Το πιο ερωτικό άγαλμα όλων των εποχών!!

Αγάλματα έχουμε πολλά και αξιόλογα. Αυτό όμως ξεπερνάει κάθε όριο. Ένα ζευγάρι σε πλήρη αρμονία σωματική, μέχρι που σου κόβεται η ανάσα. Καλλιτεχνικός συνδυασμός απίστευτης ομορφιάς, όπου είναι φανερό: ο άνδρας επιδεικνύει περήφανα την γυναίκα και η γυναίκα δείχνει ατάραχα τον τέλειο άνδρα. Άνδρας, με σφριγηλό ανδρικό σώμα, πόθος κάθε νέας γυναίκας. Γυναίκα, πλούσιο κορμί, λυγερόκορμο θηλυκό πλάσμα, δεμένο σαν βόστρυχος γύρω από τον άνδρα. Σε τέλεια επαφή δύο νέοι. Μια εκθαμβωτική εικόνα νεότητας.

ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Επίσημη ανακοίνωση (21-10-14)

Συνεχίζονται οι ανασκαφικές εργασίες από την ΚΗ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, στον Τύμβο Καστά, Αμφίπολης. Το Σάββατο (18/10) και τη Δευτέρα (20/10) προχώρησε η ανασκαφή σε όλη την επιφάνεια στο εσωτερικό του τέταρτου χώρου (4,5Χ6μ.) και σε βάθος μέχρι 5,20 μ. από την κορυφή της θόλου.

Σήμερα, πραγματοποιήθηκε δοκιμαστική τομή (2Χ2μ.), στην είσοδο του τέταρτου χώρου, και σε βάθος 0,45μ. Μπροστά στην είσοδο, στον χώρο αυτό, αποκαλύφθηκαν δυο τμήματα, από το δυτικό θυρόφυλλο, τα οποία και συνανήκουν (φωτο 1,2). Το πρώτο έχει διαστάσεις 0,89Χ1,49Χ0,15 και το δεύτερο 0,89Χ1,30Χ0,15.

l_15241 l_15242 l_15243 l_15244 l_15246 l_15247 l_15248

Επίσης, αποκαλύφθηκε το βόρειο τμήμα του μαρμάρινου κατωφλίου, το οποίο έχει συνολικά μήκος 2,15μ. πλάτος 1,6μ. και πάχος 0,25μ. (φωτο 3) Φέρει κυρτές βαθύνσεις, για την ένθεση των μεταλλικών τροχιών που διευκολύνουν την κίνηση των μαρμάρινων θυροφύλλων. Όπως προκύπτει από την συγκεκριμένη τομή, εδώ υπήρχε δάπεδο από πωρόλιθους, που έφεραν λευκό επίχρισμα. Εκατέρωθεν του κατωφλίου εντοπίστηκαν, κατά χώραν, οι πωρόλιθοι του δαπέδου. Στην ανατολική πλευρά της τομής το δάπεδο φαίνεται ότι έχει υποστεί καθίζηση, ενώ δυτικότερα το δάπεδο είναι κατεστραμμένο και οι λίθοι του πεσμένοι στο εσωτερικό της τομής (φωτο 4).

Σε βάθος 0,15μ. από την επιφάνεια του κατωφλίου εντοπίστηκε και αποκαλύφθηκε το μαρμάρινο κεφάλι Σφίγγας. (φωτο 5,6,7,8) Είναι ακέραιο με ελάχιστη θραύση στη μύτη. Έχει ύψος 0,60 μ. Το κεφάλι ταυτίζεται και αποδίδεται στον κορμό της ανατολικής Σφίγγας, όπου ήταν ένθετο. Στρέφεται προς την είσοδο και φέρει πόλο. Στο κάτω μέρος του λαιμού σώζεται ακέραιη η διατομή της έδρασης στο σημείο ένθεσης στον κορμό της. Έχει κυματιστούς βοστρύχους, που φέρουν ίχνη κόκκινου χρώματος, οι οποίοι πέφτουν στον αριστερό ώμο της, ενώ συγκρατούνται από λεπτή ταινία. Πρόκειται για γλυπτό εξαιρετικής τέχνης. Βρέθηκαν, επίσης, θραύσματα από τα φτερά των Σφιγγών.

Τις επόμενες ημέρες έχει προγραμματιστεί η αφαίρεση πεσμένων πωρόλιθων από το εσωτερικό του τρίτου χώρου καθώς και των τμημάτων της θύρας τα οποία περιγράψαμε. Συγχρόνως, θα ενισχυθούν οι υποστυλώσεις προκειμένου να συνεχιστεί η ανασκαφική έρευνα στην υπόλοιπη έκταση του τρίτου χώρου.

