαγών, πού έχουν σχέση μέ μυτερούς όδοντες μέ τό κακαμμένο γωνιώδες σφηνοειδές κωνικό σχήμα τού γράμματος Ν. Έχει έννοια συνεχούς κάμψεως ώς φθάνει σέ γεωμετρικό όριο τήν καμπύλη, τήν δημιουργία περικαλύμματος, περιτυλίγματος ή περιστροφής τού περιβλήματος γύρω από τό σημείο αναφοράς. ( ή κάλυψη αυτή δίδει τήν κατασκευή καλιάς-καλύβης, οικίας, κναfος-ναός ). Ή νύξις οδηγεί στήν εκροή, οπότε έχουμε τά ομόρριζα νερό. Τό νύ είναι σχετικό μέ τήν αναπνοή, ανάσα, ρίνες. Ό Πλάτων λέγει: Τού δ’αύ νύ τό είσω αισθόμενος τής φωνής, τό ένδον καί τό εντός ωνόμασεν.

Τό γράμμα Ξ (ξί-ξύ) ετυμολογείται έκ τού ξύω, στιλβώνω, τρίβω. Παράγωγα ξαίνω, ξύνω, ξύλω (τό εξεσμένον). Ή έννοια τού ξηρός, στεγνός δίδει τήν σημασία τού διαυγούς, οπότε έχουμε τόν Ξανθό. Τό σχήμα τού γράμματος είναι τής επαλληλίας ξέστρων ή κτενών. Τό στοιχείο παρά τό ξέεσθαι έν τώ γράφεσθαι τών άλλων πλέον. Αρχικώς εγράφετο ώς ΚΣ, ΓΣ, ΧΣ.

Τό γράμμα Ο(όμικρον) σημασιολογείται από τό σχήμα. Παραδείγματα πού δείχνουν τήν σημασία τού όμικρον ώς κλειστού περιφραγμένου στεγασμένου κυκλικού χώρου, αλλά καί κατά τήν έννοια τού ολοκληρωμένου, τού περατωθέντος, τού έτοιμου (νόμος, δόμος = οίκος, βόθρος, δόλος υπό τήν έννοια τής φάκας, λοβός, οχετός δηλαδή σωλήνας κτλ.). Τό σχήμα του είναι κύκλος παρόμοιος πρός τό στρογγύλεμα τών χειλών όταν ό φθόγγος εκβάλλεται.

Τό γράμμα Π (πύ/πί) ονομάζεται από τήν λέξη πύ-λη. Έχει τήν έννοια τής προσβάσεως, προσπελάσεως. Τό πί προφέρεται κατόπιν πιέσεως τών χειλέων. Πρόμοιον καί τό σχήμα αυτού, δύο στήλοι επί τών οποίων τοποθετείται πλάξ ώς σύμβολον πιέσως.

Τό γράμμα Ρ (ρό/ρώ) ονομάζεται από τό ρήμα ρέω-ρώ, δωρικόν ρόα πού καί στόν Όμηρο απαντάται μέ τό ρ καί όχι μέ σρ πού πάντοτε οδηγεί σέ δωρική αφομοίωση σρ = ρρ. Τό σχήμα τού γράμματος παρουσιάζει ροή από κεφαλή ή κρίνη. Ό φθόγγος τού Ρ μιμείται κυρίως ήχον ρέοντος υγρού. Τό στοιχείον παρά τό ρέω, υγρόν γάρ εστί καί ευμάλακτον καί ώσει έλαιον ρεί.

Τό γράμμα Σ (σίγμα) συγκροτείται από δύο αιχμές, αναφέρεται στό σίγυνο = ακόντιο, δόρυ. Ή ρίψη βολής παράγει στόν αέρα χαρακτηριστικό συριστικό ήχο, οπότε καί ή ρίζα συριγμός, σύριξ (μουσικός αυλός)σίδηρος καθ’ότι τά δόρατα ή ακροδοράτια ήταν σιδηρά. Τό σχήμα προέρχεται από τήν συστοιχία δύο αιχμών δοράτων V+V.

Τό γράμμα Τ (τάφ) αντιστοιχεί σέ συμβολισμό ορθίου άνδρα ώς πρός τό ύψος καί τόν κορμό (Ταύς = Μέγας, Τευταμίδης ισχυρός). Ό Πλάτων τό χαρακτηρίζει ώς χρήσιμον φαίνεται τής στάσεως. Ό φθόγγος ταύ μιμείται τόν κρότον εργαλείου, ενώ τό σχήμα του θυμίζει εκτός άλλων καί σφυρίον.

Τό γράμμα Υ (ύψιλον) παριστά υποδοχείς γιά υγρά ή κοιλότητες καί κυρτότητες. Ενδεικτικά κύπελο, λύχνος, αμφορεύς, έγκυος, κύμα, κρύπτη κτλ. Τό Μυκηναϊκόν ιδεόγραμμα είναι ίδιο μέ τό Υ καί εσήμαινε υγρόν. Καί τό ύδωρ όμως επίσης μέ Υ. Είναι φανερό ότι εκφράζει κοίλο ή κυρτό.

Τό γράμμα Φ (φί/φύ) ώς έκ τού σχήματος τού Φιμού (σφιγμού) χαλινάρι, φίμωτρο. Ό Φιμός αποτελεί θήκη ώς καί ή φαρέτρα ή βελοθήκη, τό περίβλημα ώς τό Φάρος = ένδυμα, φασκώλιον, φιάλη τό πλεκτό αγγείο. Τό Φ μιμείται κάθε φύσημα καί τό σύμβολό του είναι δύο χείλη πού φυσάνε ή δύο φουσκωμένα μάγουλα(φ-υσάω, φ-ώς, φ-ύσις, φ-λόξ κτλ).

Τό γράμμα Χ (χί/χύ) από τήν λέξη χιτών, έκ τού ότι τό εφόρουν διπλούμενον χιαστί, ώς καί τό πέπλο. Αί αποδιδόμεναι διά τού Χ έννοιαι είναι κυρίως υγρού ή στερεού πού χύνονται, σχετικόν μέ τό σχήμα τής Κλεψύδρας ή οποία μετρά τήν ροήν τής άμμου πού χύνεται. Επίσης είναι ό χ-ρόνος πού μετρά ή κλεψύδρα, χ-ωρίζει τό παρελθόν από τό μέλλον μέ τούς δύο χώρους όπου είναι ή άμμος. Ή άμμος πρίν, αυτή πού πέρασε καί ή άμμος αυτή πού έρχεται (τό παρόν στήν ουσία δέν υφίσταται).

Τό γράμμα Ψ (ψί/ψύ) εκπροσωπεί τόν οπλισμόν τών ψιλών καί γυμνών ή ελαφρών οπλισμένων πολεμιστών. Οί ψιλοί μάχονταν μέ τόξα γιαυτό τό ψ απεικονίζει τό οπλικό αυτό σύστημα (ή βάση πρός τά αριστερά). Τό Ψ είναι μεταγενέστερο καί επινοήθη διά νά εκφράση τά ΠΣ, ΒΣ, ΦΣ. Άπαντα μέ χαρακτηριστικούς ήχους : «συριγμόν έχει αυτού ή εκφώνησις καί ότι ό συριγμός ού έστι τί ή μόνον Ψι, άλλοι δέ, ότι ενός ψαύει χρόνου, διπλούν όν

». Τό γράμμα Ω (ωμέγα) ώς επανάληψη τού όμικρον, δεικνύει τήν σημασία τού τελευταίου μέ έμφαση στόν υπερθετικό βαθμό. Ό ω-κεανός = ό κείμενος πέριξ, ολόγυρα τής ξηράς. Τό σχήμα τού γράμματος είναι ευρέως ανοικτού όμικρον μέ κλειστό στόμιο, περιβάλλον πλήρως καί οριοθετών τό περίβλημα (Ω). Καί τό Ωμέγα ανήκει στά μεταγενέστερα καί εδημιουργήθη από τόν Σιμωνίδη ό οποίος ένωσε τά δύο όμικρον καί εδημιούργησε τό ω. Τά υπόλοιπα τρία γράμματα τού αλφαβήτου, τό δίγαμμα, τό κόππα καί τό σαμπί, αφηρέθησαν τό 403πΧ επί άρχοντος Ευκλείδου.

ΑΛΦΑ-ΒΗΤΑ-ΓΑΜΑ-ΔΕΛΤΑ-ΕΨΙΛΟΝ-ΣΤΙΓΜΑ-ΖΗΤΑ-ΗΤΑ-ΘΗΤΑ-ΙΩΤΑ-ΚΑΠΠΑ-ΛΑΜΔΑ-ΜΙ-ΝΙ-ΞΙ-ΟΜΙΚΡΟΝ-ΠΙ-ΡΟ-ΣΙΓΜΑ-ΤΑΥ-ΥΨΙΛΟΝ-ΦΙ-ΧΙ- ΨΙ-ΩΜΕΓΑ.

ΑΛ ΦΑ, ΒΗ ΤΑ ΓΑ, (Α)ΜΑ ΔΕ (Ε)Λ ΤΑ ΕΨ ΙΛΩΝ, ΣΤ(Η) ΙΓΜΑ, ΖΗ ΤΑ, Η ΤΑ, ΘΗ ΤΑ ΙΩΤΑ ΚΑ ΠΑΛΑΜ, ΔΑ, ΜΗ ΝΥΞ Η, Ο ΜΙΚΡΟΝ, ΠΥΡΟΣ ΙΓΜΑ ΤΑΦΥ(Ε)Ψ ΙΛΩΝ, ΦΥ ΨΥΧΗ Ο ΜΕΓΑ.

Αλ = Ο νοητός ήλιος
Φα-ος = Το φως
Βη = προστακτική του ρήματος βαίνω
(βαδίζω, έρχομαι)
Τα = Δοτική άρθρου δωρικού τύπου τη,
εις την
Γα = Γη (δωρικός τύπος)
Αμα = (επιρρ.) συγχρόνως
Έλ = ο ορατός Ήλιος, ο Ερχόμενος
Έψ = ρήμα έψομαι, εψ-ημένος, ψημένος
Ιλών = Ιλύς (ουσιαστικό), λάσπη, πηλός
Στη = προστακτική ρήματος ίστημι
Ίγμα = καταστάλαγμα, απόσταγμα
Ζή = προστακτική ρήματος ζω
Η = υποτακτική ρήματος ειμί, είμαι
Θη = προστακτική ρήματος θέτω
Ιώτα = τα ίωγα, τα Εγώ
Παλάν = Ρήμα πάλλω (δονούμαι, περιστρέφομαι)
επίθετο παλλάς- πάλλουσι,περιστρεφόμενη (πρβλ: Παλλας Αθηνά)
Δά = άλλος τύπος της Γα, Γης (πρβλ:
Δαμήτηρ, Δημήτηρ, Δήμητρα=Μητέρα γη)
Νύξ = νύκτα
Ο = το οποί ο, που
Φυ(οι) = ευκτική ρήματος φύω (φυτρώνω,
αναπτύσσομαι)

ΑΛ, ΕΣΥ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΤΟ ΦΩΣ, ΕΛΑ ΣΤΗ ΓΗ! ΚΑΙ ΕΣΥ ΕΛ ΡΙΞΕ ΤΙΣ ΑΚΤΙΝΕΣ ΣΟΥΣΤΗΝ ΙΛΥ ΠΟΥ ΨΗΝΕΤΑΙ.ΑΣ ΓΙΝΕΙ ΕΝΑ ΚΑΤΑΣΤΑΛΑΓΜΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΣΟΥΝ ΤΑ ΕΓΩ ΝΑ ΖΗΣΟΥΝ, ΝΑ ΥΠΑΡΞΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΣΤΑΘΟΥΝ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΓΗ. ΑΣ ΜΗΝ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ Η ΝΥΚΤΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟΝ ΚΑΙ ΚΙΝΔΥΝΕΨΕΙ ΝΑ ΤΑΦΗ ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΑΛΑΓΜΑ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΒΡΑΖΟΥΣΑ ΙΛΥ, ΚΑΙ ΑΣ ΑΝΑΠΤΥΧΘΕΙ Η ΨΥΧΗ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΕΓΙΣΤΟ, ΤΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟ ΟΛΩΝ!