National Geographic: Η Περσεφόνη κρατά το «κλειδί» για τον ένοικο του τάφου

Το «κλειδί» για τον ένοικο του πολυσυζητημένου τάφου της Αμφίπολης είναι η τοιχογραφία με την Περσεφόνη, σύμφωνα με πρόσφατο άρθρο του National Geographic.Οπως αναφέρει το δημοσίευμα, η Περσεφόνη, κόρη του Δία και της Δήμητρας, που εικονίζεται στο μωσαϊκό, δίνει ένα νέοι στοιχείο «κλειδί» στο μυστήριο σχετικά με τον ένοικο του τάφου.
l_14841-Ο τάφος της Αμφίπολης, όπως επισημαίνει το National Geographic, βρίσκεται κοντά στο λιμάνι του Αιγαίου που χρησιμοποίησε ο Μέγας Αλέξανδρος για το στόλο του. Οι αρχαιολόγοι χρονολογούν τον τάφο στο τελευταίο τρίμηνο του τέταρτου αιώνα π.Χ., πιθανότατα τοποθετώντας την κατασκευή του στην εριστική περίοδο μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.Χ. Ολο αυτό έχει πυροδοτήσει έντονη φημολογία ότι ο τάφος χτίστηκε για κάποιον κοντινό ή συγγενή του.Το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού της Ελλάδας ανακοίνωσε σε συνέντευξη Τύπου την Πέμπτη ότι η πρόσφατα ανακάλυψε την εικόνα της Περσεφόνης η οποία μοιάζει με μία παρόμοια που εντοπίστηκε στο βασιλικό νεκροταφείο της Βεργίνας, όπου είναι θαμμένος ο πατέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η ανακάλυψη αυτή, σημείωσε η Λίνα Μενδώνη, γενική γραμματέας του υπουργείου, συνδέει τον τάφο της Αμφίπολης με την βασιλική καταγωγή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. «Ο πολιτικός συμβολισμός είναι πολύ ισχυρός» επεσήμανε.Το νέο εύρημα αυξάνει την ελπίδα ότι ο τάφος θα προσθέσει άλλο ένα κεφάλαιο στην πολυτάραχη ιστορία του αρχαίου μακεδονικού βασιλικού οίκου. «Χωρίς αμφιβολία» δήλωσε η αρχαιολόγος Κατερίνα Περιστέρη, κύριος ερευνητής του τάφου Αμφίπολης «ο αποθανών ήταν εξαιρετικά σημαντικό πρόσωπο.»Η εικόνα της Περσεφόνης εντοπίστηκε όταν η Περιστέρη και οι συνεργάτες της καθάρισαν το πάτωμα ενός από τους θαλάμους του τάφου. Η Περιστέρη ήταν απρόθυμη να προβεί σε εικασίες σχετικά με την ταυτότητα του ιδιοκτήτη του τάφου με βάση τα νέα αυτά δεδομένα.Ωστόσο ο Ιαν Γουόρθνιγκτον, κλασσικός μελετητής στο Πανεπιστήμιο του Μισούρι, στην Κολούμπια, πιστεύει ότι είναι πιθανό ο τάφος να ανήκει σε γυναίκα, αφού το ψηφιδωτό παρουσιάζει μια γυναίκα που οδηγείται στον Κάτω Κόσμο. Εάν αυτό αποδειχθεί, πρόσθεσε, ο τάφος είναι πιθανό να φιλοξενεί την Ρωξάνη, σύζυγο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ή την μητέρα του Ολυμπιάδα.Και οι δύο γυναίκες καταδικάστηκαν σε θάνατο όταν ένας από τους στρατηγούς του Αλεξάνδρου, Κάσσανδρος, ανέλαβε το θρόνο της αρχαίας Μακεδονίας.Σύμφωνα με τον Γουόρθινγκτον ωστόσο, δεν γνωρίζουμε με σιγουριά ποια από τις δύο γυναίκες μπορεί να βρίσκεται στον τάφο.Κλασικά κείμενα που διασώζονται αναφέρουν ότι ο Κάσσανδρος δολοφόνησε τη Ρωξάνη και το γιο της στην Αμφίπολη το 310 π.Χ., οπότε είναι πολύ πιθανό, είπε ο Worthington, ότι θα μπορούσε να βρίσκεται στον τάφο της Αμφίπολης.Από την άλλη, υπάρχουν και άλλα στοιχεία που δείχνουν έντονα προς την Ολυμπιάδα. Ο Αλέξανδρος είχε σκοπό να ανακηρύξει τη μητέρα του θεά, όπως η γυναικεία θεότητα στο άρμα του Άδη. Επιπλέον, η Ολυμπιάδα συνέχισε να κατέχει σημαντική πολιτική δύναμη, ακόμη και μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου. Παρόλο που δολοφονήθηκε από τον Κάσσανδρο και τους συμμάχους του θα μπορούσε να τιμηθεί με έναν τέτοιο τάφο.

Επίσημη ανακοίνωση (12-10-14)

Προχωρεί η ανασκαφική έρευνα στον λόφο Καστά Αμφίπολης, από την ΚΗ´ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

Συνεχίζεται η σταδιακή αφαίρεση μέρους της επίχωσης, από τον δεύτερο χώρο, πίσω από τις Καρυάτιδες και μέχρι την επιφάνεια του δαπέδου, σε βάθος 6μ. από την θόλο. Κατά την αφαίρεση της επίχωσης αποκαλύφθηκε το μεγαλύτερο τμήμα ψηφιδωτού δαπέδου, το οποίο καλύπτει όλη την επιφάνεια του χώρου δηλαδή, 4,5μ. πλάτος επί 3 μ. μήκος. (φωτο 1).

Το ψηφιδωτό είναι κατασκευασμένο από μικρά βότσαλα, λευκού, μαύρου, γκριζωπού, μπλέ, κόκκινου και κίτρινου χρώματος. Την κεντρική παράσταση περιβάλλει διακοσμητικό πλαίσιο, πλάτους 0,60μ.,το οποίο συντίθεται από διπλό μαίανδρο, τετράγωνα και τρέχουσα σπείρα (φωτο 2). Το φόντο της παράστασης είναι σε αποχρώσεις γκρί-μπλέ.

l_15179- l_15181 l_15183 l_15185 l_15180 l_15184

Η κεντρική παράσταση απεικονίζει άρμα σε κίνηση, που σύρεται από δύο λευκά άλογα, (φωτο 3), το οποίο οδηγεί γενειοφόρος άνδρας, με στεφάνι δάφνης στο κεφάλι (φωτο 4). Μπροστά από το άρμα απεικονίζεται ο θεός Ερμής ως ψυχοπομπός, ο οποίος φορά πέτασο, μανδύα, φτερωτά σανδάλια και κρατά κηρύκειο (φωτο 5). Η σύνθεση έχει κατεύθυνση από ανατολικά προς τα δυτικά.

Η παράσταση διακρίνεται για την εξαίρετη τέχνη στην απόδοση των λεπτομερειών των χαρακτηριστικών, τόσο των μορφών, όσο και των αλόγων, όπως και για την αρμονία των χρωμάτων. Η σύνθεση είναι σύγχρονη του ταφικού συγκροτήματος και χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 4ου αιώνα π.Χ. Το ψηφιδωτό έχει υποστεί φθορά στο κέντρο, σε σχήμα κύκλου, διαμέτρου 0,80μ. Ωστόσο, πολλά μέρη από το φθαρμένο τμήμα έχουν βρεθεί στην αμμώδη επίχωση. Τις επόμενες μέρες θα γίνει προσπάθεια συγκόλλησης και αποκατάστασής του, προκειμένου να συντεθεί, στο μέτρο του δυνατού, η συνολική εικόνα της παράστασης.

Το ψηφιδωτό δάπεδο, ανατολικά και δυτικά, δεν έχει αποκαλυφθεί στο σύνολό του, καθώς η ανασκαφή είναι ακόμη σε εξέλιξη στα τμήματα αυτά. Στα νότια του ψηφιδωτού δαπέδου και ανάμεσα στα βάθρα των Καρυατίδων αποκαλύφθηκε πώρινο κατώφλι, καλυμένο με λευκό κονίαμα. Στα βόρεια του δαπέδου αποκαλύφθηκε το μαρμάρινο κατώφλι της θύρας, που οδηγεί στον τρίτο χώρο, διακοσμημένο με ιωνικό κυμάτιο, στο κάτω μέρος του, (φωτο 6,7).

Επίσης, εντοπίστηκαν, ακριβώς κάτω από το θύρωμα, προς το εσωτερικό του τρίτου χώρου, δύο ακόμη τμήματα από τα μαρμάρινα θυρόφυλλα.

Ποιος είναι μέσα στον τύμβο Καστά;

Υπουργείο Πολιτισμού & Αθλητισμού (12/10/14):

“Η κεντρική παράσταση απεικονίζει άρμα σε κίνηση, που σύρεται από δύο λευκά άλογα, (φωτο 3), το οποίο οδηγεί γενειοφόρος άνδρας, με στεφάνι δάφνης στο κεφάλι (φωτο 4). Μπροστά από το άρμα απεικονίζεται ο θεός Ερμής ως ψυχοπομπός, ο οποίος φορά πέτασο, μανδύα, φτερωτά σανδάλια και κρατά κηρύκειο (φωτο 5). Η σύνθεση έχει κατεύθυνση από ανατολικά προς τα δυτικά.” ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Η μικρή ιστορία της Αμφίπολης

Η αρχαϊκή ονομασία της Αμφίπολης, ήταν Εννέα Οδοί. Οι τρείς ερχόντουσαν από την δεξιά πλευρά του ποταμού Στρυμόνα και οι έξι από την αριστερά του πλευρά. Όταν, οι Πέρσες και ο Ξέρξης προέλαυναν εναντίον της Ελλάδος, έφθασαν στις εννέα οδούς, έθαψαν ζωντανούς εννέα νέους και εννέα παρθένους της πόλης, σαν θυσία στο περσικό έθιμο για την επιτυχή έκβαση της εκστρατείας τους κατά των Ελλήνων. ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Επίσημη ανακοίνωση (30-9-14)

Συνεχίστηκε από την ΚΗ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, η αρχαιολογική έρευνα στο ταφικό συγκρότημα λόφου Καστά Αμφίπολης. Αφαιρέθηκαν οι δύο τελευταίοι δόμοι του τοίχου σφράγισης, μπροστά από τον δεύτερο διαφραγματικό τοίχο, (φωτο 1) αποκαλύπτοντας στο σύνολο τους τα μαρμάρινα βάθρα (φωτο 2), πάνω στα οποία πατούν οι Καρυάτιδες.

Ο διάκοσμος των βάθρων είναι συνέχεια της ορθομαρμάρωσης των τοίχων. Αποτελείται από μαρμάρινους δόμους με περιταίνια. Το ύψος των βάθρων είναι 1,40μ., έχουν πλάτος 1,36μ. και πάχος 0,72μ. Το συνολικό ύψος βάθρου και αγάλματος είναι 3,67μ.(φωτο 3). Το δάπεδο του δεύτερου χώρου είναι υπερυψωμένο κατά 0,07μ. Ιχνη μπλέ χρώματος εντοπίζονται στο μέτωπο της ανωτέρω επιφάνειας, (φωτο 4).

l_15079- l_15080- l_15081- l_15082-

Συνεχίστηκαν, επίσης, οι ανασκαφικές εργασίες, στον χώρο πίσω από τις Καρυάτιδες, με αφαίρεση χωμάτων σε βάθος μέχρι 1,5μ. αποκαλύπτοντας την συνέχεια της ορθομαρμάρωσης των τοίχων, όπως και στον προηγούμενο χώρο, καθώς και μεγάλο μέρος του θυρώματος, που οδηγεί στον τρίτο χώρο.

Ολοκληρώθηκαν, ακόμη, οι εργασίες αντιστήριξης με την προσθήκη υποστυλωμάτων στον πρώτο χώρο και ταυτόχρονα τοποθετήθηκαν οριζόντιες αντηρίδες στον δεύτερο, προκειμένου να προχωρήσει η αποχωμάτωση. Παράλληλα, με τη συνέχιση της αποχωμάτωσης, στο θύρωμα του τρίτου διαφραγματικού τοίχου, ξεκίνησαν οι εργασίες υποστύλωσης στον τρίτο χώρο.