Ή ανάλυση τών σχημάτων καί τής μορφής τών γραμμάτων τού Ελληνικού αλφαβήτου πού μέ παραστατικότητα καί εικονιστική ακρίβεια περιγράφουν ώς προφορά καί συμβολισμοί τήν Ελληνική ρίζα καί τίς λέξεις ή αντικείμενα ή έννοιες πού εκπροσωπούν, οδηγεί στήν συσχέτιση τών συμβόλων μέ τά Ελληνικά γλωσσικά στοιχεία. Τό γεγονός αυτό εντάσσει αφ’εαυτό τά γράμματα τής Ελληνικής στό γλωσσικό σύστημα τής Ελληνικής καί αποδεικνύει ότι τά γράμματα μόνον τήν Ελληνική γλώσσα καί τίς σημασίες της εκφράζουν. Ή μεγαλοφυής αυτή ανακάλυψη τήν οποία δυστυχώς ή επιστήμη αγνοή, μολονότι αποτελεί συνέχεια καί ολοκλήρωση τής λησμονημένης Πλατωνικής προσεγγίσεως τού προβλήματος τής γλώσσης (Κρατύλος). Διαλύει οριστικά τήν θεωρία ότι ή Ελληνική γλώσσα προήλθε από άλλη, δεδομένου ότι αποδεικνύεται ώς ή μόνη μή συμβατική γλώσσα, ή μόνη δηλαδή πού παρουσιάζει αιτιώδη σχέση μεταξύ τού σημαίνοντος και τού σημαινομένου.
Στήν «φοινικική» τό Ελληνικό Α σημαίνει βόδι καί λεγόταν άλεφ μέ φωνητική αξία σίγμα. Τό Β σημαίνει καλύβα καί λεγόταν μπέθ, τό Γ σημαίνει καμήλα καί λεγόταν γκιμέλ. Καμία σχέση λοιπόν μέ ήχο, εικόνα καί σχήμα μεταξύ τού συμαίνοντος καί συμαινομένου.

Ό Δαμιανός Στρουμπούλης, στήν μελέτη τού ( Γέννηση καί ερμηνεία τής Ελληνικής Γραφής, Αθήναι 1987) γράφει χαρακτηριστικά : «από παιδιά διδασκόμαστε ότι οί Έλληνες δανείστηκαν τήν γραφή από τούς Φοίνικες. Πώς όμως οί Έλληνες ένας λαός τόσο εκφραστικός, πρωτότυπος, εικονολάτρης, πολυμήχανος, είναι δυνατός νά αποτύπωσε τόν προφορικό του λόγο μέ δανεικά σχήματα, ξένα πρός τόν δικό του ψυχικό κόσμο, τίς δικές του εκδηλώσεις καί φυσικά εντελώς μηχανικά». Ελληνικές διάλεκτοι :
α) την ιωνική – αττική
β) την αρκαδοκυπριακή
γ) την αιολική
δ) τη δωρική
Η ιωνική – αττική διάλεκτος χωρίστηκε αργότερα στην καθαρά ιωνική και στην καθαρά αττική διάλεκτο.Της τελευταίας αυτής εξέλιξη είναι η «κοινή», που μιλήθηκε σε όλο τον ελληνιστικό κόσμο.
Νεοελληνικές :
α) η ποντιακή
β) η καππαδοκική
γ) η τσακώνικη
δ) η κατωιταλική.