 

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ»: ΕΘΝΟΣ, ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

του Σταθη Γκότση και της Ολγας Σακαλη

Για την ανασκαφή στην Αμφίπολη έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά ως τώρα. Και θα ακολουθήσουν ασφαλώς περισσότερα, καθώς η αρχαιολογική έρευνα θα προχωρά. Ανεξάρτητα πάντως από τη σημασία του ίδιου του ευρήματος και την έκβαση της σχετικής επιστημονικής συζήτησης, μοιάζει να έχουν ήδη διαμορφωθεί οι συνθήκες που θα αφήσουν εφεξής το στίγμα τους στα αρχαιολογικά πράγματα του τόπου.

Ο εναγκαλισμός μιας εν εξελίξει ανασκαφής (και δη στα αρχικά της στάδια) από τον ίδιο τον πρωθυπουργό είναι ασφαλώς καινοφανής, όπως άλλωστε και ο επικοινωνιακός θόρυβος που ξέσπασε έκτοτε. Δεν ήταν ωστόσο τυχαία φαινόμενα. Είναι πλέον ορατό ότι η a priori σύνδεση του μνημείου με τον Μέγα Αλέξανδρο (ή… έστω με τον κύκλο του) αξιοποιείται από τους κυβερνώντες ως μια εξαιρετική ευκαιρία για άσκηση πολιτικής, τόσο εσωτερικής (σε μια περίοδο που μερικοί πιστεύουν ακόμη πως η ανάταξη του εθνικού φρονήματος μπορεί να υπερκεράσει τις κοινωνικές επιπτώσεις από τη μακροχρόνια μνημονιακή πολιτική) όσο και εξωτερικής απέναντι σε έναν αντίπαλο εθνικισμό, ακόμη και ως διπλωματικό χαρτί αναβάθμισης της διεθνούς εικόνας της χώρας.

Ανεξάρτητα από τα πρόσκαιρα επικοινωνιακά οφέλη που ενδεχομένως προσπορίζει στο κυβερνητικό στρατόπεδο, η περίπτωση της Αμφίπολης τείνει να συγκροτήσει ένα νέο μοντέλο ανασκαφικής έρευνας και διαχείρισης των μνημείων. Καταρχάς, το ίδιο το εύρημα σχεδόν «εκβιάζεται» να εκπληρώσει προσδοκίες (και προφητείες) τόσο ως προς το χαρακτήρα, τη χρονολόγηση και το περιεχόμενό του όσο και ως προς τους ρυθμούς με τους οποίους θα «αποκαλύψει τα μυστικά και την ταυτότητα του ενοίκου του». Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η επίκληση των βασικών αρχών δεοντολογίας φαντάζει ως ένας περίπου εμμονικός και σίγουρα απαρχαιωμένος λόγος μιας επιστημονικής συντεχνίας. Το προτεινόμενο νέο μοντέλο έχει διαμορφωθεί: οι προκαταρκτικές υποθέσεις εργασίας γίνονται θέσφατα εγκλωβίζοντας την ίδια την πορεία της έρευνας, ενώ η «αξία» του ευρήματος καθορίζεται από τη δυνατότητά του να συνδεθεί με μια αφήγηση ένδοξου εθνικού παρελθόντος, επώνυμων προσώπων ή εντυπωσιακού πλούτου. Τέλος, η ανασκαφική έρευνα οφείλει να προχωρά γρήγορα ή πάντως να προσαρμόζεται στους χρόνους που εξυπηρετούν συγκυριακές επιδιώξεις.

Το κυβερνητικό ενδιαφέρον για την περίπτωση της Αμφίπολης ενισχύει ακριβώς αυτό το νέο μοντέλο ανασκαφικής έρευνας και διαχείρισης των μνημείων, επιχειρώντας παράλληλα να συσκοτίσει την ασκούμενη επί των μνημείων πολιτική, όπως αυτή αποτυπώνεται στην προσπάθεια διαρκούς αποδυνάμωσης της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, τόσο μέσω θεσμικών παρεμβάσεων όσο και μέσω της υποχρηματοδότησης και της υποστελέχωσής της. Ήταν η πρώτη κυβέρνηση Σαμαρά, άλλωστε, που υποβάθμισε το 2012 το Υπουργείο Πολιτισμού σε Γενική Γραμματεία του Υπουργείου Παιδείας, ενώ και το επανασυσταθέν πλέον Υπουργείο προβλέπεται να λειτουργεί, σύμφωνα με τον νέο Οργανισμό του, με συρρικνωμένες κατά 40% τις οργανικές μονάδες του.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, η απαξίωση του μνημειακού πλούτου της χώρας που δεν πληροί τις προδιαγραφές του «μοντέλου Αμφίπολης» είναι από χρόνια εδώ: καταγράφεται στην εγκατάλειψη δεκάδων αρχαιολογικών χώρων και μνημείων, στην υποβάθμιση της αρχαιολογικής έρευνας, στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκαν ακόμη και εξαιρετικής ιστορικής αξίας ευρήματα (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το μνημειακό σύνολο της βυζαντινής Θεσσαλονίκης που αποκαλύφθηκε στο σταθμό του μετρό στη Βενιζέλου). Οι σημερινές εξελίξεις προοιωνίζουν την παγίωση μιας τέτοιας κατεύθυνσης.

Στο «μοντέλο της Αμφίπολης», όμως, υιοθετήθηκε, παράλληλα, και μια νέου τύπου επικοινωνιακή διαχείριση, ακριβώς για να εξυπηρετηθούν οι στοχεύσεις για τις οποίες έγινε ήδη λόγος. Προκλήθηκε μια ευρύτατη δημόσια συζήτηση για το αρχαιολογικό εύρημα, η οποία τροφοδοτείται τακτικά με πληροφοριακό υλικό από το νεόκοπο όργανο επικοινωνιακής εκπροσώπησης της ανασκαφής, αλλά και με δηλώσεις πολιτικών προσώπων. Οι αιτιάσεις του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων αλλά και άλλων, πως η διαμορφούμενη κατάσταση εγκυμονεί κινδύνους για την απρόσκοπτη και επιστημονικά ορθή διεξαγωγή της ανασκαφής, αντικρούστηκαν με το φαινομενικά εύλογο επιχείρημα πως πρόκειται για μια «ανοιχτή» ανασκαφή και πως είναι χρήσιμο να υπάρχει πλήρης ενημέρωση του κοινού. Ωστόσο, πόσο «ανοιχτή», δηλαδή προσβάσιμη γίνεται στ’ αλήθεια μια ανασκαφή μέσα από δελτία Τύπου που βρίθουν ειδικής ορολογίας; Πώς γίνεται κανείς κοινωνός μιας επιστημονικής διαδικασίας καταναλώνοντας ακατανόητες πληροφορίες που προκαλούν δέος αλλά και σύγχυση; Πόσο σοφότερος γίνεται ο μη μυημένος αναγνώστης ή τηλεθεατής που μάλλον οδηγείται στην «αποπληροφόρηση μέσα από την υπερπληροφόρηση», κατά την ρήση του Ουμπέρτο Έκο;

Στον χώρο, εξάλλου, της δημόσιας αρχαιολογίας οι έννοιες «ανοιχτή» ανασκαφή, «ανοιχτά» μουσεία και αρχαιολογικοί χώροι περιγράφουν εντελώς διαφορετικές επικοινωνιακές δράσεις, δομημένες και στοχευμένες προσπάθειες ενεργητικής συμμετοχής του κοινού σε ερμηνευτικές διαδικασίες πρόσληψης και κατανόησης των κοινωνιών του παρελθόντος. Στον τομέα αυτό υπάρχει ήδη πολυετής εμπειρία και στη χώρα μας.

Η ανασκαφή της Αμφίπολης, επομένως, δεν είναι «ανοιχτή». Όχι μόνο γιατί, όπως είναι λογικό, δεν έχει κανείς φυσική πρόσβαση σε αυτήν, πέρα από τους άμεσα εμπλεκόμενους, αλλά και επειδή η επικοινωνιακή της διαχείριση δεν συμβάλει επ’ ουδενί ούτε στη γνωριμία του κοινού με το παρελθόν και τα υλικά του κατάλοιπα ούτε, πολύ περισσότερο, στην εξοικείωσή του με θέματα μεθοδολογίας και ερμηνείας.

Αν υπάρχει τελικά ένα κρίσιμο ερώτημα, δεν είναι ποιος είναι θαμμένος στον τάφο ή πότε χρονολογείται το εύρημα, αλλά αν το «μοντέλο της Αμφίπολης» θα επικρατήσει στην ελληνική αρχαιολογική πραγματικότητα. Και το ερώτημα αυτό δεν αφορά μόνον τους ειδικούς επιστήμονες.

 Ο Στάθης Γκότσης είναι ιστορικός, πρόεδρος του Ενιαίου Συλλόγου Υπαλλήλων ΥΠΠΟ Αττικής, Στερεάς και Νήσων και η Όλγα Σακαλή πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων.

Mικρά, άγνωστα σπαράγματα από την ιστορία της Αμφιπόλης.

Η Αμφίπολη, αυτή η ξακουστή πολιτεία της Ανατολικής Μακεδονίας, η μοναδική αποικία των Αθηναίων, βγήκε, επί τέλους, από τη λήθη στην οποία την έριξαν επί αιώνες, όχι μόνο οι βαρβαρικές επιδρομές, αλλά και η άγνοια κι η αδιαφορία των νεοελλήνων απέναντι στην λαμπρή ιστορία τους.

Το περίλαμπρο μνημείο, που σιγά – σιγά αποκαλύπτει η αρχαιολογική σκαπάνη στο λόφο της περιοχής «Καστά» της Αμφίπολης, λίγο έξω από τη σημερινή (Νέα) Μεσολακιά του Δήμου Αμφίπολης, κίνησε το ενδιαφέρον εκατομμυρίων ανθρώπων σ’ ολόκληρο τον πλανήτη και, ανάμεσα σ’ αυτούς και το ενδιαφέρον των περισσοτέρων Ελλήνων.

Πολλά γράφονται όλες αυτές τις μέρες, που προχωρούν οι ανασκαφές στον περίλαμπρο τύμβο της Αμφίπολης, και η επανάληψή τους δεν θα προσθέσει τίποτε στην ιστορική γνώση.

Γι’ αυτό επέλεξα να φέρω στο φως ορισμένα μικρά, αλλ’ άγνωστα σπαράγματα από την μακραίωνη ιστορία της περίλαμπρης, μακεδονικής πολιτείας, ελπίζοντας πως θα συμβάλω  μ’ αυτό τον τρόπο, έστω κι ελάχιστα, στην σφαιρική ενημέρωση εκείνων των Ελλήνων, που με ιδιαίτερο ενδιαφέρον κι αγωνία παρακολουθούν, μέρα με τη μέρα, την εξέλιξη των ανασκαφών, περιμένοντας το «θαύμα», που θα τους ξαναδώσει πίσω την εθνική τους αξιοπρέπεια, την οποία τους στερούν καθημερινά, η οικονομική κρίση και οι απαιτήσεις των δανειστών της πατρίδας μας.

Η   Εγνατία οδός και ο λόφος Καστά.

Το πρώτο, μικρό σπάραγμα της ιστορίας της Αμφίπολης το πήρα από την μεταπτυχιακή εργασία του πρόωρα χαμένου, λαμπρού φιλολόγου και αρχαιολόγου, Μόσχου Οτατζή, που είχε τίτλο «Εγνατία οδός: Από την Αμφίπολη στους Φιλίππους», (έκδοση Δήμου Καβάλας).