Εκτός από τις διαλέκτους αυτές, ολόκληρη η Ελλάδα περιλαμβάνει πάμπολλες τοπικές παραλλαγές της κοινής νεοελληνικής γλώσσας, τα ιδιώματα ή γλωσσήματα. Αυτά δεν έχουν τόσο μεγάλες διαφορές μεταξύ τους, ώστε να γίνεται πολύ δύσκολη η συνεννόηση, όπως συμβαίνει με τις διαλέκτους. Τα ιδιώματα αυτά χωρίζονται σε βόρεια και νότια, με μια νοητή διαχωριστική γραμμή που συμπίπτει με τον 38ο παράλληλο και περνάει από τον Κορινθιακό κόλπο, από τα σύνορα Αττικής και Βοιωτίας, από τη μέση της Εύβοιας, συνεχίζεται στο Αιγαίο και καταλήγει στα βόρεια της Σμύρνης στη Μ. Ασία, σύμφωνα με το χωρισμό του γλωσσολόγου Γ. Χατζηδάκη.Τα βόρεια διαφέρουν από τα νότια ιδιώματα σε μερικά χαρακτηριστικά φωνητικά γνωρίσματα. Γενικά, τα βόρεια διακρίνονται για τους φωνητικούς νεωτερισμούς τους, ενώ τα νότια είναι πιο συντηρητικά και περιλαμβάνουν επίσης πολλές αρχαίες λέξεις. Όπως όμως στις διαλέκτους έτσι και στα ιδιώματα ο διαχωρισμός δεν είναι πάντοτε σταθερός, εξαιτίας διάφορων κοινωνικών αλλαγών. Στη σύγχρονη εποχή συνηθίζεται να χρησιμοποιείται για τα περισσότερα ιδιώματα ο όρος «διάλεκτος». Έτσι, ακούμε να γίνεται λόγος για την κυπριακή διάλεκτο, για την κρητική ή τη μακεδονική διάλεκτο.Όλες οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα της νεοελληνικής γλώσσας προέρχονται από την κοινή των ελληνιστικών χρόνων. Εξαίρεση αποτελεί μόνο η τσακώνικη, που κατάγεται από την αρχαία δωρική διάλεκτο.
Ο χωρισμός του γραπτού λόγου σε μέρη με την τοποθέτηση ορισμένων συμβόλων.Τα σύμβολα αυτά λέγονται σημεία της στίξης και είναι τα εξής :
α) Η τελεία (.). Χρησιμεύει για να σημειώσουμε το τέλος μιας περιόδου, που περικλείει ένα τέλειο νόημα και ανταποκρίνεται σε σταμάτημα της φωνής. Η τελεία δεν μπαίνει σε τίτλους βιβλίων, σε επιγραφές και σε επικεφαλίδες.
β) Η άνω τελεία (·). Χρησιμεύει για να σημειώσουμε μικρότερη διακοπή από ό,τι με την τελεία και μεγαλύτερη απ’ ό,τι με το κόμμα.
γ) Το κόμμα (,). Χρησιμεύει για να κάνουμε ένα μικρό σταμάτημα στο εσωτερικό μιας περιόδου ή για να δώσουμε την ευκαιρία αναπνοής σε μια μεγάλη φράση. Χρησιμοποιείται συχνά στο γραπτό λόγο.
δ) Το ερωτηματικό (;). Σημειώνεται στο τέλος μιας ερωτηματικής φράσης ή μέσα σε παρένθεση με μια πρόταση για να δηλώσει ειρωνεία ή αμφιβολία. Δε βάζουμε ερωτηματικό στο τέλος της πλάγιας ερωτηματικής πρότασης.
ε) Το θαυμαστικό (!). Σημειώνεται έπειτα από φράσεις που δηλώνουν θαυμασμό, χαρά, λύπη, ελπίδα, φόβο κτλ. Όταν η επιφωνηματική φράση αρχίζει με το επιφώνημα, τότε μετά το επιφώνημα μπαίνει κόμμα και το θαυμαστικό στο τέλος της φράσης. Όταν το θαυμαστικό βρίσκεται μέσα σε παρένθεση, δηλώνει απορία ή αμφιβολία.
στ) Η διπλή τελεία (:). Χρησιμεύει για να δείξει σχέση ανάμεσα στα επόμενα και στα προηγούμενα. Σημειώνεται εμπρός από λόγια που αναφέρονται κατά λέξη και κλείνονται σε εισαγωγικά, εμπρός από μια επεξήγηση και έπειτα από πρόταση που αναφέρει γνωμικό ή παροιμία.
ζ) Η παρένθεση (()). Χρησιμεύει για να κλείσει λέξη ή φράση που επεξηγεί ή συμπληρώνει τα λεγόμενα.
η) Τα αποσιωπητικά (…). Σημειώνονται για να δείξουν ότι αποσιωπάται κάτι από δισταγμό ή φόβο ή γιατί κρίνεται περιττό να μπει και κάποτε όχι για να αποσιωπηθεί κάτι, αλλά για να τονιστεί περισσότερο εκείνο που ακολουθεί.
θ) Η παύλα (–). Είναι μεγαλύτερη από το ενωτικό και σημειώνεται σε αντικατάσταση παρένθεσης ή κομμάτων ή για να δείξει την αλλαγή του προσώπου που μιλά.
ι) Τα εισαγωγικά («»). Χρησιμοποιούνται για να κλείσουμε τα λόγια ενός προσώπου, αν τα παραθέτουμε έτσι ακριβώς όπως τα είπε, για να ξεχωρίσουμε διάφορες φράσεις που δεν είναι συνηθισμένες στην κοινή γλώσσα ή ακόμα για να χωρίσουν τα λόγια των προσώπων σε ένα διάλογο, οπότε αντικαθιστούν την παύλα. Εισαγωγικά σημειώνουμε επίσης για να κλείσουμε τίτλους βιβλίων, εφημερίδων, πλοίων κ.ά., εκτός αν οι τίτλοι αυτοί τυπώνονται με διαφορετικά στοιχεία από αυτά του υπόλοιπου κειμένου.
Η τελεία, το κόμμα και η άνω τελεία σημειώνονται έξω από τα εισαγωγικά, ενώ το θαυμαστικό και το ερωτηματικό μέσα σε αυτά, αλλά μόνο όταν ανήκουν στο κείμενο που βρίσκεται μέσα στα εισαγωγικά.
Ή επιστήμη εσφυρηλατήθηκε διά τών Ελληνικών καί ή γραμματική μας είναι Ελληνική εφεύρεση. Τά λογοτεχνικά μας έργα είναι Ελληνικά… καί όλες σχεδόν οί λέξεις είναι Ελληνικές». Ή Αγγλική γλώσσα μέ διάταγμα τού Ερρίκου Ε΄1422, περιέχει μόνο 27000αμιγείς Ελληνικές λέξεις καί 234000 πού έχουν πρώτο ή δεύτερο συνθετικό Ελληνική λέξη. Βάση τής Nomenclator Zoologicus ή ονοματολογία στήν ζωολογία έως τό 1994, είχε ανακαλύψει 337.789 γένη ζώων, έκ τών οποίων τά 196000 ονόματα ήταν αμιγώς Ελληνικά. Στήν ιατρική βάσει τού λεξικού Dorland1994 τό 68%, στήν βοτανολογία τό 60% βάσει τού λεξικού Δ.Καβαδία καί στήν επιστημονική καί τεχνική ορολογία τό 45% βάσει Mc Graw-Hill λεξικού, είναι λέξεις αμιγώς Ελληνικές.