Στην εργασία αυτή ο συγγραφέας, εξετάζοντας ορισμένα μιλιάρια (οδοδείκτες) της περίφημης, ρωμαϊκής Εγνατίας οδού, η οποία κατασκευάστηκε από τους Ρωμαίους αμέσως μετά την κατάκτηση της Ελλάδας και η οποία, σύμφωνα με τον Στράβωνα, ήταν «εκ της Απολλωνίας εις Μακεδονίαν … βεβηματισμένη κατά μίλιον και κατεστηλωμένη μέχρι Κυψέλων και Έβρου ποταμού», που βρέθηκαν στο μικρό Σούλι, στο Οφρύνιο, τα Νέα Κερδύλλια και αλλού, «βλέπει» τη μεγάλη αυτή οδό να περνάει ανάμεσα στο λόφο «Καστά», όπου ήδη ανασκάπτεται ο περίλαμπρος τύμβος και στο λόφο 133, όπου από δεκαετίες ανασκάπτονται ερείπια και τάφοι που ξεκινούν από τη νεολιθική περίοδο και φθάνουν μέχρι την εποχή του σιδήρου.

Ο Μόσχος Οτατζής αναφέρει, συγκεκριμένα, ότι η Εγνατία οδός «είναι πιο πιθανό ν’ απέφευγε το ύψωμα στο οποίο ήταν χτισμένη η Αμφί¬πολη, αλλά μετά το Στρυμόνα να κατευθυνόταν βόρεια, να περνούσε έξω από την Αμφίπολη 162 και συγκεκριμένα να περιέτρεχε το ανατολικό τείχος της πόλης και να συνέχιζε αμέσως μετά με κατεύθυνση βορειοανατολική προς τους πρόποδες του Παγγαίου και το λόφο που σήμερα είναι γνωστός με τον αριθμό 133.

Στην περιοχή αυτή βρέθηκε ένα μιλιάριο της εποχής του αυτοκράτορα Καρακάλλα, το οποίο αναγράφει την απόσταση του ενός μιλίου.

Πιθανόν ο αριθμός δεν είναι συμπληρωμένος, διότι στο σημείο αυτό του μιλιαρίου υπάρχει φθορά- αν όμως ο αριθμός του ενός μιλίου είναι σωστός, τότε το μιλιάριο δεν πρέπει να βρέθηκε μακριά από τη θέση που ήταν τοποθετημένο επάνω στην Εγνατία οδό.

Ο δρόμος συνέχιζε με κατεύθυνση βορειοανατολική και περνούσε ανάμεσα από το λόφο 133 και το λόφο του «Καστά», για να συνεχίσει στην ίδια κατεύθυνση, παράλληλα σχεδόν με τους βόρειους πρόποδες του Παγγαίου.

Υπάρχει και σήμερα ακόμη μονοπάτι που από την Αμφίπολη οδηγεί στο πέρασμα αυτό, ανάμεσα από τους δύο λόφους. Η αυτοψία και η έρευνα δεν έδωσε ίχνη αρχαίου δρόμου, είναι όμως πολύ πιθανό να καταστράφηκαν από την καλλιέργεια των χωραφιών.

Στο χωριό Οφρύνιο και στο τείχος της βυζαντινής Χρυσούπολης βρέθηκε εντοιχισμένο μιλιάριο της Εγνατίας οδού, το οποίο χρονολογείται επίσης στα χρόνια του Καρακάλλα.

Είναι άγνωστο από πού μεταφέρθηκε στο μεσαιωνικό περίβολο, όμως η απόσταση των 4 μιλίων που αναγράφει, θεωρώντας ως αφετηρία την Αμφίπολη, δείχνει ότι αυτό ήταν τοποθετημένο στην Εγνατία οδό αμέσως μετά τον λόφο 133 και από το σημείο αυτό η απόσταση δεν είναι πολύ μεγάλη για να μεταφερθεί αργότερα στο τείχος της βυζαντινής Χρυσούπολης.

Μπορεί λοιπόν (αυτό) ν’ αποτελέσει μια ένδειξη, ότι η Εγνατία οδός περνούσε ανάμεσα από τους δύο λόφους, για να προχωρήσει μετά παράλληλα με τους βόρειους πρόποδες του Παγγαίου».

Ένα άγνωστο, λοιπόν, όμως ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο προσθέτει ο Μόσχος Οτατζής σε όσα μαθαίνουμε καθημερινά για τον μακεδονικό τύμβο που ανασκάπτεται στο λόφο «Καστά» της Αμφίπολης.

Ότι αυτός ο τύμβος βρέθηκε πάνω στη μεγαλύτερη οδό των αρχαίων χρόνων, τη ρωμαϊκή Εγνατία οδό, η οποία διήλθε από τη νότια πλευρά του, με ότι αυτή η θέση του μπορεί να σημαίνει, είτε όσον αφορά την τυχόν σύλησή του, είτε, αντίθετα, όσον αφορά την τυχόν προστασία του από τους Ρωμαίους!

Η ανεύρεση του Λέοντα της Αμφίπολης.

Μια δεύτερη, σχεδόν άγνωστη μέχρι σήμερα πτυχή της ιστορίας της Αμφίπολης είναι αυτή της ανεύρεσης των θραυσμάτων του μεγάλου γλυπτού του λιονταριού της Αμφίπολης και της συγκόλλησής τους, τα οποία δεν παύουν να είναι επίκαιρα τώρα, που οι ανασκαφικές έρευνες στο λόφο «Καστά» τοποθετούν το λιοντάρι αυτό, ως επιτύμβιο μνημείο, πάνω στον μακεδονικό τύμβο και βάζουν τέλος (ή ξεκινούν από την αρχή;) τις συζητήσεις, που για πολλές δεκαετίες έδιναν κι έπαιρναν, σχετικά με το πού, τελικά, ήταν τοποθετημένο αυτό το υπέροχο έργο τέχνης!

Εδώ θα συμβουλευτώ, από τη μια το άγνωστο στην χώρα μας έργο του Oscar Broneer, καθηγητή αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, το οποίο, με τίτλο «The lion monument at Amphipolis», εκδόθηκε το 1941 και δεν μεταφράστηκε ποτέ στα ελληνικά, ούτε εκδόθηκε ποτέ από ελληνικό, εκδοτικό οίκο κι από την άλλη το άρθρο του καθηγητή αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Γεωργίου Μπακαλάκη, το οποίο, με τίτλο «Ο Λέων της Αμφιπόλεως», δημοσιεύτηκε στο τεύχος Ιουλίου του 1960 του περιοδικού «ΠΕΡΙΗΓΗΤΙΚΗ», (σελ. 15-17), για να σας κάνω κοινωνούς των πιο κάτω, ενδιαφερόντων, ελπίζω, λεπτομερειών της «σύγχρονης» ιστορίας του λιονταριού της Αμφίπολης:

Για πρώτη φορά στους βαλκανικούς πολέμους του 1912 – 1913 Έλληνες στρατιώτες βρήκαν κομμάτια από τη βάση του μεγάλου μνημείου κι ενημέρωσαν αμέσως την Αρχαιολογική Υπηρεσία, η οποία έστειλε επί τόπου τους αρχαιολόγους Γ. Οικονόμου και Α. Ορλάνδο, τους οποίους, όμως, πρόλαβε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, προτού προχωρήσουν στην έρευνα κι αποκάλυψη του μνημείου.

Το θέρος του 1916 αξιωματικοί βρετανικού, εκστρατευτικού σώματος, σ’ ένα διάλειμμα των μαχών που διεξάγονταν στην περιοχή των εκβολών του Στρυμόνα, ανάμεσα στους συμμάχους και στα βουλγαρικά στρατεύματα, βρήκαν και θραύσματα του ίδιου του λιονταριού και θέλησαν να τα μεταφέρουν στην ακτή, (προφανώς για να τα μεταφέρουν στην πατρίδα τους), αλλά, λόγω του όγκου και του βάρους τους, κύρια όμως λόγω του ότι εμποδίστηκαν από το βουλγαρικό πυροβολικό, που «σφυροκοπούσε» την ακτή, όπου βρίσκονταν αγγλικά πλοία, δεν τα κατάφεραν και τα θραύσματα του μνημείου παρέμειναν εκτεθειμένα στις καιρικές συνθήκες μέχρις ότου, το έτος 1930, τα μέλη της γαλλικής, αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, P. Collart  και P. Devampez, προσκληθέντα από τον κ. Τσάτσο, υπάλληλο της αμερικανικής εταιρίας Monks Ulen, η οποία είχε ήδη αναλάβει την εκτέλεση αποστραγγιστικών έργων στην περιοχή του Στρυμόνα, προσήλθαν στον τόπο όπου βρίσκονταν τα θραύσματα και τα μελέτησαν για πρώτη φορά, χρονολόγησαν αυτά στην εποχή του πελοποννησιακού πολέμου, τα δε αποτελέσματα της έρευνάς τους δημοσίευσαν στο αρχαιολογικό περιοδικό Bulletin de Correspondance Hellenique.

Το σχέδιο της επανένωσης των θραυσμάτων και της ανακατασκευής του λιονταριού σε καινούργια βάση συνέλαβαν και υλοποίησαν οι μηχανικοί της εταιρίας Monks-Ulen, R. W. Gausman and W. J. Judge, οι οποίοι προκάλεσαν το ενδιαφέρον του τότε πρεσβευτή των Η.Π.Α. στην Ελλάδα, κ. Lincoln Mac Veagh, ο οποίος ζήτησε συνάντηση με αρχαιολόγους της γαλλικής, αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών και συγκεκριμένα με τον μετέπειτα διευθυντή της, Pierre Roussel και με τους Michel Feyel, Paul Lemerle, Henri Ducoux, οι οποίοι επισκέφθηκαν και πάλι το μνημείο, εξέτασαν όλα τα υφιστάμενα θραύσματα, έκαναν λεπτομερή σχέδια αυτών και πρότειναν σχεδιαστικά την ανακατασκευή του λιονταριού, με τρόπο που δεν απείχε καθόλου από την τελική, μεταγενέστερη ανακατασκευή του!

Όσον αφορά, όμως τη βάση του μνημείου, η πρόταση αναστήλωσής της αποδεικνύεται ολότελα εσφαλμένη.

Μέχρι το 1936, αποκλειστικά τα μέλη της γαλλικής αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών ασχολούνταν με το μνημείο, από το 1936 όμως και μετά, με τη μεσολάβηση του κ. Lincoln Mac Veagh, συνεργάστηκε η πιο πάνω Σχολή με την αμερικανική Σχολή αρχαιολογικών μελετών Αθηνών και ανέθεσαν τις περαιτέρω ενέργειες, από μεν την Γαλλική σχολή στον κ. Jaques Roger, από δε την Αμερικανική Σχολή στον κ. Oscar Broneer, καθηγητή αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, οι οποίοι και μοιράστηκαν, τελικά, τα δικαιώματα της μελέτης και δημοσίευσης των ευρημάτων.

Από τις 8 μέχρι τις 17 Ιουνίου του 1936, 20 εργάτες εργάστηκαν στην ανασκαφή του χώρου όπου είχαν βρεθεί τα υπόλοιπα κομμάτια του λιονταριού και της βάσης του, ήλθαν στο φως κι άλλα κομμάτια και η ίδια η βάση του μνημείου (sic) και όλα ήταν έτοιμα για την συναρμολόγησή του, την οποία ανέλαβε να πραγματοποιήσει ο εξαίρετος γλύπτης κ. Ανδρέας Παναγιωτάκης, καθηγητής του Πολυτεχνείου Αθηνών και γλύπτης του εθνικού, αρχαιολογικού μουσείου.