Ποία Αγγλική « Γλώσσα » ;
• An – έν, ένας
• Master – magister μάστρος καί μέγιστος
• Art – Άρτιος
• Scope – σκοπιά, σκοπεύω
• Any – Ένιος
• Hand – Χανδάνω, περιέχω
• Data – δοτός, δεδομένος έκ τού δόω
• Glossary – gloss, glossa, γλώσσα
• Absolute – ab(s)lute Απόλυτο
• Reality – Res (λατ) ρέζω, πράττω
• Existence, Exist – Εξ+ίστημ, εξίστημι
• Shake – Σείω
• Plan – Πλάνος
• Professor, Profess – Πρό + Φημί
• Mode – Τρόπος, μήδος = σχέδιον
• Mix – Μίσγω, ανακατεύω
• Option – Οπτεύω
• Complex – Συμπλέκω
• Differ – Διαφέρω
• Dance – Δίνησις, δυνεύω
• Arms – Άρμενον, όπλο, εξοπλισμός
• Imitate – Μιμήτωρ, μίμος
• Memory – Μέρμηρα, μερμηρίζω = φροντίζω
• Dictate – Δείκνυμι
• Absent – Άπειμι, απέχω
• Mortal – Μόρος = Θάνατος
• Confess – ΣυνΦάσκω = Μαρτυρώ
• Genesis – Γένεσις
• Melancholy – Μελαγχολία
• Opportunity, Ob + Porto – Επι + πόρω, Περνάω, διαπερνώ δηάδή Πειραιάς καί Πειρατής = Pirate.
Ό Πειραιάς στήν αρχαία Αθηναϊκή γή, τό Αλίπεδον ήταν νησίδα. Ό Διάπλους προκειμένου νά φθάσει κάποιος στό νησί όνομάσθη Πέραμα, Πέρασμα. Ακόμα καί σήμερα υπάρχει ή περιοχή Πέραμα γιά νά πάς στήν Σαλαμίνα. Στά Λατινικά κατέληξε Portus από όπου καί οί λέξεις Port = μεταφέρω καί Puerto = Λιμάνι. Έτσι ό Πειραιάς έγινε ό Νονός όλων τών λιμένων τού κόσμου
(Στράβων Γεωγραφικά Α΄,C59- «Έλλην Λόγος»Άννα Τζιροπούλου Ευσταθείου)

ΑΓΓΛΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ : Ενά γλωσσικό μόρφωμα, δέν έχει γένη, δέν έχει καταλήξεις, κλίσεις καί πτώσεις. Διακατέχεται από εμπειρισμόν : Τό Α γράφεται Α λέγεται Έϊ καί προφέρεται Α, ΈΪ , Όου

«..εάν οί Θεοί συνωμίλουν θά εχρησιμοποιούσαν τήν Ελληνικήν γλώσσαν..»
ΚΙΚΕΡΩΝ (περί Ρήτορος)

Σήμερα ή Ελληνική γλώσσα υπονομεύεται από δημοτικιστές, αλλά ακόμα καί ό δημοτικιστής Ψυχάρης γράφει:

«γλώσσα καί πατρίδα είναι τό ίδιο. Νά πολεμά κανείς γιά τήν πατρίδα ή γιά τήν εθνική του γλώσσα, ένας είναι ό αγώνας». Το πρόβλημα που δημιουργήθηκε από τη διαφορά ανάμεσα στη γραπτή γλώσσα των λογίων και τη γλώσσα του λαού, η οποία άρχισε να διαμορφώνεται κατά την ελληνιστική εποχή και κληροδοτήθηκε στη βυζαντινή και στη νέα ελληνική.
Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας ήταν αναγκαίο να γράφονται συγγράμματα στη γλώσσα του λαού, ώστε να γίνονται κατανοητά από τους ολιγογράμματους υπόδουλους Έλληνες. Έτσι, λόγιοι όπως οι Ν. Σοφιανός (15ος αι.), Μάξιμος Καλλιπολίτης (16ος-17ος αι.), Φραγκίσκος Σκούφος (17ος αι.), Ηλίας Μηνιάτης (18ος αι.), Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός (18ος αι.) και πάρα πολλοί άλλοι έγραφαν στη δημοτική, χωρίς να λείπουν φυσικά και αυτοί που έγραφαν σε αρχαΐζουσα γλώσσα.
Στα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου αιώνα οι λόγιοι ήταν διχασμένοι στο γλωσσικό ζήτημα· πολλοί έγραφαν στην αρχαΐζουσα (Α. Γαζής, Ν. Δούκας, Ν. Θεοτόκης, Π. Κοδρικάς), ενώ άλλοι στη δημοτική ή πολύ κοντά σ’ αυτήν (Ρήγας, Γ. Κωνσταντάς, Δ. Φιλιππίδης, Δ. Καταρτζής, Ι. Βηλαράς, Α. Χριστόπουλος, Δ. Σολωμός). Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Α. Κοραή, ο οποίος πρότεινε μια μέση λύση ανάμεσα στη λόγια και τη δημοτική γλώσσα: η δημοτική να κρατά τους τύπους των λέξεών της αλλά να προσθέτει λόγιες καταλήξεις. Να λέει δηλαδή αντί ψάρι οψάριον, αντί πουλί πουλίον, αντί νοικοκύρης οικοκύριος κ.ο.κ.
Η κατάσταση του γλωσσικού ζητήματος παρέμεινε η ίδια και στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Το 1853 ο Π. Σούτσος κήρυξε την επιστροφή στην αρχαία ελληνική γλώσσα προτείνοντας τη χρήση της αρχαίας γραμματικής, του αρχαίου λεξιλογίου και του αρχαίου συντακτικού. Το 1888 ο Γ. Ψυχάρης, που δίδασκε στο Παρίσι, κυκλοφόρησε το βιβλίο «Το ταξίδι μου», που υπήρξε σταθμός στην πορεία του γλωσσικού ζητήματος. Ο Ψυχάρης κήρυττε ότι η δημοτική έπρεπε να καθιερωθεί ως γραπτή γλώσσα του έθνους. Το κήρυγμα αυτό, παρά τις επιφυλάξεις που μπορεί να είχε κανείς για τις λύσεις που πρότεινε, πολύ σύντομα άρχισε να καρποφορεί· οι λογοτέχνες άρχισαν σιγά σιγά να γράφουν στη δημώδη γλώσσα, έγιναν προσπάθειες να καθιερωθεί η δημοτική στην εκπαίδευση και σε άλλους τομείς της πνευματικής ζωής.
Το 1917 η κυβέρνηση Βενιζέλου καθιέρωσε τη δημοτική στα δημοτικά σχολεία και περιόρισε την καθαρεύουσα στις δύο τελευταίες τάξεις. Το 1941 εκδόθηκε από το κράτος η «Νεοελληνική γραμματική της δημοτικής», την οποία σύνταξε επιτροπή ειδικών με πρόεδρο και εισηγητή το Μ. Τριανταφυλλίδη. Η επιτροπή καθιέρωσε τα γραμματικά στοιχεία και το λεξιλογικό θησαυρό της προφορικής παράδοσης και προσάρμοσε τις λέξεις στη δημοτική.
Μετά από παλινδρομήσεις που σχετίζονται άμεσα με τις κάθε φορά πολιτικές εξελίξεις, η δημοτική έγινε η επίσημη γλώσσα του κράτους το 1975 και από το 1976 άρχισε η σταδιακή μεταγλώττιση των σχολικών βιβλίων.