Αυτός,  από το φθινόπωρο του 1937 και μετά, αφού κατασκεύασε γύψινο αντίγραφο του αγάλματος, σε μέγεθος ίδιο με το αρχαίο, προχώρησε στην ανακατασκευή του μνημείου, έχοντας, δυστυχώς, στη διάθεσή του, μόνο ένδεκα κομμάτια από το αρχαίο γλυπτό, από τα οποία μόνο τα εννέα (9) ήταν συνεχόμενα, ενώ όσα κομμάτια έλειπαν, (όπως ήταν το κομμάτι του κεφαλιού, αμέσως πάνω από τα μάτια), συμπληρώθηκαν με άσπρο τσιμέντο.

Το ίδιο το γλυπτό του ανακατασκευασμένου λιονταριού έφθασε σε ύψος τα 5,37 μέτρα, αλλά από τους αναστηλωτές ξέφυγαν κάποιες λεπτομέρειες, που ήταν, όμως, σημαντικές!

Έτσι, δεν είδαν ότι έλειπε μια στενή λωρίδα του λαιμού, με την πλούσια χαίτη του αγριμιού και γι’ αυτό, το κεφάλι με τον λαιμό απέκτησαν κοντόχοντρη δομή. Αγνόησαν, επίσης, το γεγονός ότι τα μάτια του λιονταριού ήταν ένθετα (πρόσθετα), πιθανόν κατασκευασμένα από πέτρα διαφορετικού χρώματος ή από μέταλλο και στη θέση των βολβών τοποθέτησαν άσπρο τσιμέντο.

Εκείνο, όμως, που είναι σημαντικό κι ενδιαφέρει ιδιαίτερα όσους παρακολουθούν τις συζητήσεις που γίνονται αυτό τον καιρό, σχετικά με το αν το λιοντάρι της Αμφίπολης αποτελούσε το επιτύμβιο σήμα του τύμβου που ανασκάπτεται στο λόφο  «Καστά» της Μεσολακιάς, είναι το γεγονός ότι όλοι ανεξαίρετα οι εξαίρετοι επιστήμονες, (αρχαιολόγοι, μηχανικοί κλπ.), που ασχολήθηκαν με την ανεύρεση των θραυσμάτων του μνημείου και την αναστήλωσή τους, συμφωνούν στο ότι το βάθρο, πάνω στο οποίο είχε τοποθετηθεί κατά την αρχαιότητα το λιοντάρι, είναι το ίδιο με αυτό που βρέθηκε στις ανασκαφές, σύρριζα με την επιφάνεια του εδάφους, στη θέση όπου είναι και σήμερα τοποθετημένο το γλυπτό και το οποίο βάθρο αποτελείται από δύο διαφορετικά τμήματα, 1) ένα πώρινο τετράπλευρο, μπροστινό μέρος, που αποτελείται από περίπου πενήντα δόμους και 2) ένα άλλο τμήμα, που μοιάζει με αναλημματικό τοίχο σε σχήμα Π, ανάμεσα στα οποία (δύο τμήματα) υπάρχει κενό, το οποίο ερμηνεύθηκε από το γεγονός ότι το έδαφος, στο συγκεκριμένο σημείο, ανηφορίζει απότομα προς νότο, με συνέπεια, τα δύο τμήματα να μη χρειάζονταν ενιαίο και συμπαγές θεμέλιο.

Αν, λοιπόν, το λιοντάρι αποτελούσε το σήμα του τύμβου του λόφου «Καστά, πώς εξηγείται το ότι βρέθηκε εκεί όπου βρισκόταν και το αρχαίο βάθρο του και στο ίδιο ακριβώς σημείο αναστηλώθηκε και στέκεται μέχρι σήμερα;

Το σύγχρονο βάθρο, όμως, πάνω στο οποίο στήθηκε το ανακατασκευασμένο λιοντάρι, κατασκευάστηκε όχι από υλικό του αρχαίου βάθρου, (αφού τέτοιο δεν βρέθηκε στις ανασκαφές του 1931-1934), αλλά από άλλο αρχαίο υλικό και συγκεκριμένα από δόμους, γείσα και άλλα αρχιτεκτονικά μέλη που προήλθαν από οικοδομήματα της Αμφίπολης, του 2ου π.Χ. αιώνα και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή ενός μεσαιωνικού φράγματος, το οποίο βρισκόταν στον Στρυμόνα, λίγο πιο κάτω από εκεί που βρέθηκαν τα θραύσματα του λιονταριού και το οποίο αναγκάστηκαν να χαλάσουν οι μηχανικοί της εταιρίας Monks-Ulen, στη διάρκεια των αποστραγγιστικών έργων που εκτέλεσαν.

Όλοι, επίσης, οι επιστήμονες που ασχολήθηκαν με την αναστήλωση του λιονταριού, αλλά και πολλοί άλλοι, δέχθηκαν ότι ολόκληρο το μνημείο ήταν ένα επιτύμβιο μνημείο, μέρος του οποίου μόνο ήταν το συγκεκριμένο γλυπτό.

Οι περισσότεροι, τέλος, απ’ αυτούς χρονολόγησαν το μνημείο μέσα στον 4ο π.Χ. αιώνα, με τον καθηγητή κ. Oscar Broneer να το χρονολογεί λίγο μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τον δε καθηγητή κ. Γεώργιο Μπακαλάκη να το τοποθετεί λίγο πριν από τη μάχη της Χαιρώνειας, (338 π.Χ.)

Ο Στρυμών

Εφημ. Χρονόμετρο