Τη χαριστική βολή στήν Ελληνική γλώσα έδωσε ό Ράλης, όπου μέ διάταγμα κατήργησαν τήν Ελληνική γλώσσα, αναγκάζοντας μας νά αποστηθίσουμε άχρηστους γραμματικούς κανόνες καί νά ομιλούμε μία βάρβαρη γλώσσα.
Δεχθήκαμε τό είμαστε καί όχι τό είμεθα, τό εύηχο καί εξακολουθητικό -θ- αντικαταστάθηκε από τό στιγμιαίο -τ- καί ό Πλάτων έγινε Πλάτωνας, τού Σοφοκλέους έγινε τού Σοφοκλή κ.ο.κ.
Τό επιχείρημα ότι πρέπει νά μιλάμε τήν γλώσσα τού λαού είναι ή μεγαλύτερη απάτη. Αφού πρώτα ό λαός διά τής «βίας» έμεινε αγράμματος, αναλφάβητος καί απαίδευτος, πώς τώρα τού λέμε νά διαλέξη τήν γλώσσα του.
Οί χριστιανοί βαπτίζουν τά παιδιά χωρίς νά τά ερωτήσουν, διότι εκείνα λόγω τής ηλικίας, δέν μπορούν νά καταλάβουν τό καλό των. Οί γιατροί εμβολιάζουν τά παιδιά χωρίς νά τά ρωτήσουν, διότι πάλι αυτά δέν καταλαβαίνουν πόσο καλό τούς κάνει τό εμβόλιο. Οί Έλληνες όμως πώς νά επιλέξουν τήν γλώσσα πού θά ομιλήσουν όταν δέν έχουν γνωρίσει άλλη. Καί πώς είναι δυνατόν νά ομιλούν άλλη γλώσσα μετά από τόσους πολέμους, πείνα, καί εξαθλίωση πού γνώρισαν τόν τελευταίο αιώνα. Ανάγκαστηκαν λοιπόν νά μείνουν αγράμματοι καί απαίδευτοι επειδή δέν είχαν επιλογή. Αυτήν τήν γλώσσα τήν έμαθαν λόγο ανωτέρας βίας καί αυτήν έδωσαν στά παιδιά των. Αντί όμως οί πολιτικοί νά επαναφέρουν τήν σωστή γλώσσα, καί νά επιμείνουν νά τήν μάθη ό λαός, σάν τό βάπτισμα καί τό εμβόλιο, υιοθέτησαν αυτήν τήν κατανάγκη γλώσσα πού χρησιμοποιούσε ένα μέρος τού λαού. Νομιμοποιούν δηλαδή ένα προϊόν πού προήλθε από έγκλημα. Οί Ισπανοί απείλησαν μέ αποχώρηση από τήν Ε.Ε. άν γιά λόγους απλοποιήσεως καταργηθή ή περισπωμένη από τήν λέξι ΕSPANIA καί ενίκησαν. Ή Ισπανική όμως γλώσσα έχει ιστορία μερικούς αιώνες, καί όχι 9000 χρόνια τουλάχιστον.

Ή γλώσσα έγινε μονοτονική καί μαζί της ή παιδεία καί ή πνευματική πρόοδος. Όποιος υπονομεύει τήν γλώσσα, υπονομεύει καί τά πνευματικά θεμέλεια τής Ελλάδος. Ό μεγάλος Γκαίτε είπε: «Άκουσα τό ευαγγέλιο στόν άγιο Πέτρο σέ όλες τίς γλώσσες. Ή Ελληνική αντήχισε σάν άστρο πού εμφανίζεται μέσα στήν νύχτα». Πώς όμως ομιλούσαν οί πρόγονοί μας : ή Ελληνική γλώσσα είναι γλώσσα μουσική. Ή φωνή ανεβοκατέβαινε κυριολεκτικά τήν μουσική κλίμακα. Όταν οί Ρωμαίοι πολίτες πρωτο άκουσαν στήν Ρώμη τά Ελληνικά αρθρώμενα από Έλληνες ρήτορες, συνέρρεαν νά αποθαυμάσουν τούς ανθρώπους πού ελάλουν ώς αηδόνες. Ή Ελληνική γλώσσα υπερείχε ώς πρός τήν αρμονία καί μελωδία επειδή ακριβώς είχε τά φωνήεντα καί τά σύμφωνά της αρμονικά διαρρυθμισμένα είς μελίφθογγον κράσιν ώστε νά δίδουν πάντοτε εύηχο μουσικό σύνολο. Τά τραχέα μετά τών λείων, τά σκληρά μετά τών μαλακών, τά κακόφωνα μετά τών ευφώνων, τά δυσέκφορα μετά τών ευπροφόρων. Κατά τόν Διονύσιο Αλικαρνασσέα : «διότι καί μέλος έχουσιν αί λέξεις καί ρυθμόν καί μεταβολήν..ώστε ή ακοή νά τέρπεται.». Οί Έλληνες λαός ερασίμολπος συνέθεσε τήν γλώσσα του όπως ακριβώς καί τά απείρου κάλλους άσματά του, αποσκοπώντας είς τό λογώδες μέλος, δηλαδή τήν μουσική τού λόγου. Ό Πλάτων απαιτούσε τόν ρυθμό καί τήν μελωδίαν «..ώσπερ όψον επί τόν λόγον, τόν δέ λόγον μουσική γραμμάτων…»( Πολιτεία 549-Β). Ό Δημόκρητος είχε αφιερώσει ολόκληρη πραγματεία «περί ευφώνων καί δυσφώνων γραμμάτων», ενώ ό Αριστοφάνης ομιλεί διά τής αρμονίας «ήν οί πατέρες παρέδωκαν». Ό Πτολεμαίος στό έργο του μουσικά γράφει: «τρία τά ρυθμιζόμενα : μέλος, κίνησις σωματική καί λέξις». Ό Πυθαγόρας προτιμούσε τήν Δωρικήν διάλεκτον διά τόν ιδιάζοντα αρμονικόν της ήχο καί αυτό τό απέδιδε στήν αρχαιότητά της. Τόσον ό Αρχίλοχος όσο καί ό Βακχυλίδης καί ό Αριστόξενος συνοψίζουν: «οί Έλληνες διά τού λόγου τραγουδούσαν καί διά τού τραγουδιού μιλούσαν». Τό ίδιο καί ό αυστηρός Κικέρων παρατηρεί στό βιβλίο του Περί Ρήτορος: «οί Έλληνες λίγο έλειπε νά κάνουν στίχους καί τόν πεζό λόγο, τόσο πολύ τούς άρεσε ό αρμονικός ήχος». Ό Επτανήσιος ευπατρίδης Διον. Ρώμας κατελήγοντας σέ ένα μελαγχολικό συμπέρασμα λέγει: «τέτοια γλώσσα καμωμένη νά ομιλιέται από Θεούς εκακόπαθε στό στόμα τών ανθρώπων». Αυτόν λοιπόν τόν φυσικό καί γνήσιο κυματισμό εφιλοδόξησε νά αποκαταστήση μέ λίγο πολύ γνωστές επινοήσεις ό Ολλανδός φιλόλογος Έρασμος, ό οποίος εγεννήθη στό Ρόττερνταμ τό 1466 καί πέθανε στήν Ελβετία 70 χρόνια μετά. Τό ήτα τό προφέρει ώς έψιλον μακρό, τά β,γ,δ, τά θέλει σκληρά καί κοφτά όπως τά λατινικά b,d,g, τό ζ ώς zd καί τό θήτα τό ορίζει ώς ταύ δασύ. Επίσης τό φ τό δασύνει μέ τήν προσθήκη τού (η) κάνοντάς τό κάτι σάν πφ, ενώ τό (χ) τό μεταφράζει ώς ασθενές κάππα. Ή δασεία μας πού προφέρεται ώς παχεία πνοή, θυμίζει τό (χ) καί ακούγεται ακόμα καί στά σύνθετα. Έχοντας διαλύσει τό ου σέ ο-ου, αφήνει τήν γλώσσα μας χωρίς ου καί μεταχειρίζεται τό ύψιλον ώς ου. Ή κακοποίηση αυτή τού Έρασμου δέν είναι τυχαία. Άν κάποιος διαβάσει ένα αρχαίο κείμενο μέ τήν ερασμιακή καί κατόπιν μέ τήν νεοελληνική, φαίνεται ωσάν νά μήν υπάρχει καμμία συγγένεια μεταξύ τής αρχαίας καί τής νεοελληνικής. Αυτό δέν είναι τυχαίο, αλλά δικαιολογεί διώξεις, αρπαγές καί αδικίες πρός τόν ελληνισμό πού ξεκινούν από τήν εποχή τών σταυροφόρων έως σήμερα. Καμία συμπάθεια πρός τού Νεοέλληνες, αφού πρέπει νά μήν είναι απόγονοι τών αρχαίων Ελλήνων. Σήμερα έχουν καταφέρει οί Έλληνες νά ομιλούν τήν Ελληνική κατα τρόπο εγκληματικό. Τόσο πού ό Ισαάκ Βόσσιους στό De viribus rhytmi γράφει πώς οί τόνοι στά Ελληνικά δέν έχουν καμμία σχέσι μέ τήν πραγματική εκφώνησι. Συνεπώς οί Νεοέλληνες πρός τόν τονισμό δέν έχουν σχέσι μέ τά αρχαία Ελληνικά, πού πλέον μόνο οί Ευρωπαίοι γνωρίζουν. Γιαυτό ακριβώς τόν λόγο μετά τόν Έρασμο, ήρθαν άλλοι Ολλανδοί, πού θέλησαν νά διορθώσουν καί τούς τόνους μας. Πράγμα όχι πάλι ευρύτερα γνωστό. Ό Ισαάκ Βόσσιους ισχυρίζεται πώς τά Ελληνικά πρέπει νά τονίζονται όπως τά λατινικά. Αυτός ό νέος σοφός φαίνεται πώς ξέχασε τόν Διονύσιο Θράκα καί τήν εργασία του «Τέχνη Γραμματική» πού εχάρισε στόν κόσμο μαζι μέ τό όνομά του καί τήν επιστήμη τής γραμματικής: «τόνος εστίν απήχησις φωνής εναρμονίου ή κατά ανάτασιν έν τή οξεία ή κατά ομαλισμόν έν τή βαρεία ή κατά περίκλασιν έν τή περισπωμένη». Ό Πορφύριος επίσης λέγει: «τόνος εστίν επίτασις ή ένεσις ή μεσότης συλλαβών ευφωνίαν έχουσα». Ό Ισσαάκ αγνόησε καί τόν Ηρωδιανό στό έργο: «Καθολική Προσωδία»,καθώς καί όλους τούς Αλεξανδρινούς λογίους, οί οποίοι γνωρίζοντες καί κατέχοντες τόν αληθινό κυματισμό τής Ελληνικής, ώρισαν τούς κανόνες τονισμού. Καί όμως,οί ανεκδιήγητες θεωρίες περί λατινικού τονισμού τής Ελληνικής γλώσσης υιοθετήθηκαν γύρω στό 1700 μέ συνέπεια τόσο στήν Ολλανδία όσο καί στήν Αγγλία νά αρχίσουν νά τυπώνωνται τά Ελληνικά κείμενα χωρίς τόνους. Οί τόνοι επανήλθαν 100 χρόνια αργότερα όταν ό Άγγλος Πάρσον απέδειξε ότι ό λατινίζων τονισμός δέν ταιριάζει στήν Ελληνική γλώσσα.

Γενικότερα οί Ελληνικές λέξεις προφερόμενες ερασμιακά παρουσιάζουν ακατανόητα σχήματα ώστε ένας αληθινός γνώστης τής Ελληνικής, εύκολα αντιλαμβάνεται τού λόγου τό αληθές: τό ευδοκιμείν γίνεται ε-ου-ντο-κι-μέ-ιν, τό έποικοι μεταφράζεται σέ έ-πο-ι-κο-ι, τό καιροί σέ κα-ι-ρό-ι κ.ο.κ. ό Γιόχαν Ρόϋχλιν, ό μεγαλύτερος Γερμανός φιλόλογος τής Αναγεννήσεως εργάσθηκε απηλλαγμένος από προκαταλήψεις καί φανατισμούς γιά νά καταλήξη στό συμπέρασμα ότι: ορθή προφορά είναι μόνον αυτή πού διατηρήθηκε στά χείλη τών Ελλήνων καί όχι εκείνη πού κατασκευάσθηκε βάσει υποθέσεων. Ό Άγγλος Επίσκοπος Στέφανος Βιντονιένσις απηγόρευσε τήν ερασμιακή απειλώντας μέ αφορισμό όποιον θά τήν δίδασκε. Τήν Ερασμιακή τήν απεκήρυξαν Ό Γάλλος Ελληνιστής Ντ’Αρτώ, ή Ιταλική εγκυκλοπαίδεια ΤREKANI, ή Γαλλική καί Ουγγρική Ακαδημία, καθώς καί άλλοι Ελληνιστές, ακόμα καί οί Ρώσοι, αλλά μόλις τόν 19ον αιώνα. Τό 1892 ό Ολλανδός Mueller σέ ομιλία του, λέγει πώς ό Ερασμιακή προφορά είναι γελοία. Γιά τήν αντικατάστασι μάλιστα αυτής τής προφοράς ίδρυσε στήν Ολλανδία φιλελληνικό συλλόγο κατά τής Ερασμιακής.
Ό Ζάκ Λακαρριέρ λέγει: Ξέρω ότι σ’αυτόν τόν τομέα, τά λύκεια καί πανεπιστήμια επιμένουν νά διδάσκουν αυτήν τήν γελοία προφορά πού λέγεται ερασμιακή, πού κακομεταχειρίζεται, παραμορφώνει, κολοβώνει καί σχίζει τούς γλυκούς σάν τού αυλού ήχους τής αρχαίας Ελληνικής.
ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ : τό Αλφάβητον είναι Ελληνικό καί ημείς πού κατοικούμε είς τήν χώρα αυτήν, ανέκαθεν εσμέν Έλληνες από τότε πού εμφανίσθη ό άνθρωπος επί τής γής. Πρέπει δέ νά υπερασπιζόμεθα τήν Ελληνική θεία γλώσσα, όπως καί τήν πατρίδα.
Όλο τό πολιτιστικό οικοδόμημα τής Ευρώπης είναι κατά βάσι παιδί τού Ελληνικού κόσμου. Οί αέναοι Έλληνες ταξιδευτές Πελασγοί, Αιολείς, Αχαιοί, Μινωίτες, Μινύες, διέσχιζαν τήν Γηραιά Ήπειρο αξιοποιώντας κάθε θαλάσσια οδό. Εκείνοι όμως πού δέν βλέπουν τά στοιχεία καί τήν αλήθεια, επιμένουν στίς ινδοευρωπαϊκές θεωρίες εξυπηρετώντας πολιτικές καί οικονομικές σκοπιμότητες. Αυτή ή προσπάθεια ασυνέχειας τής Ελληνικής ιστορίας, δέν είναι τυχαία. Δυστυχώς αυτή ή ασυνέχεια σήμερα γίνεται προϊόν εκμεταλλεύσεως από τά όμορα κράτη τής Ελλάδος (καί τά κρατίδια, Σκόπια). Καταρχάς όποιος Έλληνας υιοθετεί αυτές τίς θεωρίες περί Φοινίκων, ινδοευρωπαίων κτλ, μειώνει τά Ελληνικά ιστορικά δικαιώματα σέ αυτήν τήν Γή. Οί θερμοί θιασώτες αυτών τών θεωριών, πού βρίσκουν σύμφωνους καί διαφόρους επιφανείς Έλληνες επιστήμονες, είναι οί βόρειοι καί ανατολικοί γείτονές μας. Αυτές οί θεωρίες προκάλεσαν τούς υπανθρώπους (Σκοπιανικά συνονθυλεύματα) νά θεωρούνται Μακεδόνες, τούς άλλους υπανθρώπους (Αλβανοί) νά θεωρούνται Ιλλυριοί, καί τούς άλλους υπανθρώπους (Βούλγαροι) νά θεωρούνται Θράκες. Άν δηλαδή καί οί ανατολικοί υπάνθρωποι αναπτύξουν τίς ίδιες δημόσιες σχέσεις μέ τούς προηγούμενους, τότε δέν αποκλείεται νά γίνουν καί αυτοί απόγονοι τών Τρωών. Βέβαια αυτό δέν πρόκειται νά αργήση, αφού εδώ καί χρόνια μιλούν στήν Τουρκία γιά «προτούρκους», ενώ ή αναισχυντία των έχει φθάσει στό σημείο νά θεωρούν τούς Χετταίους προγόνους των, κατοχυρώνοντας έτσι τά ιστορικά των δικαιώματα στήν γή τής Μικράς Ασίας. Οί θεωρίες λοιπόν αυτές τών Ινδοευρωπαίων καί Φοινίκων, καθίστανται επικίνδυνες γιά τόν Ελληνισμό καί τήν χώρα αυτή. Ή μάχη πού διαδραματίζεται τους τελευταίους 2 αιώνες, πέρα από τούς υλικούς πολέμους, είναι πολιτιστική

master-lista.blogspot.gr